«Μια μποτίλια στη θάλασσα»



Οι ώρες που επισκέπτομαι καλλιτέχνες στο εργαστήριό τους είναι για μένα οι ωραιότερες της εβδομάδας μου. Δεν είναι μόνο επειδή αυτή είναι η δουλειά μου και τη δουλειά μου την απολαμβάνω. Είναι επειδή οι επισκέψεις αυτές μου δίνουν την ευκαιρία να δω έναν δημιουργό εκεί όπου ζει και αναπνέει, να νιώσω την αεικίνητη σκέψη του που – σαν την μπογιά – έχει ποτίσει τους τοίχους και τα πατώματα, και αυτό μου δημιουργεί ένα συναίσθημα πλήρωσης και ανακάλυψης, το οποίο με πολύ λίγα πράγματα, στη δική μου ζωή τουλάχιστον, μπορεί να συγκριθεί.


Ο Γιάννης Μιχαηλίδης επιτείνει αυτό το συναίσθημα. Το επιτείνει διότι αμέσως μόλις τον αντικρίσεις συμβαίνει το εξής απρόσμενο: τον πιστεύεις. Οταν ξεκινήσαμε να κουβεντιάζουμε, όταν εκστόμισε αυτή την κουβέντα, «ο χώρος μου», είχα την αίσθηση ότι μιλάμε για κάτι απολύτως βιωμένο, απολύτως απαραίτητο, απολύτως «δικό του».


Το εργαστήρι είναι σε μια παλιά πολυκατοικία στου Μακρυγιάννη, ευρύχωρο αλλά πολύ σεμνό. Την ώρα που πήγα ο ήλιος τρύπωνε από τα παράθυρα και άφηνε οξέα, αχνιστά ίχνη στο ξύλινο πάτωμα. Ο ζωγράφος έψησε έναν ωραίο ελληνικό καφέ και η κουβέντα μας γινόταν αβίαστα, έξω από την κοινότοπη, ξύλινη μορφή της συνέντευξης, σαν να γνωριζόμασταν και απλώς να είχαμε να τα πούμε πολύν καιρό. Αναρωτήθηκα τι σημαίνει «ο χώρος μου». Ποιος είναι ο «χώρος» του Γιάννη Μιχαηλίδη;


«Κοιτάξτε, όλοι τον “χώρο μας” ζωγραφίζουμε» είπε ο ζωγράφος. «Τον τόπο μας. Τα “δικά μας” πράγματα. Για μένα αυτό ξεκίνησε από τη στιγμή που συνειδητοποίησα ότι δεν θα μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο στη ζωή μου εκτός από ζωγραφική. Ο δικός μου χώρος λοιπόν είναι η Σκιάθος όπου γεννήθηκα, ο Βόλος όπου μεγάλωσα και τελικά η Αθήνα όπου ήρθα στο τέλος του ’50. Η Σκιάθος είναι φυσικά η θάλασσα, το Αιγαίο, αλλά και τα πλοία τα οποία ταξιδεύουν και μετά αποσύρονται και πεθαίνουν σκουριασμένα πια στον ταρσανά. Στον Βόλο μετά βρήκα μια βιομηχανική πόλη η οποία παρήκμαζε. Και τέλος στην Αθήνα, όλες αυτές οι αφίσες στον δρόμο, κολλημένες η μία πάνω στην άλλη και σκισμένες, πάλι μου έδωσαν αυτή την αίσθηση της φθοράς. Εγώ τα σκέφτομαι όλα αυτά σαν μια μεταλλαγμένη νεκρή φύση. Από τα παλιότερά μου έργα διαγράφεται η πρόθεσή μου, στην καινούργια μου δουλειά όμως, μολονότι επανέρχονται οι ίδιες χρωματικές κλίμακες, αισθάνομαι ότι παραπέμπω, ότι αποκαλύπτω τις πηγές μου».


Καθώς μιλούσε παρατήρησα ότι τα τελάρα του τα είχε φτιάξει ο ίδιος, ότι είχε ο ίδιος τελαρώσει το πανί. (Πολλοί ζωγράφοι προτιμούν πια να αγοράζουν τα τελάρα τους έτοιμα και το πανί με αυτή την έτοιμη, γυαλιστερή προετοιμασία όπου το χρώμα δεν πιάνει και η σπάτουλα γλιστράει σαν παλιά σόλα στο παρκέ.) Του το είπα και πρόσθεσα ότι μου φαίνεται πως απολαμβάνει τη διαδικασία της ζωγραφικής. «Αυτό είναι σωστό» μου απάντησε ο Μιχαηλίδης. «Η διαδικασία της ζωγραφικής είναι αυτό που απολαμβάνω. Η ζωγραφική είναι κάτι που σε κάνει να περνάς ωραία όταν ασχολείσαι μαζί της». Ποιος θα μπορούσε να διαφωνήσει, σκέφτηκα. Η ζωγραφική όμως δεν είναι παρά μια κατά μόνας ηδονή; Γιατί κάνει ο Γιάννης Μιχαηλίδης έκθεση; Για να γνωστοποιήσει ότι κάποιες ώρες την ημέρα έχει έναν τρόπο να «περνάει ωραία»; «Α, όχι» μου απάντησε. «Οχι μόνο σκέφτομαι την ώρα που ζωγραφίζω αυτούς που θα δουν το έργο, αλλά έχω στο μυαλό μου συγκεκριμένους ανθρώπους. Λέω, ας πούμε, τι θα έλεγε ο φίλος μου ο Νίκος για αυτό ή εκείνο; Κοιτάξτε, η ζωγραφική είναι μια μποτίλια στη θάλασσα. Την πετάμε και σίγουρα ελπίζουμε ότι κάποιος θα βρεθεί να τη μαζέψει».


Ρώτησα τον Γιάννη Μιχαηλίδη αν θα τον πείραζε να προσπαθήσει, επιγραμματικά, να μου πει με λέξεις αυτό που προσπαθεί να φτιάξει στο τελάρο. «Δεν υπάρχουν λέξεις γι’ αυτά τα πράγματα» είπε. «Αυτά είναι αισθήματα. Αλλά αν χρειαζόταν να πω κάτι θα έλεγα ότι αυτό που προσπαθώ είναι το υλικό μου να προσεγγίσει την ύλη». Του είπα ότι, για κάποιο λόγο, αυτή η κουβέντα του μου έφερε στο μυαλό τον Βερμέερ. Χαμογέλασε. «Σωστά» είπε. «Αν, ας πούμε, ζωγραφίζουμε ένα ποτήρι ή ένα γυμνό, θέλουμε να τοποθετήσουμε ένα χρώμα πάνω στον μουσαμά που να μην είναι ένα άσπρο ή ένα ροζ, αλλά να είναι γυαλί ή σάρκα. Στον Βερμέερ που είπατε κυριαρχεί ένα διάβασμα που κάνει την κλωστή να είναι κλωστή, το χαλί να είναι χαλί. Αυτός δουλεύει ένα χρώμα λαδιού αλλά όταν το κολλήσει πάνω στον μουσαμά γίνεται, ας πούμε, ύφασμα».


Είναι δύσκολο, σκέφτηκα, για πολλούς να αντιληφθούν τη σχέση που μπορεί να έχει ο Βερμέερ με μια ζωγραφική ανεικονική, σαν αυτή του Μιχαηλίδη. Γιατί άραγε επέλεξε την ανεικονικότητα; «Ολα ξεκινούν από την ανάγκη να κάνεις αυτό που ξέρεις, αυτό που μπορείς» μου απάντησε. «Ο χώρος, ο τόπος για τον οποίο λέγαμε στην αρχή. Εγώ αυτό μπορώ να κάνω. Οταν είσαι νέος, όταν ξεκινάς, έχεις την ανάγκη να αφήσεις το σημάδι σου, να δείξεις ότι υπάρχει κάτι που το κάνεις καλά. Μετά βέβαια μπορεί να εμφανίζονται και άλλα πράγματα, να γίνεσαι πιο επαγγελματίας, αλλά αυτό το στοιχείο παραμένει».


Η λέξη «επαγγελματίας» με τάραξε λίγο. Ξέρω ότι ο Γιάννης Μιχαηλίδης για χρόνια έφτιαχνε κορνίζες για τα προς το ζην. «Κοιτάξτε» είπε. «Θεωρώ τον εαυτό μου καλλιτεχνικό ζώο. Πάντοτε ήθελα να ζωγραφίζω. Δεν έχει όμως σημασία τι αναγκάστηκα να κάνω στη ζωή μου για να ζήσω. Εχω μάθει τόσα πράγματα με τόσες δουλειές που έκανα, έχω μαζέψει τόσες εμπειρίες από τόπους που είδα. Σημασία έχει ότι όλα ήταν μέρος της ζωής μου».


Ηρθε η ώρα να φύγω. Και καθώς έφευγα είχα μια εικόνα στο μυαλό μου· μια μποτίλια ξεβρασμένη να περιμένει κάποιον να την σηκώσει, καθώς χτυπιέται ξανά και ξανά από το κύμα του βαθυγάλανου, ποιητικού Αιγαίου.


Η έκθεση ζωγραφικής του Γιάννη Μιχαηλίδη με τίτλο «Ο ήχος της σκουριάς» στην γκαλερί «Νέες Μορφές» (Βαλαωρίτου 9, Αθήνα, τηλ. 010 3616.165) εγκαινιάζεται στις 12 Μαρτίου και θα διαρκέσει ως τις 6 Απριλίου.