Από έκπληξη σε έκπληξη
Σαράντα ετών πλέον, η Τζόντι Φόστερ έχει γίνει φειδωλή στις επιλογές της. Η ηθοποιία συνεχίζει να την απασχολεί, όμως από τότε που ίδρυσε την κινηματογραφική εταιρεία Egg Pictures, το βλέμμα της είναι επίσης στραμμένο στη σκηνοθεσία αλλά και – κυρίως – στην παραγωγή. Αν μάλιστα το καλοσκεφτούμε, τον τελευταίο καιρό τη βλέπουμε όλο και σπανιότερα να εμφανίζεται στην οθόνη. Σε αυτήν ακριβώς την επιλεκτικότητά της όμως ίσως να οφείλεται το γεγονός ότι όποτε αποφασίζει να παίξει σε ταινία, οι πιθανότητες λένε ότι θα είναι μια ταινία με σοβαρές προδιαγραφές και στη χειρότερη περίπτωση θα προκαλέσει τουλάχιστον την περιέργεια. Η Φόστερ δεν πετυχαίνει πάντοτε διάνα (ποιος θέλει να τη θυμάται σε κάτι ταινίες όπως «Η Αννα και ο Βασιλιάς»;), το όνομά της όμως εδώ και χρόνια δεν παύει να αποτελεί εγγύηση διότι η δις βραβευθείσα με Οσκαρ ηθοποιός ξέρει πού και γιατί βάζει την υπογραφή της.
Το «Δωμάτιο πανικού» («Panic room»), ό,τι το καλύτερο προσφέρεται αυτή την περίοδο στις κινηματογραφικές αίθουσες της χώρας μας, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η ηθοποιός έχει πλέον επιλέξει να εργάζεται. Αν στο τιμόνι του σκηνοθέτη δεν βρισκόταν ο Ντέιβιντ Φίντσερ, η Φόστερ ίσως και να μην έπαιζε στην ταινία. Η ενδεχόμενη συνεργασία της όμως με έναν από τους πλέον ταλαντούχους δημιουργούς του σύγχρονου αμερικανικού κινηματογράφου, o οποίος με το «Seven» αναθεώρησε τους κανόνες του θρίλερ και αργότερα υπέγραψε μια από τις πιο συζητημένες αμερικανικές ταινίες της εποχής μας, το «Fight club», στάθηκε πολύ καλή αφορμή για τη Φόστερ να δεχθεί να συμμετάσχει στην ταινία, αρνούμενη μάλιστα για αυτόν τον λόγο την προεδρία της κριτικής επιτροπής του προπερασμένου Φεστιβάλ των Καννών.
Αρκετοί από όσους γνωρίζουν το έργο του Φίντσερ πιθανότατα να απογοητευθούν από τον κάπως συμβατικό χειρισμό του θέματος στο «Δωμάτιο πανικού», από το οποίο απουσιάζει η νοστιμιά του ξαφνιάσματος-σοκ, κάτι που ως σήμερα χαρακτήριζε το έργο του σκηνοθέτη. Η ταινία βαδίζει αξιοπρεπώς στα ίχνη ενός παραδοσιακού, κλειστοφοβικού θρίλερ, το οποίο παρ’ όλα αυτά απαιτεί μεγάλη προσπάθεια από τους ελάχιστους ηθοποιούς του, καθότι γυρισμένο σχεδόν σε κανονικό χρόνο, κατά τη διάρκεια μιας δραματικής νύχτας. Από την πλευρά της, η Φόστερ, στον ρόλο μιας νεαρής μητέρας η οποία μαζί με την κόρη της αιχμαλωτίζεται από κακοποιούς μέσα στο καινούργιο, τεράστιο νεοϋορκέζικο σπίτι της, ακριβώς την ημέρα της μετακόμισης, ξέρει πώς να διατηρεί την ένταση, καθότι παίζει μια ισχυρή προσωπικότητα, πιασμένη σε μιαν αδιέξοδη(;) φάκα.
Αν ο Ντέιβιντ Φίντσερ υπήρξε ο βασικότερος λόγος συμμετοχής τής Φόστερ στο «Δωμάτιο πανικού», στην αμέσως επόμενη ταινία της ήταν ο ίδιος ο ρόλος που επρόκειτο να παίξει εκείνος που τη γοήτευσε. Βασισμένη στο ομότιτλο, cult μυθιστόρημα του πρόωρα χαμένου από την επάρατη νόσο Κρις Φέρμαν, η ταινία «The dangerous lives of altar boys» σηματοδοτεί το ντεμπούτο στην κινηματογραφική σκηνοθεσία του Βρετανού Πίτερ Κερ και θέλει τη Φόστερ στον ρόλο μιας ανάπηρης καλόγριας που προσπαθεί να βρει σημείο επαφής ανάμεσα σε δύο ατίθασους μαθητές που την ταλαιπωρούν (Κίερον Κάλκιν – Εμίλ Χιρς).
Η ταινία άνοιξε προσφάτως σε επιλεγμένους κινηματογράφους της Νέας Υόρκης και του Λος Αντζελες αποσπώντας διθυράμβους από την αφρόκρεμα της αμερικανικής κριτικής. Διόλου παράξενο που στους τίτλους της ταινίας το όνομα της Φόστερ εμφανίζεται και στην παραγωγή, καθότι το σχέδιο της τελευταίας αυτής ταινίας της δρομολογήθηκε από τη δική της εταιρεία. Η Φόστερ δεν φοβήθηκε να δείξει εμπιστοσύνη στον Κερ, στου οποίου την ατζέντα ως σήμερα βρίσκονταν μόνον κάποια μουσικά βίντεο.
Χλωμή και ασκητική σαν έναν άνθρωπο που έχει ξεχάσει τι σημαίνει τροφή, αλλά ταυτόχρονα μια γυναίκα με πυγμή, αποφασιστικότητα και τσαμπουκά, η αδελφή Ασούμπτα της Φόστερ έχει προστεθεί ήδη στις πιο αξιόλογες και δυναμικές ερμηνείες της αμερικανίδας ηθοποιού, για την οποία πολύ πιθανόν του χρόνου να διεκδικήσει ένα ακόμη Οσκαρ.



