Ημέρες και νύχτες στη γη του Βούδα Ενα πολύχρωμο μείγμα από φυλές και θρησκείες ζει αρμονικά κάτω από τη σκιά των Ιμαλαΐων. Το Κατμαντού των αντιθέσεων, η μεσαιωνική Μπακταπούρ, η θερμή ζούγκλα του Νότου συναρπάζουν τον επισκέπτη
Οι «Θρόνοι των Θεών» είναι πάντα χιονισμένοι και ορθώνονται στον Βορρά. Ετσι έχουν ονομάσει οι ντόπιοι τα επιβλητικά Ιμαλάια που οι πρόποδές τους «σβήνουν» βαθιά μέσα στο Νεπάλ. Η γενέτειρα ενός από τους μεγάλους θεούς της Ανατολής λατρεύει ένα πλήθος ακόμη από θεότητες και έχει «μπερδέψει» γλυκά τον βουδισμό με τον ινδουισμό εδώ και αιώνες, γράφει ο ταξιδιωτικός οδηγός. Προσγείωση. «Κυρίες και κύριοι, καλώς ήλθατε στο Νεπάλ».
Ενοπλοι φρουροί. Είναι οι πρώτοι άνθρωποι που υποδέχονται τον άρτι αφιχθέντα εξ ουρανού επισκέπτη στο αεροδρόμιο του Κατμαντού. Δεκάδες ζευγάρια μάτια παρακολουθούν κάθε κίνηση όσο περιμένεις στην ουρά για σφράγισμα της βίζας και συνάλλαγμα. Εξοδος. Το φως εκτυφλωτικό και ο αέρας μυρίζει καυσαέριο αναβολή για λίγο της προσδοκίας για έναν εξωτικό και «υπανάπτυκτο» παράδεισο… Ενα πλήθος χαρτονένιες καρτέλες με χειρόγραφα ονόματα ξενοδοχείων και εταιρειών αναζητούν τον «άνθρωπό τους». Οι αχθοφόροι είναι τόσο πολλοί που νομίζεις ότι πρόκειται για το πιο σύνηθες επάγγελμα σε αυτή τη χώρα. Οι αποσκευές δεν μένουν στα χέρια των ιδιοκτητών τους παραπάνω από πέντε δευτερόλεπτα. Ολα γίνονται με απίστευτη ταχύτητα γιατί η αστυνομία καραδοκεί να τσακώσει τους αυτοχρισθέντες κουβαλητές. Για το πουρμπουάρ υπάρχει ιδιαίτερη προτίμηση σε οτιδήποτε μη νεπαλέζικο: δολάρια, μάρκα ή «λεφτά από τη χώρα σας». Την ώρα που αναρωτιέσαι τι τύχη θα έχει ένα ελληνικό χιλιάρικο στα βάθη της Ανατολής το τσούρμο των αχθοφόρων διαλύεται απειλούμενο από την ένοπλη περίπολο. Το μεροκάματο τελείωσε αύριο πάλι, που θα έχει πτήση. Ο οδηγός δένει τις βαλίτσες στη σχάρα του ημιφορτηγού-ταξί.
Ο μισός δρόμος για το ξενοδοχείο είναι χωμάτινος. Τα σπίτια με τις ανοιχτές πόρτες, τα κάρα, τα μικρά μαγαζιά, οι άνθρωποι και τα ζώα μοιάζουν και αυτά χωμάτινα. Είναι η φτωχή γειτονιά (μία από τις πολλές) εξηγεί ο ξεναγός. Στην πορεία η σκόνη λιγοστεύει, οι ρόδες πατούν τώρα σε άσφαλτο και τα σπίτια μεγαλώνουν. Στο κέντρο του σύγχρονου Κατμαντού διακρίνονται τα κτίρια της εξουσίας. Πίσω από τον ψηλό λευκό τοίχο με τα κυπαρίσσια κρύβεται το παλάτι. Οπου τοίχος και εξουσία: η διοίκηση του στρατού, τα υπουργεία, τα γραφεία του Κομμουνιστικού Κόμματος. Οι μεγάλες λαϊκές διαμαρτυρίες του 1990 εξανάγκασαν τον βασιλιά να νομιμοποιήσει τα πολιτικά κόμματα και να αναγνωρίσει τη συνταγματική μοναρχία. Τέσσερα χρόνια αργότερα οι κομμουνιστές κέρδισαν τις εκλογές. Οι δρόμοι του Κατμαντού όμως κάθε άλλο παρά «κόκκινη» κυριαρχία θυμίζουν: υπαίθριες αγορές, καταστήματα, εμπορική άνθηση.
Μετά τη στροφή το ξενοδοχείο ξεπροβάλλει σαν μια όαση πέντε αστέρων.
Η Μπακταπούρ
Απογευματινή βόλτα στην Μπακταπούρ, τη μεσαιωνική πόλη των ναών. Στην είσοδο του τοίχους δεκάδες μικρά χεράκια σε περικυκλώνουν προτείνοντας κεχριμπαρένια και χάντρινα βραχιόλια και υφασμάτινα ταγάρια με κεντήματα. Τα παιδιά της πόλης έχουν εξοικειωθεί τόσο πολύ με τους τουρίστες που ξέρουν πώς να φερθούν και τι να περιμένουν. Αν τα κοιτάξεις, σε κυνηγούν ώσπου να αγοράσεις τις χειροτεχνίες τους. Τα περισσότερα είναι ξυπόλυτα ή φορούν σαγιονάρες, τα ρούχα τους όμως είναι «δυτικά»: τζιν, φόρμες, βαμβακερές μπλούζες, μπουφάν. Μοιάζουν από δεύτερο χέρι και λίγο βρώμικα. Λίγο πιο πίσω η μάνα έχει αραδιάσει το εμπόρευμα στο χώμα και παρατηρεί γνέφοντας στον ξένο να επισκεφθεί το «μαγαζί».
«Πρέπει να τα αγνοείτε» μας συμβουλεύει ο ξεναγός και τα διώχνει με αυστηρές λέξεις στη γλώσσα τους. Δεν μπορείς όμως. Σαν να μαγνητίζεσαι από τα ενοχλητικά, αξιολάτρευτα πλάσματα με τα σκοτεινά μάτια.
Τους δίνεις καραμέλες για να φύγουν ευχαριστημένα (η προμήθεια οφείλεται σε φιλική ταξιδιωτική οδηγία που αποδεικνύεται καταστροφική). Η θέα της σακούλας με το αστραφτερό περιτύλιγμα τραβάει σαν μαγνήτης όλα τα πιτσιρίκια σε ακτίνα 50 μέτρων που περικυκλώνουν ασφυκτικά τον ξένο με τα δώρα. Οταν οι καραμέλες τελειώνουν, τα μικρά έχουν στη λίστα του μυαλού τους άλλα ποθητά αντικείμενα. «Στυλό, μολύβι, σπίρτα;» ζητάνε στα αγγλικά.
Η πύλη φανερώνει ένα ζωντανό μουσείο που κατοικείται από 50.000 ανθρώπους. Ευτυχώς βρέθηκαν κάποιοι να προλάβουν και να απαγορεύσουν την κιτς ανάπτυξη στην Μπακταπούρ. Τα αυτοκίνητα σταματούν απ’ έξω. Η εικόνα της πόλης δεν διαφοροποιείται δραματικά από εκείνη που θεωρητικά θα παρουσίαζε και πριν από έξι-επτά αιώνες. Ενας ζωντανός και πολύχρωμος αστικός οικισμός. Το μόνο που έχει αλλάξει είναι τα ρούχα των νεότερων κυρίως ανθρώπων και οι μοτοσικλέτες, που είναι το πιο δημοφιλές και προσιτό ιδιωτικό μέσο μετακίνησης. Οι μαθητές φορούν όλοι στολές όμορφο κατάλοιπο της βρετανικής αποικιοκρατίας. Πουκάμισο, γραβάτα και «κολεγιακό» πουλόβερ. Είναι η ώρα που σχολάνε και περπατούν κουβεντιάζοντας. Τα κορίτσια χαμογελούν στον φακό ναζιάρικα. Εχουν συνηθίσει να γίνονται αξιοθέατα τουριστών (δεν πρέπει να υπάρχει κανείς που να έχει βρεθεί σε αυτή τη χώρα και να μην του έχει συμβεί να χαζεύει τα ενδιαφέροντα προσωπάκια αυτών των παιδιών).
Κάθε δρόμος και πλατεία της Μπακταπούρ έχει και από έναν ή περισσότερους ναούς· τόσους που φεύγοντας την περιγράφεις ως πόλη-ναό. Περπατώντας κινδυνεύεις να γίνεις βλάσφημος αν κατά λάθος πατήσεις ή καθήσεις να ξαποστάσεις πάνω σε κάποια από τις ιερές πέτρες-μνημεία. Μοιάζουν με πεζουλάκια και ξεχωρίζουν από τα μικρά αρωματικά καντήλια που καίνε τριγύρω. Εξω από τον αρχαιότερο ναό κόβει βόλτες ένας ένστολος με λευκό κράνος και οπλισμένος με ξίφος και πιστόλι. Η είσοδος επιτρέπεται μόνο ως τον αυλόγυρο με τη δεξαμενή, από τα σκοτεινά νερά της οποίας αναδύεται η γλυπτή χρυσή κόμπρα. Παρακάτω προχωρούν μόνο οι άντρες πιστοί, αφήνοντας έξω από το άβατο ό,τι δερμάτινο φοράνε: ζώνες, παπούτσια, σακάκια.
Τη διαδρομή συνοδεύουν οι θιβετιανές και νεπαλέζικες μελωδίες που βγαίνουν από τα τουριστικά μαγαζιά δίσκων.
Ηλιοβασίλεμα. Η Μπακταπούρ έχει πάρει μοβ απόχρωση και οι έμποροι άναψαν μικρά φανάρια στον έξω τοίχο του μαγαζιού. Μερικά από τα ξυπόλυτα παιδιά κυνηγούν ακόμη το χέρι του τουρίστα που προηγουμένως τους είχε προσφέρει καραμέλες. Εξω από τους ναούς τα γλυπτά πρόσωπα των ταντρικών θεοτήτων σκιάζονται παράξενα και οι μορφές δεν μοιάζουν πια εύθυμες. Το σκοτάδι σβήνει τον θόρυβο, οι επισκέπτες φεύγουν και η πόλη, ήσυχη, βυθίζεται ξανά πίσω στον χρόνο.
Πασμίνες και κλάμπινγκ
Το Κατμαντού είναι ένα μεγάλο χωριό, αν εξαιρέσεις τους δύο-τρεις κεντρικούς δρόμους. Η λεωφόρος κινδυνεύει να κλείσει ανά πάσα στιγμή αν ένα τρίκυκλο «κολλήσει» ή αν ένα κάρο αναποδογυρίσει χύνοντας το φορτίο του στη μέση του δρόμου. Το καυσαέριο και οι κόρνες συναγωνίζονται αυτά της Αθήνας. Το κορνάρισμα εδώ δεν είναι σημάδι εκνευρισμού αλλά το πλέον συνηθισμένο και φυσιολογικό σινιάλο της γλώσσας του οδηγού προς πάσα κατεύθυνση. Για να φύγει από μπροστά το κάρο, για να προσέξει ο ποδηλάτης, κυρίως όμως για τον διακανονισμό της προτεραιότητας. Παρακαλώ, κορνάρετε (Please, Horn) γράφουν απαραιτήτως στο πίσω μέρος, ακριβώς πάνω από τις πινακίδες, όλα τα φορτηγά αυτοκίνητα που κινούνται στο εθνικό δίκτυο. Το ταξίδι στην Εθνική είναι ένας εφιάλτης Tetris με φορτηγά και κόρνες. Δρόμος μονών (και ούτε) λωρίδων, δεξιά βράχος, αριστερά γκρεμός, φυσικό τοπίο εκπληκτικής ομορφιάς και δύο οχήματα στο ένα εκ των οποίων βρίσκεσαι κινούνται με όλες τις προοπτικές για μετωπική σύγκρουση. Λίγα δευτερόλεπτα προτού συμβεί το μοιραίο μια εκκωφαντική κόρνα ακούγεται και ως διά μαγείας οι οδηγοί έχουν συνεννοηθεί: μπαίνουν ο καθένας στη λωρίδα του και εσύ είσαι ευτυχισμένος που ζεις αφού έχεις βρίσει τον οδηγό στα ελληνικά, ο οποίος προφανώς απορεί για τον εκνευρισμό σου. Η σκηνή επαναλαμβάνεται δεκάδες φορές.
Πίσω στο Κατμαντού και γύρω από το ξενοδοχείο «Yak & Yeti» απλώνεται ένας γυναικείος παράδεισος: οι πασμίνες. Τα μαγαζιά το ένα δίπλα στο άλλο, τα ράφια τους γεμάτα από πασμίνες σε ό,τι χρώμα μπορείς να φανταστείς. Το αντικείμενο του πόθου πολλών γυναικών της Δύσης είναι ένα κομμάτι μαλακό μάλλινο ύφασμα με κρόσσια στο τελείωμα που φοριέται ως εσάρπα ή κασκόλ και συχνά φωτογραφίζεται μαζί με την κοσμική ιδιοκτήτριά του σε πάρτι και γκαλά. Το φτωχό προβατάκι βέβαια που έβοσκε ανέμελο στα οροπέδια του Νεπάλ δεν φανταζόταν ποτέ ότι το τρίχωμά του είναι τόσο ζηλευτό και πολύτιμο για μερικές κυρίες στη μακρινή Ευρώπη οι οποίες πληρώνουν 150.000-200.000 δραχμές για να το αποκτήσουν. Στο Νεπάλ θα τους έβγαινε πολύ πιο φθηνά. Μέση τιμή πασμίνας: 45 δολάρια.
Απόπειρα ανίχνευσης της νυχτερινής ζωής στην πρωτεύουσα. Δύο τετράγωνα από το ξενοδοχείο βρίσκεται το καλύτερο κλαμπ της πόλης, στέκι των γόνων πλουσίων οικογενειών. Εξω παρκαρισμένα τα ακριβότερα αυτοκίνητα που κυκλοφορούν στη χώρα (δηλαδή, καινούργια Nissan). Στην είσοδο σωματικός έλεγχος. Οι σκάλες οδηγούν σε ένα υπόγειο που θυμίζει συνοικιακή «ντισκοτέκ» του ’80. Φωτορυθμικά, πίστα και μπάλα με καθρέφτες. Ο d.j. παίζει περυσινά χιτ και ένα ποτ πουρί από τα κλασικά ροκ και ποπ. Καθόλου άσχημα (οι προσδοκίες ενός κλάμπερ για το Κατμαντού δεν είναι και οι μεγαλύτερες). Η πίστα περιστοιχίζεται από ένα ξύλινο κιγκλίδωμα. Για κάποιον λόγο που δεν καταλαβαίνεις, οι άνθρωποι της ασφάλειας του μαγαζιού δεν σου επιτρέπουν να καθήσεις πάνω σε αυτό ή να ακουμπήσεις εκεί το ποτό σου. Κατά τα άλλα, όλα είναι γνώριμα: τα καμάκια, οι παρέες στα τραπέζια, οι μοναχικοί πότες. Η σημειολογία της νύχτας είναι διεθνής. Συνέχεια της βραδιάς στο καζίνο του ξενοδοχείου, το μόνο «ξενυχτάδικο».
Σαφάρι με ελέφαντες
Αλλαγή πορείας προς αναζήτηση του εξωτικού Νεπάλ. Η μετακίνηση προς Νότο γίνεται πετώντας με σκάφος των εγχώριων αερογραμμών. Ο συνδυασμός ελικοφόρου αεροπλάνου και νεπαλέζικης υπαίθρου φέρει συνειρμό του τύπου «Ο Ιντιάνα Τζόουνς και οι κυνηγοί της χαμένης κιβωτού» συναρπαστικό και επικίνδυνο. Τελικά οι μόνες «απώλειες» του ταξιδιού είναι λίγος πονοκέφαλος και ένα ελαφρώς ανακατεμένο στομάχι.
Το τζιπ διασχίζει το ποτάμι για να μπει στην περιοχή του εθνικού βασιλικού πάρκου Τσιτουάν. Το νερό φθάνει σχεδόν ως το παράθυρο. Λίγα δευτερόλεπτα ευχάριστης περιπέτειας. Σε κάποια από τα χωριά της ζούγκλας οι άνθρωποι σπάνια βλέπουν ξένους. Κάποιοι από τους χωρικούς, που δεν έχουν συναντήσει λευκούς ποτέ στη ζωή τους, σε περιεργάζονται με τα μάτια και χαμογελάνε. Εδώ το πείραμα με τις καραμέλες δεν έχει το ίδιο αποτέλεσμα. Τα παιδιά δεν έχουν «διαφθαρεί» από τους πειρασμούς του δυτικού πολιτισμού. Κοιτάζουν το γλυκό στην παλάμη τους, το δέχονται, δεν ζητάνε άλλο και φεύγουν μόνα τους.
Το απόγευμα πέφτει ομίχλη που κρατάει ως το πρωί. Το ξενοδοχείο είναι στη μέση του πουθενά λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα αρχίζει η ζούγκλα. Μια από τις ατραξιόν του πάρκου είναι η βόλτα με τους ελέφαντες. Το πράγμα όμως δεν είναι όσο δελεαστικό και εξωτικό ακούγεται αφού οι υπέροχοι και μεγαλοπρεπείς γίγαντες σηκώνουν στην πλάτη τους πέντε επιβάτες ο καθένας, μαζί με τον οδηγό, με αποτέλεσμα να λυπάσαι το ζωντανό (εφόσον διαθέτεις φιλοζωικά αισθήματα) και να μην απολαμβάνεις τη διαδρομή. Τα παχύδερμα μπαίνουν στο ποτάμι και έρχονται αντιμέτωπα με μια παρέα συμπαθών ρινόκερων, που μοιάζουν τρομοκρατημένοι μάλλον από την εισβολή των καβαλάρηδων παρά από τους ίδιους τους ελέφαντες.
Η είσοδος στη ζούγκλα σε αποζημιώνει. Ο ήχος των ξερόκλαδων που σπάνε στο βαρύ πάτημα του ζώου διακόπτεται μόνο από τα σποραδικά τσιρίγματα των μαϊμούδων και τα κρωξίματα των φτερωτών κατοίκων του δάσους. Η ανθρώπινη φλυαρία θα ήταν ηχορύπανση. Η σωματική παρουσία και μόνο είναι παράταιρη και περιττή. (Πόσες πραγματικότητες υπάρχουν και ποια από όλες βρίσκεται πιο κοντά στο Αληθινό;) Στο Νεπάλ δεν τον γλιτώνεις τον υπαρξιακό προβληματισμό ειδικά την ώρα που είσαι επάνω στον ελέφαντα. Μετά παίρνεις το αεροπλάνο και επιστρέφεις σε μία από τις πραγματικότητες που περιμένουν στην άλλη άκρη του «ανεπτυγμένου» κόσμου.
Διαμονή:
Το Νεπάλ προσφέρει διαμονή για κάθε γούστο και κάθε πορτοφόλι. Για τους αληθινούς εξερευνητές-ταξιδιώτες υπάρχουν πανδοχεία που κοστίζουν μόνο μερικά δολάρια τη βραδιά. Οι λάτρεις της άνεσης και της πολυτέλειας μπορούν να επιλέξουν ένα από τα καλά ξενοδοχεία του Κατμαντού, σαν το «Yak&Yeti».
Χρήματα:
Το επίσημο νόμισμα είναι η νεπαλέζικη ρουπία (1 δολάριο = 27 ρουπίες). Ωστόσο όλα τα καταστήματα δέχονται δολάρια.
Κουζίνα:
Το φαγητό είναι ένα μείγμα ινδικής και κινέζικης κουζίνας, μαγειρεμένο με λάδι και πολλά μπαχαρικά. Αξίζει να το γευθείτε σε παραδοσιακά νεπαλέζικα εστιατόρια, όπου κάθεστε στο χαλί και τρώτε στα χαμηλά, μακρόστενα τραπέζια. Πριν από το γεύμα δοκιμάστε το ποτό που σερβίρουν ως απεριτίφ και μοιάζει πολύ με ρακί.
Φεστιβάλ:
Η καλύτερη εποχή να επισκεφθείτε το Νεπάλ είναι το φθινόπωρο, μεταξύ Οκτωβρίου και Νοεμβρίου. Εκείνη την περίοδο το κλίμα είναι πιο ήπιο και εκτός αυτού θα έχετε την τύχη να παραβρεθείτε σε κάποιες από τις μεγάλες θρησκευτικές γιορτές. Το Φεστιβάλ Dasain διαρκεί δέκα ημέρες και γίνεται τον Οκτώβριο προς τιμήν της θεάς Ντούργκα. Εντυπωσιακό θέαμα προσφέρουν επίσης τα φεστιβάλ Lakshmi-Pura/Tihar, Bhai-Tika και Holi.
Οργανωμένη εκδρομή:
Travel Plan (τηλ. 3238.801-4), Νεπάλ – Θιβέτ 12 ημέρες, τιμή κατ’ άτομο (σε δίκλινο) 925.000 δρχ. Περιλαμβάνονται: αεροπορικά εισιτήρια, διαμονή σε ξενοδοχεία τριών και τεσσάρων αστέρων, πρόγευμα και ένα γεύμα καθημερινά, μεταφορές από/προς αεροδρόμια/ξενοδοχεία, εκδρομές/ξεναγήσεις, βίζα, αχθοφορικά, φιλοδωρήματα, ταξιδιωτική ασφάλιση και ξεναγός του γραφείου. Αναχώρηση από Ανατολικό Αεροδρόμιο Αθήνας, πτήση για Κατμαντού μέσω ενδιάμεσου σταθμού στη Βιέννη. Δεύτερη και τρίτη ημέρα: ξενάγηση στο Κατμαντού και στις πόλεις Μπακταπούρ και Πατάν. Τέταρτη, πέμπτη και έκτη ημέρα: Λάσα, Θιβέτ (επίσκεψη στο αρχαίο παλάτι Ποτάλα, στο μοναστήρι Ντρεπούνγκ και σε άλλα μνημεία). Ογδοη και ένατη ημέρα: Ποκχάρα, λίμνη Φέουα. Επιστροφή στο Κατμαντού, ελεύθερος χρόνος για ψώνια και ξεκούραση. Ενδέκατη ημέρα: αναχώρηση για Βιέννη και Αθήνα.



