” Γιατί να πας με σπαθί όταν ο άλλος κρατάει πολυβόλο; ”


Από τη μία πλευρά, ένας ασθμαίνων πρόεδρος Πούτιν αγωνίζεται να αναβιώσει το χαμένο μεγαλείο προωθώντας το πρόγραμμα της «Πατριωτικής διαπαιδαγώγησης των πολιτών της Ρωσικής Ομοσπονδίας». Από την άλλη, ένας γάλλος σκηνοθέτης 57 Μαΐων με λευκή χαίτη, την οποία, όπως εξομολογείται ο ίδιος, χτενίζει μόνο με τα δάχτυλα, φτιάχνει με «δυτικά κεφάλαια» μια υπερπαραγωγή γυρισμένη σε γερμανικά στούντιο, όπου σοβιετικοί στρατιώτες με προφορά Οξφόρδης υπερασπίζονται την αιματοβαμμένη μητρόπολη του Βόλγα: το Στάλινγκραντ. Μα πού βαδίζουμε, σύντροφοι;


Ολα δείχνουν ότι οι βόμβες της Λουφτβάφε έχουν φτάσει ως το… Χόλιγουντ. Ο «Εχθρός προ των πυλών», η τελευταία ταινία του Ζαν-Ζακ Ανό, ίσως η πιο ακριβή ευρωπαϊκή παραγωγή που έγινε ποτέ (85 εκατ. δολάρια), στήνεται προς παραδειγματισμόν στον… τοίχο. Κριτικοί του κινηματογράφου ψάχνουν με το… καλάσνικοφ τις ιστορικές ανακρίβειες σε μια ταινία που ανοίγει εκ νέου μία από τις πλέον ζοφερές σελίδες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μα είναι δυνατόν να παρουσιάζεις τους ναζιστές ως άκακα αρνάκια και τους σοβιετικούς ήρωες ως βοσκόπουλα που έμαθαν σκοποβολή στα Ουράλια; Είναι δυνατόν να παραχαράζεις την Ιστορία, να ασελγείς πάνω στη μέγιστη μάχη του πολέμου; Είναι δυνατόν, σε τελική ανάλυση, να κάνεις τον Μπομπ Χόσκινς Χρουστσόφ;


Ο μεσιέ Ανό, στη συνάντηση που είχαμε μαζί του στην Αθήνα, ο οποίος ήρθε προ ημερών για την πρεμιέρα του αμφιλεγόμενου πολεμικού έπους του, αποποιείται τον ρόλο του παραχαράκτη της Ιστορίας. Ο σκηνοθέτης του «Πολέμου για τη φωτιά» (1982), του «Ονόματος του Ρόδου» (1986), της «Αρκούδας» (1989), του «Εραστή» (1992) θέλει απλώς να περάσει… στην Ιστορία ως ένας fiction ιστοριοδίφης καλών προθέσεων.





­ Αλήθεια,
κύριε Ανό, έχετε χρησιμοποιήσει ποτέ όπλο;


«Οχι, ποτέ. Κάποτε μόνο αναγκάστηκα να αγοράσω μια κυνηγετική καραμπίνα για να διώξω τις καρακάξες που πείραζαν τα κοτόπουλά μου στο σπίτι μου στην εξοχή. Πού τις έβρισκες, πού τις έχανες, πήγαιναν και έκλεβαν αβγά. Σημάδεψα ένα τσούρμο. Φυσικά αστόχησα, έκανα μια τεράστια μελανιά στον ώμο μου, παραλίγο να χάσω το ένα μου αφτί. Ημουν ανεπίδεκτος. Ισως γιατί όλο αυτό ήταν τόσο έξω από μένα. Σε γενικές γραμμές καταφέρνω να τιθασεύω το κτήνος μέσα μου. Για να καταλάβετε, ουδέποτε στη ζωή μου έχω μπλέξει σε καβγά. Ούτε καν στην εφηβεία μου. Αποφεύγω με κάθε τρόπο τη σωματική και λεκτική βία. Μια φορά στο σετ που τα μέλη του συνεργείου μου δεν “έπιαναν” αυτό που τους έλεγα, έπρεπε σχεδόν να “φτιαχτώ”, να “σκηνοθετήσω” εμένα εκτός εαυτού. Δεν θυμώνω ποτέ. Και αυτό είναι ως και… τρομακτικό!..». (γελάει)


­ Αν σας ζητούσα να συνοψίσετε εαυτόν με ένα συγκεκριμένο περιστατικό της ζωής σας ποιο θα επιλέγατε;


«Κάτι από τα γυρίσματα της πρώτης μου ταινίας “Μαύρο και άσπρο σε χρώμα”, το 1976, στην Αφρική. Βρισκόμασταν στη δεύτερη ημέρα του γυρίσματος, στη μέση μιας μικρής σκηνής, δίπλα σε ένα ρυάκι, όταν τέσσερα μίλια μακριά είδα ένα πυκνό σύννεφο μαύρου καπνού. Είπα στον εαυτό μου: “Σε αυτό ακριβώς το σημείο είναι χτισμένο το σετ της ταινίας”. Ενας ντόπιος κατέφθασε με το τζιπ αλαλάζοντας: “Το σετ πήρε φωτιά!”. Η καρδιά μου έγινε χίλια κομμάτια. Ηταν η πρώτη ταινία μου και είχα ρίξει όλα μου τα λεφτά σε ένα σετ που κόντευε ευκρινώς γίνει στάχτη. Οι ηθοποιοί πήραν τα αποικιακά καπέλα τους και έτρεξαν να τα γεμίσουν νερό από το ρυάκι: “Αντε γρήγορα, να βοηθήσουμε”. Τους χαμογέλασα: “Οχι, θα συνεχίσουμε κανονικά τη σκηνή μας σαν να μην τρέχει απολύτως τίποτα. Πάρτε τις θέσεις σας”».


­ Θέλετε να πείτε ότι καιγόταν το σύμπαν και εσείς μείνατε με τα χέρια σταυρωμένα;


«Ακριβώς. Και ξέρετε γιατί δεν έκανα τίποτε; Γιατί δεν υπήρχε τίποτε να κάνω. Η φωτιά είχε πιάσει τέσσερα μίλια από εκεί που βρισκόμασταν εμείς, νερό δεν υπήρχε πουθενά εκεί δίπλα, ήταν κάτι παραπάνω από σαφές ότι δεν υπήρχε κανένα περιθώριο να γίνει κάτι και έτσι συνέχισα το γύρισμα της σκηνής μου. (γελάει) Ξέρετε, όταν γύριζα το “Επτά χρόνια στο Θιβέτ” αισθανόμουν απολύτως εναρμονισμένος με τη βουδιστική φιλοσοφία. Και να φαντασθείτε ότι ως τότε αγνοούσα παντελώς αυτή την πλευρά της ψυχοσύνθεσής μου! Αιφνιδιάστηκα όταν την ανακάλυψα. Οι ίδιοι οι “μοναχοί μου” ­ έτσι αποκαλούσα όλους εκείνους τους φωτισμένους ανθρώπους που ήταν μαζί μου στα γυρίσματα, μοναχούς και διδασκάλους, εξέχοντες αποστόλους του θιβετιανού τρόπου σκέψης ­ έρχονταν συχνά και μου έλεγαν: “Εσείς είσθε πιο βουδιστής από όλους μας!”. Αδυνατούσαν να πιστέψουν ότι ήμουν τόσο ήρεμος τη στιγμή που όλα πήγαιναν τόσο χάλια».


­ Και όμως στα πρώτα βήματά σας, όταν ακόμη «γυρίζατε» διαφημιστικά σποτ για την τηλεόραση, είχατε κατά τα λεγόμενά σας βιώσει μια οξύτατη «ηθική κρίση»…


«Ναι, είναι αλήθεια. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι ακριβώς μου συνέβαινε. Ηταν μια περίοδος πολύ καλή για μένα. Επαγγελματικά είχα μεγάλη ζήτηση, είχα μια πολύ όμορφη σύζυγο, ένα ωραιότατο διαμέρισμα. Και όμως ένιωθα άρρωστος. Το ένιωθα στο σώμα μου. Πονούσα παντού: στο κεφάλι, στα χέρια, στο στομάχι. Εκανα όλα τα τσεκάπ που επιβαλλόταν να κάνω για να αντιληφθώ έπειτα από έναν ολόκληρο χρόνο ταλαιπωρίας ότι απλούστατα δεν ήμουν ευχαριστημένος με τη ζωή μου! Ολα είχαν γίνει πολύ γρήγορα. Πήγα για σπουδές κινηματογράφου στην IDHEC και προτού προλάβω καλά καλά να τελειώσω ­ ήμουν δεν ήμουν 20 ετών ­ είχα “στεφθεί” σκηνοθέτης. Με πλήρωναν ένα κάρο λεφτά για πλάκα! Ταξίδια, πέρα δώθε με ιδιωτικά τζετ και λιμουζίνες. Δεν ήμουν συνηθισμένος σε τέτοια πράγματα. Είχα μεγαλώσει στα προάστια του Παρισιού, σε μια μέση, εντελώς συνηθισμένη γαλλική οικογένεια. Συνειδητοποίησα ότι είχα πρόσβαση μόνο στην επιφάνεια της ζωής. Δεν σεβόμουν αυτό που έκανα. Σπαταλούσα όλον τον χρόνο μου, όλη μου την ενέργεια, γιατί; Για να προωθήσω ένα γιαούρτι; Ενα μαγιό; Ενα σαμπουάν; Αφήστε που στην πλειονότητα των περιπτώσεων επρόκειτο και για κάκιστα προϊόντα. Ναι, αυτή η “ηθική κρίση” έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη ζωή μου. Χάρη σε αυτήν αποφάσισα να κάνω μόνο πράγματα που θα μου επιτρέπουν να νιώθω εντάξει με τον εαυτό μου. Ετσι ήρθε το “Μαύρο και άσπρο σε χρώμα”».


­ Και οι πόνοι εξαφανίστηκαν;


«Ως διά μαγείας! Είναι όμως σημαντικό να σας πω ότι αυτή η πρώτη μου η ταινία, μια ταινία της καρδιάς μου, αποδείχθηκε παταγώδης αποτυχία. Δεν με πείραζε όμως. Δεν ήταν τίποτα το συγκλονιστικό, ήταν όμως κάτι δικό μου και αυτό με συνάρπαζε. Βεβαίως στάθηκα τυχερός. Κέρδισα το Οσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας. Ανησύχησα κάπως. Αναρωτιόμουν τι πλήγμα ήταν ικανό να καταφέρει στην αξιοπρέπειά μου αυτό το βραβείο».


­ Μη μου πείτε ότι σας έβλαψε κιόλας!..


«Κάθε άλλο. Μου έδωσε την ευκαιρία να πραγματώσω τις πιο παλαβές φαντασιώσεις μου. Αντί να δεχθώ απλώς ένα από τα σενάρια που μου έστελναν, παρέμεινα στο Παρίσι και πρότεινα το “Coup de fete”, μια ταινία που έγινε καλτ στη Γαλλία κυρίως χάρη στην τηλεόραση, και το “Πόλεμος για τη φωτιά”. Είπα στον εαυτό μου: “Καλό το Οσκαρ, ευκαιρία τώρα να δοκιμάσεις κάτι που δεν θα έχει καμία πιθανότητα να πετύχει”». (γελάει)


­ Πώς εξηγείτε, αλήθεια, αυτή την εμμονή σας σε μη πραγματοποιήσιμα ­ για να μην πω ανέφικτα ­ εγχειρήματα («Πόλεμος για τη φωτιά», «Αρκούδα», «Επτά χρόνια στο Θιβέτ» κ.ο.κ.);


«Αυτό που με ενεργοποιεί είναι η ανάγκη μου να κάνω μια ταινία που να μη μοιάζει με τις άλλες. Το οφείλω στον εαυτό μου να σπαταλήσω περισσότερη ενέργεια για να εντοπίσω εκείνο το συστατικό που θα καταστήσει το όλο εγχείρημα κατά τι ουτοπικό, τουλάχιστον στα μάτια των άλλων. Στην ταινία “Πόλεμος για τη φωτιά”, π.χ., ουδείς πίστευε ότι θα μπορούσα να εκπαιδεύσω ένα κοπάδι ελέφαντες ντύνοντάς τους με πανωφόρια και κέρατα για να μοιάζουν με μαμούθ! Τους απέδειξα όμως ότι η τρέλα είναι εφικτή».


­ Δεν φοβηθήκατε μάλιστα σε αυτή την ταινία ­ όπως και στην «Αρκούδα» ­ να καταργήσετε ακόμη και τη γλώσσα.


«Αυτοί που νομίζουν ότι η τέχνη του κινηματογράφου συνίσταται στο να “τραβάς” ανθρώπους που μιλούν μεταξύ τους είναι οι εμπνευστές των τηλεοπτικών σόου. Βασικό εργαλείο του κινηματογράφου είναι η εικόνα. Πάρτε, για παράδειγμα, μια συνηθισμένη σκηνή “αποπλάνησης”. Εχεις μπροστά σου δύο ανθρώπους που φλερτάρουν. Σε νοιάζει να ακούσεις τι λένε μεταξύ τους; Δεν είναι πιο σημαντικό να δεις πόσο μεταμορφώνεται σιγά σιγά το πρόσωπο, πώς ο μηχανισμός της γοητείας μπαίνει σε λειτουργία, πόσο διαρκούν τα βλέμματα, πώς χαλαρώνουν οι αντιστάσεις; Θα μπορούσε κανείς άνετα να γυρίσει μια τέτοια σκηνή χωρίς να ακούσει λέξη από τον διάλογο που διεμήφθη ανάμεσα στους δύο».


­ Και όμως συζητώντας κανείς μαζί σας αποκομίζει την αίσθηση ότι δεν είσθε ακριβώς σιωπηλός τύπος!


«Μα λατρεύω τις λέξεις. Για μένα είναι όπως ένας μηχανισμός ρολογιού. Τρελαίνομαι να τον αποδομώ, να τον σπάω σε χίλια κομμάτια και ύστερα να τον ανασυνθέτω σαν μανιασμένος bricoleur, να μαστορεύω πάνω στη γλώσσα. Γι’ αυτό χρόνια τώρα σκαλίζω ένα αρχαιοελληνικό λεξικό. Παρ’ όλα αυτά μητρική μου γλώσσα παραμένει αυτή των εικόνων. Δώστε μου μια σελίδα με ένα οιοδήποτε κείμενο και μπορώ αμέσως να το περιγράψω, να το γυρίσω ταινία, βρίσκεται εκεί μέσα στο μυαλό μου έτοιμο, μονταρισμένο, με όλες τις κινήσεις, τα close-ups, τα πάντα. Οι εικόνες υπάρχουν μέσα μου. Είναι τόσο ζωντανές που βλέπω τα πάντα: τον φωτισμό, τη μουσική στο φόντο, ακόμη και το χρώμα του ουρανού. Το ίδιο ακριβώς μού συμβαίνει και με το κάστινγκ. Εχω μια νοητική εικόνα αυτού που θέλω. Ανοίγω την “πόρτα” και… Οχι, δεν είναι αυτό που θέλω. Ανοίγω την επομένη… Ούτε… Αυτό έγινε και στην περίπτωση του Τζουντ Λο στην ταινία “Εχθρός προ των πυλών”. Χρειάσθηκε να ανοίξω πάνω από 150 φορές την “πόρτα” για να τον βρω».


­ Μόνο που στην περίπτωση μιας ταινίας όπως η «Εχθρός προ των πυλών», όπου αποπειράσθε να αναπλάσετε την ίδια την Ιστορία, δεν μπορείτε να έχετε ως πρώτη ύλη μόνο τις δικές σας εσωτερικές εικόνες…


«Και όμως ακόμη και σε αυτή την περίπτωση είχα να κάνω με “εικόνες” που ξεσήκωσα από περιγραφές ιστορικών. Ολα ανεξαιρέτως τα βιβλία που διάβασα για τη Μάχη του Στάλινγκραντ άνοιγαν με το πέρασμα του Βόλγα. Οταν το διάβασα απλώς το “είδα”. Φθάνει να σας πω ότι η επίσκεψή μου μετά στο Στάλινγκραντ (σημερινό Βόλγκογκραντ) με βοήθησε πολύ λιγότερο από τις περιγραφές των βιβλίων».


­ Παραμένετε, αλήθεια, ο πρόεδρος του Κύκλου των Γάλλων στο Χόλιγουντ και τι γνώμη έχουν γι’ αυτή σας την ιδιότητα οι συμπατριώτες σας εκτός Χόλιγουντ;


«Ομολογουμένως κάποιοι μας θεωρούν “προδότες”. Και όμως εξακολουθώ να ζω στην Ευρώπη και να κάνω τις ταινίες που εγώ θέλω ­ αυτός είναι πάντοτε ο όρος που θέτω. Απλώς το Χόλιγουντ μού δίνει τα μέσα για να εμφυσήσω ζωή στις ταινίες μου. Δεν βλέπω την Αμερική ούτε με δέος ούτε με περιφρόνηση. Θέλω όμως να την αντιμετωπίζω με τα δικά της όπλα. Γιατί, δηλαδή, να πηγαίνεις να παλέψεις με ένα ξύλινο σπαθί όταν γνωρίζεις εκ των προτέρων ότι ο άλλος κρατάει πολυβόλο;».


­ Παραμένετε, δηλαδή, Γάλλος ως το κόκαλο;


«Μα φυσικά! Πάντα επιστρέφω στο σπίτι μου, έναν παλιό νερόμυλο στο Νότιο Φοντενεμπλό. Με τα ποτάμια, το περιβόλι, τα προβατάκια μου…».


­ Από ό,τι κατάλαβα διατηρείτε πάντα αυτήν την ιδιαίτερη σχέση με τη φύση. Σχέση που σας επιτρέπει ενίοτε, όπως στην «Αρκούδα», να προσωποποιείτε ακόμη και… ζώα;


«Ναι. Δεν σας κρύβω ότι καταλαβαίνω τα περιστέρια, τους αρουραίους, τις πεταλούδες! Θα τολμούσα να πω ότι έχω τη δυνατότητα να να ταυτιστώ απόλυτα με ένα κοτόπουλο! Αρκεί μόνο να σας διηγηθώ τι είδα μια ημέρα στο κοτέτσι μου. Οπως αντιλαμβάνεσθε, εν αρχή ην ο αρχηγός γερο-κόκορας με τις αγριοφωνάρες του και τριγύρω διάφορες σιτεμένες κότες, οι οποίες διατέλεσαν κάποια στιγμή στο παρελθόν κάποιο σημαίνον πρόσωπο στη ζωή του ­ άλλη φιλενάδα, άλλη σύζυγος. Μαζί τους και οι άλλες, οι τσουπωτές, οι μικρούλες. Αγόρασα, που λέτε, έναν νεαρούλη, δανδή κόκορα και τον έβαλα μαζί τους. Και εκτυλίχθηκε η εξής σκηνή: Κάποια στιγμή ο γερο-κόκορας πήγε κορδωμένος να τσιμπολογήσει κάτι δίπλα στο ποτάμι. Ο νεαρός κόκορας τώρα, αφού βολιδοσκόπησε το πεδίο, τσουπ έσπευσε και “πήγε” με όλες τις κότες! Οταν ο γέρος επέστρεψε σε αυτό που νόμιζε δικό του χαρέμι, ο μικρός “σφύριζε κλέφτικα” και οι κότες παρίσταναν μακαρίως τις ανήξερες. Τι υπέροχη υποκρισία! Είπα μέσα μου: “Ε, κάπου το έχω δει αυτό!”. Χαζεύεις ένα κοτέτσι και βλέπεις τη ζωή. Δεν χρειάζεται να διαβάζεις περιοδικά για την πριγκίπισσα του Μονακό».


” Φιλοτέχνησα τη δική μου άποψη της πραγματικότητας ”


­ Πώς σκηνοθετεί κανείς τη φρίκη του πολέμου; Κρατά αποστάσεις ή αφήνεται να απορροφηθεί από αυτήν;


«Πάρτε για παράδειγμα τις σκηνές με τις μεγάλες επιθέσεις: Εχεις 800 κομπάρσους να τρέχουν μέσα στις λάσπες με τουφέκια ­ άσφαιρα βεβαίως τα φυσίγγια, αλλά δεν παύουν να κάνουν “μπουμ, μπουμ”. Σκηνοθετείς γύρω στις 80 εκρήξεις, όλα γίνονται τόσο μαύρα που δεν βλέπεις τίποτα. Μυρίζεις το μπαρούτι, ακούς τα ουρλιαχτά από ανθρώπους που βεβαίως παριστάνουν ότι είναι τραυματισμένοι, και πάραυτα έχει στηθεί μπροστά στα μάτια σου μια μεγαλειώδης ατμόσφαιρα φόβου, χάους και θανάτου. Απορροφάσαι από αυτήν έστω και αν γνωρίζεις ότι εσύ ο ίδιος την έχεις ενορχηστρώσει. Αλλωστε οφείλω να σας το ξεκαθαρίσω: όταν “γυρίζω” μοιάζω με καρικατούρα σκηνοθέτη. Ταυτίζομαι με όλα όσα συμβαίνουν, υποδύομαι όλους τους ρόλους. Στη σκηνή ενός καβγά είμαι ταυτόχρονα εκείνος ο οποίος ρίχνει αλλά και εκείνος που δέχεται τις γροθιές. Σας λέω: γίνομαι γελοίος! Η ημέρα που νιώθω πραγματικά ευτυχισμένος είναι όταν ξεχνώ να πω “cut” επειδή έχω γίνει ένα με αυτό που “γυρίζω”».


­ Τι απαντάτε σε εκείνους που σας κατηγορούν ότι παραχαράξατε τη μέγιστη μάχη του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου;


«Τέτοια σχόλια είναι επιεικώς γελοία. Το λέω και το ξαναλέω: δεν αποπειράθηκα να κάνω ένα ντοκυμαντέρ για το Στάλινγκραντ. Το χρησιμοποίησα μόνο ως ιστορικό καμβά για να κτίσω έναν δικό μου, εντελώς προσωπικό πόλεμο. Εκείνο που μου τράβηξε το ενδιαφέρον είναι ένας ανεκδοτολογικός μύθος: η μονομαχία ανάμεσα σε δύο ελεύθερους σκοπευτές. Με την ίδια λογική θα πρέπει να κατηγορήσουν τη “Διάσωση του στρατιώτη Ράιαν”. Και εκεί, με φόντο την απόβαση της Νορμανδίας, παρακολουθούμε την αναζήτηση ενός και μόνο ανθρώπου, ο οποίος όμως διαδραμάτισε τον δικό του ρόλο στον Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ετσι λειτούργησα και εγώ ως σκηνοθέτης μυθοπλασίας που εκλήθη να προσωποποιήσει τον πόλεμο».


­ Και όμως ακόμη και ο σκηνοθέτης της μυθοπλασίας φέρει μεγάλη ευθύνη όταν προσεγγίζει ιστορικά γεγονότα.


«Πιστεύω ότι όποιος αγοράζει εισιτήριο για να δει μια ταινία ξέρει πως αυτό που θα δει στην οθόνη είναι fiction. Οταν κάνεις, π.χ., μια ταινία για την Ιωάννα της Λωρραίνης ποιος, αλήθεια, μπορεί να αποδείξει ότι είπε αυτό ή εκείνο; Ολα είναι επινόηση, μύθος. Στις δικές μου ταινίες προσπαθώ να σεβαστώ όλες εκείνες τις λεπτομέρειες που μπορούν να διασταυρωθούν ιστορικά. Στο “Ονομα του Ρόδου” παρήγγειλα να κατασκευάσουν το αντίγραφο ενός δοχείου της εποχής. Για τον “Εχθρό προ των πυλών” συμβουλευόμουν επί έξι μήνες ταινίες επικαίρων και ιστορικά αρχεία, αγόρασα γύρω στα 500 βιβλία, διείσδυσα ώσπου μια νοητική εικόνα της Μάχης του Στάλινγκραντ άρχισε να αποκρυσταλλοποιείται μέσα μου. Φρόντισα να είναι “αληθινά” ο χρόνος, η τοποθεσία, κάποια ίσως όχι ευρέως γνωστά ιστορικά δεδομένα, όπως, π.χ., ότι στο πλαίσιο του πολέμου ένα εκατομμύριο Σοβιετικοί πυροβολήθηκαν από δικούς τους αξιωματικούς. Από εκεί και πέρα φιλοτέχνησα τη δική μου όψη της πραγματικότητας. Ακόμη και σε ένα ιστορικό βιβλίο ή σε μια ταινία επικαίρων ελλοχεύει η φαντασία».