«Τώρα λοιπόν δεν βλέπετε ότι το μάτι αγκαλιάζει την ομορφιά ολόκληρου του κόσμου; Ω,
εξαίρετο πράγμα υπέρτερο από καθετί που έχει δημιουργηθεί, ποιοι άνθρωποι, ποιες γλώσσες θα μπορέσουν να περιγράψουν την αληθινή σου λειτουργία; Αυτό είναι το παράθυρο του ανθρώπινου κορμιού, μέσα από το οποίο αντικατοπτρίζεται η πορεία του και καρποφορεί η ομορφιά του κόσμου, εξαιτίας της οποίας η ψυχή παραμένει με ευχαρίστηση στην ανθρώπινη φυλακή της».


Λεονάρντο Ντα Βίντσι



Υπάρχει ένας τρόπος σίγουρος για να εξασφαλίσει κανείς ότι συστηματικά θα αποκλείεται από τους κύκλους των σημερινών «προοδευτικών» διανοουμένων και όσων περισπούδαστων θιασωτών της σύγχρονης τέχνης τούς περιτριγυρίζουν δοξάζοντας τις κατακτήσεις της σύγχρονης ευαισθησίας και αγναντεύοντας en masse την αυγή του 21ου αιώνα. Και αυτός ο τρόπος είναι να μιλάει για τη δυτική τέχνη. Οχι βέβαια αόριστα ­ με το υποκριτικό χαμηλωμένο βλέμμα ενός αυθάδους μαθητή ­ αλλά απολύτως συγκεκριμένα, να μιλάει για το θαύμα που συντελέστηκε στη Δυτική Ευρώπη από την Αναγέννηση ως την κορύφωση του μοντερνισμού. Δεν μιλούμε για πολλούς ανθρώπους. Μάλλον για λιγοστούς, αν σκεφθεί κανείς ότι, ανάμεσα σε όλον τον κόσμο, μιλούμε για τους ανθρώπους που έζησαν στην περιοχή η οποία σήμερα περιλαμβάνει την Ιταλία, την Ολλανδία, την Ισπανία, τη Γαλλία και ­ κάπως χαριστικά ­ τη Βρετανία. Και δεν μιλούμε για πολύν καιρό. Ισα ίσα για 650 χρόνια από τις 10.000 που ­ κατά τις πιο συντηρητικές εκτιμήσεις ­ μετράει ο ανθρώπινος πολιτισμός. Η τέχνη όμως που δημιούργησαν οι λιγοστοί αυτοί άνθρωποι μέσα σε αυτό το περιορισμένο χρονικό διάστημα έχει ψυχή ολότελα διαφορετική από όλη την υπόλοιπη τέχνη που δημιουργήθηκε ποτέ σε όλον τον ανήσυχο κόσμο μας.


Ο Ε. Η. Gombrich το εξέφρασε με απαράμιλλη ακρίβεια: «Η διαφορά ανάμεσα σε αυτό που ο καλλιτέχνης ξέρει και σε αυτό που βλέπει». Οσο απόλυτο (η σύγχρονη διανόηση καταφέρεται συχνά κατά της απολυτότητας ­ βλάπτει, υποστηρίζει, τη νεόφυτη μεταμοντερνιστική οξυδέρκειά της) και αν ακούγεται αυτό, αξίζει λίγους καλοπροαίρετους συλλογισμούς: οποιαδήποτε τέχνη ­ κινεζική, ινδική, περσική, αιγυπτιακή, αρχαία ελληνική, ρωμαϊκή, λατινοαμερικανική ­ δεν είναι άραγε προϊόν μιας συστηματικής εξιδανίκευσης, δεν αποτελεί την απεικόνιση της «ιδέας» που έχει ο δημιουργός για τα πράγματα, την έκφραση δηλαδή όσων «ξέρει» για τον κόσμο που τον περιβάλλει; Δεν αποτελεί συνεπώς την ενσάρκωση ενός ­ του εκάστοτε ­ «τέλειου» συστήματος ιδεών και δεν είναι κατά τούτο η σφραγίδα (ας μου συγχωρηθεί η όποια σκληρότητα) της αφέλειας που ενυπάρχει στον ανθρώπινο πρωτογονισμό; Η δυτική τέχνη, η τέχνη αυτή που γεννιέται με την ταπεινότητα ενός θεϊκού βρέφους μέσα στην πιο σκληρή (μεσαιωνική) συστηματικότητα, είναι η πρώτη και μοναδική τέχνη της ιστορίας που καταπιάνεται με την παράσταση. Οχι με αυτό που ο καλλιτέχνης «ξέρει» αλλά με αυτό που «βλέπει». Οχι με ό,τι του επιβάλλει η παραδομένη σοφία αλλά με αυτό που ο ίδιος είναι σε θέση να διαπιστώσει και, κατά συνέπεια, με έναν κόσμο όπου όλα είναι όπως «φαίνονται» αλλά ­ δυστυχώς ή ευτυχώς ­ ο τρόπος με τον οποίο «φαίνονται» είναι δυσδιάκριτος και περίπλοκος, και απαιτεί παρατήρηση γεμάτη επιμονή, σθένος και σεμνή ευαισθησία.


Αυτές είναι οι καταβολές μας. Είμαστε homines occidentales. Πού οφείλεται λοιπόν η αμέλεια ­ ή, χειρότερα, η υπονόμευση ­ απέναντι στην καταβεβλημένη επιμονή μας, στο σθένος μας και στη σεμνή μας ευαισθησία; Μας έχει τόσο πολύ αποπροσανατολίσει η πρόοδός μας προς την ευκολία; Τα εκπληκτικά σύγχρονα μέσα μας, τα ανεπανάληπτα καινούργια υλικά μας δεν οδηγούν άραγε στο ίδιο σημείο, προς την υπερηφάνεια ενός πολιτισμού που δεν προσπαθεί να κρύψει τη βεβαιότητα της ηγεμονίας του πίσω από τη φαρισαϊκή υποκρισία της παγκοσμιοποιημένης ευαισθησίας; Ας είμαστε δίκαιοι: τα παραδοσιακά υλικά ενέχουν μια κάποια «τρυφερότητα», προερχόμενη ­ αν μη τι άλλο ­ από τον κόπο που χρειάζεται να καταβάλει κανείς για να τα χειριστεί. Οποιοσδήποτε έχει ποτέ προσπαθήσει να σχεδιάσει με κάρβουνο συνειδητοποιεί (όταν κάποια στιγμή κοντεύει να πνιγεί από τα κομματάκια ψίχας ψωμιού που τρίβει με μανία επάνω στο χαρτί του) ότι δεν είναι και τόσο εύκολο να αλλάξει δραστικά ένα σχέδιο όταν έχει προχωρήσει. («Προμηθευτείτε άφθονο φθηνό χαρτί» είναι μια συνήθης συμβουλή.) Η φωτογραφική μηχανή, ο υπολογιστής, τα τυχαία αντικείμενα («found objects») και αυτή καθαυτή η εννοιοκρατία (conceptualism) είναι ­ και αναμένω εναγωνίως την αναπόφευκτη αντίδραση ­ πιο εύκολα στον χειρισμό. Επιπλέον είναι από τη φύση τους πράγματα φωνακλάδικα και θεαματικά, πράγματα τα οποία ­ ακόμη τουλάχιστον ­ δεν έχουν εντυπωμένη στην ψυχή τους την αίσθηση του μέτρου.



Μια έκθεση σύγχρονης τέχνης σε έναν χώρο βεβαρημένο από την ιστορία, τις μνήμες κατακτήσεων και βασάνων, την παράδοση της χειρωνακτικής αντιμετώπισης των υπαρξιακών ερωτημάτων είναι υπόθεση σοβαρή χωρίς αμφιβολία. Η προσπάθεια που γίνεται στο Μοναστήρι Φυρόγια της Σίφνου δηλώνει μια καθ’ όλα παραγωγική ανησυχία για το πώς ακριβώς μπορούμε να συμβιβαστούμε με τα ίδια μας τα συμπλέγματα. Δηλώνει όμως επίσης ότι όσον αφορά τον χειρισμό των σύγχρονων υλικών στην τέχνη είμαστε ακόμη αρχάριοι, αδέξιοι και ­ όπως συμβαίνει συνήθως με τους αρχάριους ­ αδικαιολόγητα επηρμένοι. Η προφανής αντίθεση μεταξύ ενός παλαιού («παραδοσιακού») χώρου και μερικών αντικειμένων που βροντοφωνάζουν ότι κατασκευάστηκαν προχθές δεν αρκεί. Οι 13 καλλιτέχνες της έκθεσης «Πορφυρή Γαία» (Αρθουρ Κράμλις, Γιώργος Γυπαράκης, Δημήτρης Ζουρούδης, Λίζη Καλλιγά, Χάρης Κοντοσφύρης, Πόπη Κρούσκα, Μαρία Λοϊζίδου, Ελένη Λύρα, Δέσποινα Μεϊμάρογλου, Γιάννης Μίχας, Γιάννης Μπουτέας, Αγγελος Σκούρτης και Παντελής Χανδρής) μοιάζουν να έχουν ακολουθήσει κατά γράμμα την πρόταση της επιμελήτριας Μαρίας Μαραγκού: έχουν αντιδράσει με τις παρεμβάσεις τους στον περιβάλλοντα χώρο. Ας μην επιτρέψουμε όμως στον εαυτό μας να μπερδευτεί. Ο χώρος υπάρχει. Είναι εκεί. Οποιο συναίσθημα (ανάταση, κατάνυξη, νοσταλγία, επιθυμία, αποστροφή, πλήξη, οργή) προκαλεί, το προκαλεί μόνος του. Η τέχνη τι κάνει; Ποια είναι η ευθύνη της; Ενα πρόχειρο κοινωνιολογικό σχόλιο (η λέξη «Art» κατασκευασμένη με νέον στη μέση ενός παλιού εργαστηρίου αγγειοπλαστικής) για την απόσταση που χωρίζει τη σύγχρονη ζωή από την παράδοση; Μερικά (κι άλλα;) πήλινα κανάτια; Ενα αρχαιοπρεπές κεφάλι αγάλματος πεταμένο στο χώμα; Το βαρύγδουπο σλόγκαν «παγκοσμιοποιώντας» εν μέσω όμορφων παραλιών, ούζου και χταποδιού στα κάρβουνα;


Το ενθαρρυντικό είναι ότι περιδιαβάζοντας κανείς τα Φυρόγια συναντά ψήγματα σπάνιας ευαισθησίας. Τον Αρθουρ Κράμλις, ο οποίος ­ παρ’ ότι θα επωφελείτο αν σκεφτόταν λιγότερο την εγκατάσταση και περισσότερο τη γλυπτική ­ παρουσιάζει γλυπτά ποτισμένα με μεσογειακή γλύκα, μνημειώδη και ταπεινά συνάμα, τα οποία ακτινοβολούν την προσπάθεια του επισκέπτη ο οποίος διαβλέπει αυτά που οι ιθαγενείς παίρνουν τοις μετρητοίς. Τον Γιώργο Γυπαράκη, ο οποίος με δύο μικρά γλυπτά μάς προκαλεί πραγματικά να παρακολουθήσουμε πόσους αμέτρητους συνειρμούς κρατά ένα αντικείμενο σφιγμένους στην ψυχή του. Και την Ελένη Λύρα, η οποία ­ έχω απόλυτη συναίσθηση της αντιπαραβολής ­ θυμίζει τον Φρα Αντζέλικο με τις ανατατικές μορφές που δημιουργεί, περάσματα από το βάρος της ιστορίας στον σύγχρονο προβληματισμό και σεμνούς ύμνους σε αυτή καθαυτή τη σύλληψη της ομορφιάς.


Η δυτική ψυχή μας μάς βαραίνει. Αλλά δεν πρόκειται (σαν την ενοχή) για έναν σάκο τούβλα τον οποίο μπορούμε απλώς να αποθέσουμε κάτω. Τα σύγχρονα υλικά μάς λύνουν μεν τα χέρια όσον αφορά τη δυσκολία του χρόνου και της εντατικής εξάσκησης, κρύβουν όμως άλλες ­ διόλου ευκαταφρόνητες ­ παγίδες. Ευκταίο θα ήταν ο καλλιτέχνης να μην παραδίδει τον έλεγχο στο υλικό του. Δεν παράγει θέαμα. Παρεμβαίνει στον κόσμο μας και μας διδάσκει πώς να ζούμε. Μια βόλτα στη Φλωρεντία είναι αρκετή για να μας αποκαλύψει τα μνημεία αυτής της εκπληκτικής ευθύνης. Η επαναστατικότητα («Γιατί πρέπει να λατρεύουμε τον Υιό, όταν όλες οι εκκλησίες είναι αφιερωμένες στη Μητέρα;» έλεγε ο Ντα Βίντσι) είναι καρπός κατάφωρης σεμνότητας μπροστά στη δύναμη των πραγμάτων. Οποιος είναι σε θέση να το πραγματοποιήσει ας ανηφορίσει από την Piazza della Signoria προς την Piazza San Marco, προς ένα άλλο μοναστήρι, έναν άλλο χώρο φορτωμένο με μνήμες και ιστορία, και ας χαθεί στις «παρεμβάσεις» ενός καλλιτέχνη μοναχού ο οποίος πριν από 550 χρόνια έδειξε πώς η δεξιοτεχνία και η καινοτομία λάμπουν ως υπηρέτες της σεμνής ­ μα τόσο ασύλληπτα επαναστατικής ­ ευαισθησίας.


Η έκθεση «Πορφυρή Γαία» στο Μοναστήρι Φυρόγια της Σίφνου θα διαρκέσει ως τις 24 Αυγούστου.