Γιατί είναι τόσο μεγάλος ζωγράφος ο Ρέμπραντ; Γιατί, από όλους όσοι έχουν αφήσει το βαθύ σημάδι τους στην ιστορία της τέχνης, αποτελεί ίσως την περίπτωση την πιο μοναδική; Δεν έχει το προνόμιο να έχει φιλοτεχνήσει τα πιο γνωστά έργα στο ευρύ κοινό – ακόμη και ο πιο διάσημος πίνακάς του, η «Νυχτερινή περίπολος» (ή, όπως είναι ο ακριβής τίτλος, «Ο λόχος πολιτοφυλακής του λοχαγού Φρανς Μπάνινγκ Κοκ»), δεν πλησιάζει καν, ας πούμε, τη θέση της «Μόνα Λίζα» του Λεονάρντο. Ούτε ήταν η ζωή του Ρέμπραντ (1606-1669) τόσο ασυνήθιστα ταραχώδης ή η συμπεριφορά του τόσο εκκεντρική ώστε σε τέτοια εξωκαλλιτεχνικά γνωρίσματα να έχει οικοδομηθεί ένας μύθος που να συντηρεί τη φήμη του. Επιπλέον, οι λόγοι για τους οποίους ο Ρέμπραντ φτάνει να θεωρείται ακόμη ακόμη ο μεγαλύτερος ζωγράφος της Ιστορίας μοιάζουν σχεδόν ισχνοί, τεχνικοί, άσχετοι με το πραγματικό του μεγαλείο, όταν κανείς προσπαθήσει να τους διατυπώσει με ακρίβεια.


Ισως αυτό που έχει γραφτεί με αφορμή το περίφημο μανίκι στη φορεσιά της «Εβραίας νύφης» – της διπλής προσωπογραφίας που βρίσκεται στο Ρικςμουζέουμ του Αμστερνταμ – να αποτελεί την πιο επιτυχημένη διατύπωση που μπορώ να θυμηθώ: η ζωγραφική του Ρέμπραντ μοιάζει με γεωλογική διαδικασία, χτισμένη σαν οροσειρά που αναδιπλώνεται μέσα σε χιλιάδες χρόνια.


Δεν είναι ακριβώς η τεχνική δεξιότητα της ζωγραφικής του – μολονότι υπάρχει – ούτε το γεγονός ότι φορές φορές αδυνατούμε να καταλάβουμε ακριβώς πώς έχει κατασκευάσει το ένα ή το άλλο· το ζήτημα δεν είναι καθόλου τεχνικό. Πρόκειται περισσότερο για μια αίσθηση ανεξήγητης πυκνότητας, ενός οικοδομήματος όπου το κάθε στοιχείο είναι ερμητικά «κλειδωμένο» πάνω σε αυτό που βρίσκεται δίπλα του και αυτό με τη σειρά του στο διπλανό και ούτω καθ’ εξής από τη μια άκρη της επιφάνειας ως την άλλη.


Τα χαρακτικά έργα του Ρέμπραντ αποτελούν εξαιρετικά παραδείγματα αυτής της πυκνότητας που είναι ίσως το πιο ουσιαστικό χαρακτηριστικό της τέχνης του. Απρόσμενη αλλά μοναδική συγκυρία συνιστά το γεγονός ότι το Μουσείο Μπενάκη τούτες τις ημέρες φιλοξενεί ενενήντα ένα τέτοια χαρακτικά έργα, τα οποία δανείστηκε από το Μουσείο Ρέμπραντχαους του Αμστερνταμ. Το Μουσείο Ρέμπραντχαους δεν είναι άλλο από το σπίτι που αγόρασε ο Ρέμπραντ το 1639, πέντε χρόνια μετά τον γάμο του με τη Σάσκια Υλενμπουργκ, εξαδέλφη του Χέντρικ Υλενμπουργκ, του εμπόρου που διακινούσε πολλά από τα έργα του ζωγράφου. Τα έργα θα παραμείνουν στην Αθήνα δύο περίπου μήνες, όσο το Ρέμπραντχαους ανακαινίζεται με στόχο να ξαναπάρει τη μορφή που είχε όταν το κατοικούσαν ο Ρέμπραντ και η Σάσκια.


Στην έκθεση μπορεί κανείς να θαυμάσει γυμνά, θρησκευτικά θέματα, τοπία, σκηνές κυνηγιού, μάχες, αυτοπροσωπογραφίες του ζωγράφου, καθώς και προσωπογραφίες του πατέρα του, της Σάσκια και του γιου τους Τίτου (η Σάσκια είχε χάσει τρία παιδιά πριν από τη γέννηση του Τίτου, το 1641· πέθανε και η ίδια έναν χρόνο αργότερα, βυθίζοντας τον Ρέμπραντ σε μεγάλη θλίψη).


H μεγάλη παραγωγή χαρακτικών έργων στις δεκαετίες του 1640 και του 1650 συνδέεται ίσως με το γεγονός ότι τα οικονομικά του προβλήματα οδήγησαν τον Ρέμπραντ στη χρεοκοπία το 1656. H σύνδεση μεταξύ χαρακτικών και χρεοκοπίας δεν προκύπτει μόνο από την εμπορική αξία των έργων αυτών (όπως φαίνεται, ας πούμε, στην περίπτωση της περίφημης θρησκευτικής σκηνής, που επονομάζεται «Το χαρακτικό των εκατό φιορινιών», φιλοτεχνημένης ανάμεσα στο 1643 και στο 1649) αλλά και από το γεγονός ότι πολλά από τα μοντέλα είναι άνθρωποι που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο βοήθησαν τον ζωγράφο στην περίοδο της δυσκολίας του. H εμμονή του ζωγράφου στη χαρακτική, την περίοδο αυτή, συνδέεται επίσης με την επιστροφή του στις αυτοπροσωπογραφίες μετά από διακοπή μιας δεκαετίας περίπου. Συνδέεται επίσης με ένα ενδιαφέρον για τα τοπία, κάποια από τα οποία θυμίζουν τον τρόπο που είχε αποδώσει τις στέγες του Αμστερνταμ αρκετά χρόνια ενωρίτερα.


Είναι ευλόγως δύσκολο να διαπιστώσει κανείς κατά πόσον η μάλλον σκοτεινή διάθεση που διακρίνει τα χαρακτικά των δεκαετιών του 1640 και του 1650 οφείλεται στις προσωπικές δυσκολίες του ζωγράφου. Το βέβαιον είναι ότι μετά τον θάνατο της γυναίκας του ο Ρέμπραντ αντιμετώπισε προοδευτικά ολοένα περισσότερα προβλήματα, είδε τις σχέσεις του με την Αυλή της Χάγης σχεδόν να διαλύονται, τον αριθμό των μαθητών του να μειώνεται και τα οικονομικά του να χειροτερεύουν ως τη χρεοκοπία. Τα υπάρχοντά του – ανάμεσά τους και διάφορες συλλογές με έργα συγχρόνων του ζωγράφων αλλά και με διάφορα αντικείμενα, όπλα, βιβλία κτλ. – βγήκαν σε πλειστηριασμό, καθώς ο ίδιος βυθιζόταν όλο και περισσότερο στην απομόνωση. Μολονότι δέχτηκε ορισμένες σημαντικές παραγγελίες κατά την τελευταία δεκαετία της ζωής του, δεν ήταν αρκετές, και η διάθεση της τέχνης του παρέμεινε σχεδόν σαρκαστικά σκοτεινή, όπως φαίνεται και σε ορισμένα από τα τελευταία χαρακτικά του.


Γράφεται μερικές φορές ότι αυτό που είναι πάνω από όλα ελκυστικό στα χαρακτικά του Ρέμπραντ είναι το ότι μοιάζουν αβίαστα σαν σκίτσα. Παρ’ ότι κάτι τέτοιο ισχύει για ορισμένα, σε καμία περίπτωση δεν ισχύει για όλα ή για τα καλύτερα. Πράγματι τα χαρακτικά του – όπως και τα σχέδιά του και οι πίνακές του άλλωστε – ενίοτε επιδεικνύουν την εκχειλίζουσα ευχέρειά του. Ωστόσο τα πιο εξαίρετα ανάμεσά τους δεν είναι καθόλου ανάλαφρα αλλά είναι βαριά και βαθιά, χτισμένα με μεγάλους, πλατείς όγκους, με γενικές τονικές σχέσεις που συγκεντρώνονται σε δύο ή τρία μεγάλα τμήματα του έργου. Και ίσως η μεγαλύτερη ομορφιά τους είναι σε αυτές τις παχύρρευστες σκιές, τις τόσο πυκνές και συμπαγείς, που ωστόσο δεν είναι ποτέ ολόμαυρες αλλά μέσα από κάθε ολόψυχη χαρακιά της βελόνας αφήνουν πάντα να περνά λίγο, ελάχιστο φως.


H έκθεση «Rembrandt. Χαρακτικά από το Μουσείο Rembrandthuis του Αμστερνταμ» στην αίθουσα Σπυρίδωνος και Ευρυδίκης Κωστοπούλου του Μουσείου Μπενάκη (Κουμπάρη 1) θα διαρκέσει ως τις 12 Δεκεμβρίου. Ωρες λειτουργίας: 09.00-15.00. Είσοδος: 6 ευρώ, 3 ευρώ (φοιτ., υπερήλικοι), Πέμπτη δωρεάν. Πληροφορίες στο τηλ. 210 3671.000.