Ο άνθρωπος που γνωρίζει όσο κανένας άλλος τις κινηματογραφικές φαμίλιες του οργανωμένου εγκλήματος της Ανατολικής Ακτής, που κέρδισε ένα Οσκαρ επειδή τίναξε τα μυαλά του στον αέρα για τον «Ελαφοκυνηγό» (1978), ο δρ Τζέκιλ και ο κύριος Χάιντ της ανεξάρτητης κινηματογραφίας είναι ξανά εδώ. Η Αυτού Μεγαλειότης του σκοτεινού σελιλόιντ, ο Κρίστοφερ Γουόκεν, επανέρχεται δίπλα στον έτερο «νονό» και μέντορά του Εϊμπελ Φεράρα. Αναζητώντας ­ τι άλλο; ­ «Πολλούς νεκρούς για μία κηδεία»



Το να είσαι κακός έχει και τα καλά του. Να, όπως εκείνο το σαββατόβραδο, θα ‘ναι δύο – τρία χρόνια πριν, σε έναν κινηματογράφο της Times Square. Ηταν μια αλγολάγνα μεταμεσονύχτια του «Menace ΙΙ Society» των αδελφών Χιουζ. Το αίμα «έσταζε» σε ικανές ποσότητες από την οθόνη, γι’ αυτό και το φιλοθέαμον κοινό δεν χρειάστηκε να καταφύγει στα προσφιλή σλόγκαν που συνοδεύουν τις χλιαρές «σπλάτερ» δημιουργίες. «Οσοι βρίσκονταν στην αίθουσα ήταν ίδιοι με αυτούς που παρήλαυναν στην ταινία», θυμάται σήμερα ο άρχοντας του νεοϋορκέζικου Σκότους κ. Κρίστοφερ Γουόκεν. «Ανθρωποι του δρόμου, δηλαδή. Και με φρόντισαν με τον δικό τους τρόπο. Κάθε λίγο κοίταζαν να δουν αν είμαι καλά, ότι όλα είναι οκέι. Προφανώς είχαν δει τον “Βασιλιά της Νέας Υόρκης”. Ηξεραν ότι ήμουν και εγώ ένας από αυτούς».


Το οργανωμένο έγκλημα υπήρξε ανέκαθεν συνεργός του Γουόκεν. Ο ίδιος χαλαρώνει στο κάθισμά του, γλείφει τα χείλη ­ όπως κάθε καλοαναθρεμμένο ερπετό των σόου μπίζνες ­ και καταθέτει τα ουκ ολίγα διαπιστευτήριά του: τσάρκες στους κακόφημους δρόμους του Εϊμπελ Φεράρα, χειραψίες εκατομμυρίων με τους γλοιώδεις χαφιέδες του Τόνι Σκοτ, ρώσικες ρουλέτες στα υπόγεια μπαρ του Μάικλ Τσιμίνο, το παρθενικό βάπτισμα στο νεκρό σύμπαν του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ. Ισως γι’ αυτό οι αποστειρωμένοι γιάπηδες του Χόλιγουντ δεν θέλουν πολλά πολλά μαζί του. Ακόμη και ο υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων της Αυτού Μεγαλειότητος επιμένει να κρατά τις αποστάσεις του. «Αυτό που πρέπει να γνωρίζετε», προειδοποιεί τους εκπροσώπους του διεθνούς Τύπου, «είναι ότι ο Κρις είναι πολύ παράξενος. Ξέρετε τους ρόλους που έχει υποδυθεί στον κινηματογράφο… Ετσι είναι λίγο – πολύ και στην πραγματικότητα. Δεν είναι εύκολο να καθήσεις δίπλα του στη λιμουζίνα. Ούτε εγώ δεν μπαίνω στη λιμουζίνα του».


Ο ίδιος αναγνωρίζει πλέον τις ιδιορρυθμίες που του καταλογίζουν ­ «μου είναι εντελώς αδύνατο να παίξω ένα συνηθισμένο άνθρωπο». Ενα μεγάλο μέρος της ευθύνης για το φαύλο του ρεπερτορίου του φέρει η μάλλον πρόωρη διείσδυσή του στον κόσμο του θεάματος. Ηταν μόλις τριών ετών ­ εν έτει 1946 ­ όταν άρχισε να μαθαίνει τη λέξη «στούντιο». Τότε όπου ακόμη και το όνομά του ήταν διαφορετικό ­ όχι Κρίστοφερ, αλλά Ρόναλντ (εμπνευσμένο από τον βρετανό αστέρα του βωβού Ρόναλντ Κόλμαν). Το σπίτι του στο Κουίνς της Νέας Υόρκης αντηχούσε από τις πρόβες τζενεράλε της μητέρας του, μιας σπιρτόζας νοικοκυράς με μοναδικό πάθος τις σόου μπίζνες. Ο φούρνος του κυρίου Γουόκεν στο πιο κάτω τετράγωνο δεν ήταν βεβαίως ο κατάλληλος χώρος για τους τρεις φιλομαθείς γιους της ­ δίπλα στον Ρόνι, ο Γκλεν και ο Κεν. Σε λίγο άρχισαν ομοθυμαδόν να φιλοξενούνται σε διαφημιστικούς καταλόγους με είδη προικός για μπόμπιρες. Πάνω από 90 τηλεοπτικά σόου κάνουν κάθε εβδομάδα την εμφάνισή τους στην αμερικανική τηλεόραση και ο επτάχρονος Ρόνι είναι ήδη στο «κόλπο» ­ «Howdy Doody», «Philco TV Playhouse», «The Colgate Comedy Hour». Στα 10 του χρόνια έχει δει αρκετές μαϊμούδες πάνω σε μοτοσικλέτες, μπόλικα κορίτσια από σποτάκια φθοριούχας οδοντόκρεμας και κάμποσους αδηφάγους κάμεραμεν.


Χωρίς βέβαια να παραλείπει τις υπόγειες διαδρομές ως το Professional Children’s School του Μανχάταν. Το γυμνάσιο γυναικοκρατούμενο ­ «είχα την αίσθηση ότι ζούσα με 40 αδελφές». Ανάμεσα στους λιγοστούς άρρενες συμμαθητές του οι Σαλ Μίνεο, Φράνκι Λίμον, Μπράντον ντε Γουάιλντ και Μάρβιν Χάμλις. Και οι τέσσερις κάτι σαν ιδανικοί αυτόχειρες. Ο Σαλ έπαιξε στον «Επαναστάστη χωρίς αιτία» και στον «Γίγαντα» ­ είναι άραγε τυχαίο ότι πρόκειται για τις δύο από τις τρεις μοναδικές ταινίες του Τζέιμς Ντιν; ­ για να χαθεί ύστερα εντελώς. Ο Γουόκεν θα μάθει πολύ αργότερα ότι ο παιδικός του φίλος δολοφονήθηκε σε ηλικία 37 ετών. Ο Φράνκι ήταν μόλις 14 όταν το γκρουπ του, οι «Teenagers», διεκδίκησε πρώτες θέσεις στους πίνακες των τότε μουσικών επιτυχιών με το εφηβικό σουξέ «Why Do Fools Fall in Love»; Ενα χρόνο μετά ήταν ηρωινομανής. Οσο για τον Μπράντον έκανε ένα πέρασμα στον «Ανθρωπο της χαμένης κοιλάδας» (1953) του Τζορτζ Στίβενς για να σκοτωθεί σε αυτοκινητικό δυστύχημα στα 30 του χρόνια.


Στις αρχές της δεκαετίας του ’50 ο Ρόνι έχει ήδη στο ενεργητικό του εμφανίσεις δίπλα στους Ντιν Μάρτιν, Σιντ Σίζαρ και Τζέρι Λιούις. Και όμως, στα 16 του δηλώνει πεισματικά αναποφάσιστος. Σε λίγο εγκαταλείπει το Κουίνς για να στεφθεί θηριοδαμαστής στο περιοδεύον τσίρκο κάποιου κυρίου με το όνομα Τέριλ Τζάκομπς· μάλιστα ο άτεκνος ιμπρεσάριος με το κατακρεουργημένο από τις δαγκωματιές των λεόντων σώμα σπεύδει να τον βαφτίσει Τέριλ Τζάκομπς Τζούνιορ. Ο εξοπλισμός του είναι πλήρης: πορφυρό σακάκι, παντελόνι ιππασίας, μπότες, μαστίγιο ­ τα ιδεώδη φετίχ κάθε επίδοξου Φεράρα, Λιντς και Κρόνενμπεργκ μαζί. Το νούμερό του περιλαμβάνει επιδερμικές συναλλαγές με μια ξεδοντιασμένη λέαινα ονόματι Σέμπα. Το κοινό τους αποθεώνει.


Η μαθητεία στο τσίρκο δεν θα κρατήσει πάνω από δύο μήνες. Ούτε ο ίδιος ξέρει πώς και γιατί βρέθηκε εκεί. Από τότε όμως αποφάσισε να μην ξαναπάρει ποτέ τον εαυτό του στα σοβαρά ­ «και βέβαια να μην ξανακάνω ποτέ τέτοια δουλειά». Από θηριοδαμαστής μεταλλάσσεται σε γητευτή της μεγάλης οθόνης, το αυτονόητο επάγγελμα για ένα Αμερικανάκι που δεν έπαθε ποτέ κολύμπι και μπέιζμπολ. Το ντεμπούτο του θα γίνει το 1971 στη «Μεγάλη ληστεία της Νέας Υόρκης» του Σίντεϊ Λιούμετ. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο γνωρίζει εκ των προτέρων ότι θα απορριφθεί στο δοκιμαστικό του «Love Story» (αναρωτιέται κανείς τι μορφή θα είχε η απόλυτη ιστορία αγάπης των 70ς αν ο Γουόκεν είχε «κλέψει» τον ρόλο του Ράιαν Ο’ Νιλ). Αλλωστε ούτε τον Ρωμαίο θα υποδυθεί ποτέ. Ακολουθούν τα «Happiness Cage» (1972) και «Το κυνήγι της δόξας» (1975). Δύο χρόνια αργότερα ο ρόλος του παρανοϊκού αδελφού της Νταϊάν Κίτον Ντουέιν στον «Νευρικό εραστή» του Γούντι Αλεν ­ αλησμόνητη η σκηνή όπου εξηγεί στον εμβρόντητο Αλεν πόσο πολύ του αρέσει να οδηγεί ενάντια στο ρεύμα.


Ο «Ελαφοκυνηγός» του Μάικλ Τσιμίνο θα σημάνει το πρώτο του Οσκαρ β’ ανδρικού ρόλου και την επίσημη ένταξή του στο κλαμπ των βαρέων βαρών ­ Ρόμπερτ ντε Νίρο, Αλ Πατσίνο και σία. Ο ίδιος όμως δεν θα πάψει ποτέ να θεωρεί σταθμό στην καριέρα του τον ρόλο του «Παπουτσωμένου γάτου» στη μουσική διασκευή του ομώνυμου έργου: «Είναι μία από τις καλύτερες ερμηνείες μου. Πρόκειται για την υπέροχη ιστορία ενός γάτου που φοράει ένα ζευγάρι μπότες και μεταμορφώνεται σε άνθρωπο. Στο πρωτότυπο έργο ο γάτος απλώς περπατάει και μιλάει. Εδώ όμως κόβει βόλτες ένας αληθινός γάτος στα χρώματα του πορτοκαλί και του άσπρου, ο οποίος σε λίγο γίνεται εγώ. Είχα βάψει τα μαλλιά μου κόκκινα, είχα βάλει μουστάκι και έμοιαζα πραγματικά με γάτα. Χόρευα και τραγουδούσα. Είχε πολύ πλάκα».


Ο Κρίστοφερ Γουόκεν ­ στο μεταξύ έχει μετονομασθεί χάρη στην εφευρετικότητα της Monique Van Vooren με την οποία χορεύει για ένα φεγγάρι σε ένα νάιτ κλαμπ ­ είναι πλέον έτοιμος να σκορπίσει τον πανικό. Οι ρόλοι της ανησυχητικά διαταραγμένης προσωπικότητας του ταιριάζουν γάντι. Ο Ανθρωπος που έχει ένα Σχέδιο, ο παραπληγικός μαφιόζος που υποδύθηκε μόλις πέρυσι στην ταινία «Οι ωραίοι δεν πεθαίνουν στο Ντένβερ», είναι ενδεικτικός των δυνατοτήτων του. Σελίδες ολόκληρες σεναρίου και ο «νονός» παγωμένος, ακίνητος, να κατακεραυνώνει με το βλέμμα τον Τζίμι τον Αγιο (Αντι Γκαρσία). «Απλώς στέκεται εκεί, μόνο του ένα κεφάλι που κρατάει το βλέμμα σου πάνω του», λέει ο σκηνοθέτης της ταινίας Γκάρι Φλέντερ. «Πόσους άλλους γνωρίζετε που μπορούν να το κάνουν αυτό; Ο Νίκολσον ναι. Ισως και ο Πατσίνο. Μόνο που ο Γουόκεν μπορεί να το κάνει συνέχεια. Δεν χρειάζεται παρά να κάθεσαι και να τον κοιτάζεις».


Σήμερα ο Κρίστοφερ Γουόκεν δεν έχει φίλους. Κάθεται στο σπίτι με τη σύζυγο και τις γάτες του και περιμένει ρόλους. Αυτή είναι η ζωή του τα διαλείμματα ανάμεσα στο «Μιλάγκρο, η γη της σύγκρουσης» (1988), στον «Βασιλιά της Νέας Υόρκης» (1990), στην «Επιστροφή του Μπάτμαν» (1992), στον «Ιλιγγιώδη έρωτα» (1993). Κυκλοφορεί με μια μαύρη Κάντιλακ που θυμίζει επιεικώς νεκροφόρα, κάνει πάντα ο ίδιος τα ψώνια στο σουπερμάρκετ καθ’ ότι υποχόνδριος στα είδη διατροφής, μιλάει για τον Ελβις ­ για την πρώτη φορά που τον είδε στο «Sullivan Show» και το θεατρικό έργο που έγραψε για εκείνον. Διακαής πόθος του να παίξει έναν ήρωα, γιατί όχι έναν Τζέιμς Μποντ; Την απάντηση δεν τη δίνει το physique του, αλλά μια τυχαία συνάντηση που είχε με ένα φίλο από τα παλιά. Εξερχόμενοι της σκοτεινής αιθούσης, μόλις είχαν δει μαζί το «Οι ωραίοι δεν πεθαίνουν στο Ντένβερ», ο φίλος εξανέστη: «Θεέ μου… (σ.σ.: αναφερόμενος στον ρόλο του Γουόκεν). Δεν έξω ξαναδεί χειρότερο χαρακτήρα στη ζωή μου…».


Για τους χαμένους ήρωες


Ποτέ δεν έχω παίξει τον ήρωα. Ποτέ. Ενας διάσημος ηθοποιός του κινηματογράφου με ρώτησε κάποτε: «Μα καλά, για πες μου, αλήθεια πεθαίνεις σε κάθε ταινία;». Το σκέφτηκα λίγο και του απάντησα: «Ναι». Μου είπε: «Ξέρεις κάτι; Εγώ ποτέ δεν έχω πεθάνει». Δεν παραπονούμαι που μονοπωλώ τους ρόλους κακών. Ετσι κερδίζω το ψωμί μου. Θα ήθελα όμως να παίξω κάποτε και έναν ήρωα. Θα ήθελα, για παράδειγμα, να γίνω μια φορά ένας Τζέιμς Μποντ. Κανένας όμως δεν πρόκειται ποτέ να μου το προτείνει.


Για τους εκτός στούντιο κινδύνους


Οδηγώ πολύ προσεκτικά. Προτιμώ να περιορίζω τα ρίσκα στον χώρο της δουλειάς μου. Σε καμία περίπτωση δεν θα ανέβαινα σε μοτοσικλέτα. Και πολύ αμφιβάλλω αν θα ίππευα ξανά άλογο για τις ανάγκες μιας ταινίας. Είναι επικίνδυνο. Υπάρχουν πράγματα που απλά καλό είναι να αποφεύγονται. Κάθε φορά που βλέπω κάποιον να κάνει μπάντζι τζάμπινγκ ή να επιχειρεί πτώση με αλεξίπτωτο, το μόνο που σκέφτομαι είναι: «Ενας ακόμη μαλάκας». Δεν μπορώ να καταλάβω ποιο το νόημα για όλα αυτά ­ εκτός βέβαια και αν η χώρα σου βρίσκεται σε εμπόλεμο κατάσταση.


Για τα παιδικά χρόνια στην TV


Εκείνη την εποχή (σ.σ.: στις αρχές της δεκαετίας του ’50) η τηλεόραση ήταν γεμάτη εκπομπές του τύπου «Δείτε τις ΗΠΑ μέσα από τη Σεβρολέτ σας». Τα περισσότερα προγράμματα είχαν να κάνουν με την αμερικανική οικογένεια ­ εμάς, τα παιδιά, μας χρησιμοποιούσαν σαν έπιπλα. Οποια σκηνή και αν είχαν να γυρίσουν, έπαιρναν ένα τσούρμο μπόμπιρες και τους «κολλούσαν». Μας τοποθετούσαν παντού γιατί ήξεραν ότι, όπως και να γίνει, ο κόσμος λατρεύει τα παιδιά. Ομολογουμένως τα παιδικά μου χρόνια ήταν κάπως ασυνήθιστα αλλά και απίθανα. Ηταν για μένα αληθινό σχολείο ­ ένα άλλου είδους σχολείο.


Για την καριέρα του στο τσίρκο


Δούλεψα για δύο μήνες. Ηταν μια παράξενη εμπειρία. Ημουν πιτσιρικάς ακόμη τότε. Είχε όμως πολύ ενδιαφέρον. Από εκεί ξεκίνησα ουσιαστικά. Και είναι αληθινή αυτή η ιστορία. Οταν βλέπαμε τον ιδιοκτήτη του τσίρκου Τάριλ Τζάκομπς ­ τον «μπαμπά», όπως τον αποκαλούσαμε ­ να βγάζει το πουκάμισό του, καταλαβαίναμε πως τα λιοντάρια επέμεναν να τον καταβροχθίζουν για κάτι παραπάνω από 25 χρόνια. Ηταν γδαρμένος παντού. Ετσι έβγαζε το ψωμί του. Δεν ξέρω… Μπορεί απλά να μην ήταν και τόσο δεινός θηριοδαμαστής.


Για ποιον λόγο «έχασε» το «Love Story»


Εκανα ένα δοκιμαστικό για τον ρόλο που κέρδισε τελικά ο Ράιαν Ο’ Νιλ. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί με απέρριψαν τότε. Συνειδητοποίησαν φαίνεται πως ήμουν εντελώς ακατάλληλος.


Για τις επτάψυχες εμμονές του


Δεν έχω χόμπι, δεν έχω παιδιά… Εχω μόνο γάτες. Η αλήθεια είναι ότι, εκτός από τη δουλειά μου, δεν με ενδιαφέρουν και πολλά πράγματα. Συνήθως σπεύδω να αδράξω οποιονδήποτε αξιοπρεπή ρόλο εμφανιστεί στο προσκήνιο. Διαφορετικά το μόνο που μου μένει είναι να κάθομαι άπραγος σπίτι και δεν το αντέχω καθόλου. Δεν λειτουργώ βάσει σχεδίου. Απλά, όταν κλείνομαι στο σπίτι για περισσότερο από δύο εβδομάδες, είμαι διατεθειμένος να παίξω ό,τι να ‘ναι.


Για τη μίνι ψυχανάλυση


Η προσωπικότητά μου καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το γεγονός ότι ανατράφηκα τελείως διαφορετικά από τον περισσότερο κόσμο. Και συνήθως η ιδιαιτερότητα ταυτίζεται πολύ εύκολα με τη φαυλότητα. Πρόκειται για μια φοβική αντίδραση. Οταν δεν καταλαβαίνεις κάτι, είναι φυσικό να το φοβάσαι. Δεν αισθάνομαι όμως ιδιαίτερος. Ειλικρινά…


Για το γέννημα – θρέμμα των σόου μπίζνες


Μεγάλωσα μέσα στις σόου μπίζνες. Και αυτό με κατέστησε διαφορετικό.


Για τον πιο κακό από τους κακούς


Δεν νομίζω ότι έχω υποδυθεί ποτέ ειδεχθέστερο χαρακτήρα (σ.σ.: πρόκειται για τον ρόλο του στην ταινία «Ξένοι στη Βενετία» του Πολ Σρέιντερ, όπου μαχαιρώνει μεταξύ άλλων τον Ρούπερτ Εβερετ). Είναι σαν την αίσθηση που έχεις όταν βρίσκεσαι στο ίδιο δωμάτιο με κάποιον που είναι διανοητικά διαταραγμένος.


Για τον Ντένις Χόπερ, το φιλαράκι


Δεν είναι τυχαίο που πέτυχε η σκηνή του πυροβολισμού (σ.σ.: στον «Ιλιγγιώδη έρωτα» του Τόνι Σκοτ). Πάνω από όλα ο Ντένις ήξερε να με κάνει να γελάω και αυτό ήταν απαραίτητο γι’ αυτό που θέλαμε να γυρίσουμε. Ηταν σημαντικό να μπορώ να διασκεδάζω με έναν τύπο που έπρεπε εντός ολίγου να σκοτώσω. Και νομίζω πως το ίδιο ίσχυε και για εκείνον. Ηταν πιο πολύ ευχάριστη σκηνή, δεν νομίζετε; Και ας τελειώνει με εμένα να τον πυροβολώ στο κεφάλι.