Στο πιο ψηλό σημείο των Σποράδων, κοντά στην Αλόννησο, υπάρχουν επτά μικροσκοπικά, σχεδόν άγνωστα, μισοερημωμένα νησιά: η Σκάντζουρα, το Αδέλφι, η Περιστέρα, η Κυρα-Παναγιά, τα Γιούρα, το Πιπέρι και η Ψαθούρα. Στην Κυρα-Παναγιά (ή «Πέλαγος» όπως λεγόταν στα αρχαία ελληνικά), ο μοναδικός κάτοικος είναι ένας γενναιόψυχος βοσκός, ο Γιώργος Τζώρτζος. Φρουρώντας στοργικά το αρχαίο μοναστήρι της Κυρα-Παναγιάς, υψώνει καθημερινά την ελληνική σημαία καθώς και μια δεύτερη σημαία με τον δικέφαλο αετό, το έμβλημα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Επίσημα και μοναχικά, εδώ, πάνω σε αυτό το παραμεθόριο φυλάκιο του ελληνισμού, ο Τζώρτζος έχει διατηρήσει ζωντανές τις πανάρχαιες ελληνικές παραδόσεις.
Ως πριν από δέκα χρόνια, σε αυτό το νησάκι ζούσαν λίγοι καλόγεροι. Σιγά σιγά όμως έφυγαν για το Αγιον Ορος. Πολλά μοναστήρια (ακόμη και ολόκληρα νησάκια, όπως η Σκάντζουρα) ανήκουν στο Μοναστήρι της Μεγίστης Λαύρας (στο Αγιον Ορος), που χτίστηκε τον 10ο αιώνα. Μετά την εξαφάνιση και των τελευταίων καλόγερων, το Μοναστήρι της Κυρα-Παναγιάς εγκαταλείφθηκε και βαθμιαία άρχισε να ρημάζει. Αδέσποτα κατσίκια περιπλανιόνταν στον τόπο αυτό και βεβήλωναν το αρχαίο ιερό.
Για καλή τύχη του νησιού, πριν από τρία χρόνια κάποιος φωτισμένος άνθρωπος αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να μπουν τα πράγματα στη θέση τους. Αφού πρώτα έλαβε γραπτή άδεια από το Αγιον Ορος να αναστηλώσει το μοναστήρι, ο εφοπλιστής Ανδρέας Ποταμιάνος έφερε στο νησί τεχνίτες και τα απαραίτητα οικοδομικά υλικά. Κατά τη διάρκεια των εργασιών αναστήλωσης τηρήθηκε απόλυτος σεβασμός προς τους παραδοσιακούς ρυθμούς. Η υπέροχη απόχρωση του ακουαμαρίν που έχει χρησιμοποιηθεί στις λεπτομέρειες της πρόσοψης της εκκλησίας, τα πανέμορφα βότσαλα στο μωσαϊκό που είναι σε σχήμα αστεριού στο προαύλιο καθώς και οι εικόνες του 18ου αιώνα επισκευάστηκαν προσεκτικά, παράλληλα με το παλιό ελαιοτριβείο και το αλώνι.
Οταν ολοκληρώθηκε η αναστήλωση, έγιναν τα εγκαίνια για να σφραγιστεί η επαναλειτουργία της εκκλησίας. Το έργο της φύλαξης του μοναστηριού ανατέθηκε στον Τζώρτζο.
Γέννημα θρέμμα της Αλοννήσου, είναι βοσκός σε αυτό το νησάκι για σχεδόν 30 χρόνια, γοητευμένος από την άγρια ομορφιά του. Οταν πρωτοπήγε εκεί, έγινε φίλος με τους καλόγερους και γύρω στο 1965, καθώς θυμάται, ζήτησε να του νοικιάσουν τα βοσκοτόπια τους. Οταν αυτοί συμφώνησαν, εκείνος έπεισε μερικούς φίλους του βοσκούς από την Αλόννησο να τον ακολουθήσουν. Ολοι μαζί εγκαταστάθηκαν στα 200 χρόνων καταλύματα των βοσκών, λίγο πιο πέρα από το μοναστήρι. Ζούσαν μια κοινοτική ζωή, με τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους, περίπου 15 άνθρωποι. Τα βράδια έτρωγαν παρέα και κουβέντιαζαν για τη δουλειά της μέρας που είχε περάσει.
Εκείνες οι μέρες φαίνονται τώρα σαν μια δραματική αντίθεση στην τωρινή του ύπαρξη στην Κυρα-Παναγιά, σωστός Ροβινσώνας Κρούσος. Τώρα πια, μετά το ηλιοβασίλεμα, είναι ο μοναδικός άνθρωπος πάνω στο νησάκι. Η μόνη επικοινωνία του με τον έξω κόσμο είναι οι σκόρπιοι ήχοι από τις κουβέντες διαφόρων θαλασσινών, που ακούγονται τυχαία στον ασύρματό του. Πενηντάρης πλέον, κάθεται μόνος του τα δειλινά και αφουγκράζεται άγνωστες φωνές, άλλες που μιλούν ελληνικά και άλλες που μιλούν τουρκικά, να συζητάνε την τιμή του ψαριού ή άλλα θέματα της καθημερινής ζωής.
Ως πέρυσι υπήρχαν και άλλες μοναχικές μορφές εκεί γύρω, όπως ο φύλακας στα Γιούρα, το έρημο νησάκι που βρίσκεται μόλις 20 λεπτά από εκεί με τη βάρκα. Ο φύλακας Κωνσταντίνος Κυριαζής είχε ζήσει σε αυτό το νησάκι ως πέρυσι, φροντίζοντας μαζί με τη γυναίκα του το μοναδικό στον κόσμο είδος κατσικιών που κατοικούν εκεί. Μετά από 25 χρόνια, ο «Φύλακας των Κατσικιών» συνταξιοδοτήθηκε, αναγκάστηκε να φύγει και έκτοτε κανένας δεν έχει βρεθεί να τον αντικαταστήσει. Εχει φύγει επίσης και ο φαροφύλακας στη γειτονική Ψαθούρα εκτοπισμένος από την αμείλικτη τεχνολογία, που αντικατέστησε την ως τότε απαραίτητη ανθρώπινη παρουσία με ένα άψυχο μηχάνημα.
Τούτο το καλοκαίρι, όμως, ο Τζώρτζος βρήκε λίγη παρέα. Ντόπιοι θαλασσινοί άρχισαν να φέρνουν έλληνες και ξένους τουρίστες στο νησάκι, με ημερήσιες εκδρομές. Αλλά ακόμη και έτσι τις νύχτες ο Τζώρτζος παραμένει ολομόναχος, μια μοναχική φιγούρα, που ευλαβικά υποστέλλει τις σημαίες του το απόβραδο. Οταν τον ρωτάνε γιατί συνεχίζει, παρ’ όλη τη σκληρή μοναξιά, να μένει εκεί, απαντάει:
Αν δεν μου άρεσε, θα έμενα εδώ;



