ΤΟΥΛΟΥΖΗ. Κλειστό από το 2000 λόγω ανακαίνισης το παρισινό Μουσείο της Orangerie είχε τη γενναιοδωρία να δανείσει τους καλλιτεχνικούς θησαυρούς του σε διάφορα μουσεία όχι μόνο της Γαλλίας αλλά και της Ισπανίας, των Ηνωμένων Πολιτειών, του Καναδά και της Αυστραλίας. Τώρα στην Τουλούζη εκτίθενται ως τις 15 Μαρτίου οι 14 πίνακες του Πολ Σεζάν από τη συλλογή Βαλτέρ-Γκιγιόμ – η οποία αποτελεί και την κυριότερη «περιουσία» του Μουσείου της Orangerie – προτού επιστρέψουν στη βάση τους. Πρόκειται για μερικά από τα διασημότερα έργα του Σεζάν τα οποία αποτελούν μέρος της περίφημης συλλογής Βαλτέρ-Γκιγιόμ, την οποία, μετά τον θάνατο και του δευτέρου συζύγου της, η Ντομενικά Βαλτέρ, πρώην χήρα του Πολ Γκιγιόμ, παραχώρησε στο γαλλικό κράτος με την προϋπόθεση να στεγαστεί σε ένα αυτόνομο μουσείο. Ετσι δημιουργήθηκε το Μουσείο της Orangerie στον Κεραμεικό το οποίο στέγασε τους 130 πίνακες που είχαν συλλέξει ο γκαλερίστας Πολ Γκιγιόμ και ο αρχιτέκτονας Ζαν Βαλτέρ με τη βοήθεια της επίσης φιλότεχνης συζύγου τους. Οι 14 αυτοί πίνακες καταδεικνύουν ακόμη μία φορά την καλλιτεχνική ιδιοφυΐα του Σεζάν, του «πατέρα του μοντερνισμού», δασκάλου και εμπνευστή των μεγαλυτέρων ζωγράφων του 20ού αιώνα. Διάσημος για τις νεκρές φύσεις του, τα τοπία του και τις προσωπογραφίες του, ο Πολ Σεζάν ως το τέλος της ζωής του διατηρούσε αμφιβολίες για την τέχνη του, μολονότι όλοι οι ομότεχνοί του, από τον Μονέ ως τον Ρενουάρ, τον θεωρούσαν δάσκαλό τους και η ιστορία της τέχνης τον θεωρεί τον θεμελιωτή του μοντερνισμού. Λίγο προτού πεθάνει, τον Οκτώβριο του 1906, στα 67 του χρόνια, ο Πολ Σεζάν έγραφε: «Μελετάω πάντα εκ του φυσικού και νομίζω ότι έχω κάποια μικρή πρόοδο». Το Γουέστ επί σκηνής
ΤΟΥΡΙΝΟ. Σαλούν, καβγάδες με πιστολίδι, ποταμοί μπίρας και ουίσκι, δανδήδες και καθάρματα στα τραπέζια του πόκερ, καβαλάρηδες πιστολέρο και στάντμεν που πηδούν από τις στέγες των σπιτιών. Ολα αυτά στη σκηνή του Teatro Regio, όπου ως τις 4 Φεβρουαρίου παρουσιάζεται η όπερα του Πουτσίνι Το κορίτσι της Δύσης. H παραγωγή είναι της Οπερας του Λος Αντζελες με τη σκηνοθεσία του Τζιανκάρλο Ντελ Μόνακο, γιου του θρυλικού τενόρου. Μετά την αποτυχία της πρεμιέρας της Μαντάμα Μπατερφλάι στη Σκάλα του Μιλάνου το 1904, ο εξωτισμός του Τζιάκομο Πουτσίνι από την Ανατολή στράφηκε στην εποποιία της Αγριας Δύσης των Ηνωμένων Πολιτειών. Εμπνευσή του το θεατρικό έργο του Αμερικανού Ντέιβ Μπελάσκο The Girl of the Golden West («Το κορίτσι της χρυσής Δύσης»), το οποίο διασκεύασαν σε λιμπρέτο οι Κάρλο Τσανγκαρίνι και Γκουέλφο Τσιβινίνι. Το κορίτσι της Δύσης πρωτοπαρουσιάστηκε στη Μητροπολιτική Οπερα της Νέας Υόρκης στις 10 Δεκεμβρίου 1910 και γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Πρόκειται φυσικά για μια ιστορία αγάπης αλλά, ενώ ολόκληρη η όπερα σφύζει από πάθη και βία, δεν υπάρχει ούτε ένας νεκρός. Στο τέλος ο έρωτας της ωραίας και ατίθασης ιδιοκτήτριας σαλούν Μίνι (Τζιοβάνα Κασόλα, στη φωτογραφία) για τον επικηρυγμένο τυχοδιώκτη Ντικ Τζόνσον (Αλεξάντρου Αγκάτσε) θριαμβεύει. Ο μέρμηγκας και ο τζίτζικας στο θέατρο
ΠΑΡΙΣΙ. Μεγάλο καλλιτεχνικό γεγονός θεωρείται για τους Παριζιάνους το ανέβασμα των Μύθων του Λα Φοντέν στην Comedie-Francaise, σκηνοθετημένων από τον Ρόμπερτ Γουίλσον. Ο διάσημος αμερικανός σκηνοθέτης ανέθεσε στην εγκατεστημένη στο Παρίσι γερμανίδα θεατρική συγγραφέα Ελεν Χάμερ, η οποία συνεργάζεται με τον Γουίλσον εδώ και 15 χρόνια, να διαβάσει τους 245 μύθους που έγραψε ο Ζαν ντε Λα Φοντέν, εμπνευσμένος από τον Αίσωπο, και να προτείνει τους πλέον αντιπροσωπευτικούς. Ετσι οι Μύθοι του Λα Φοντέν, που θα παίζονται ως τις 15 Μαρτίου, ξεκινούν με το Ερωτευμένο Λιοντάρι, από την εποχή όπου οι άνθρωποι και τα ζώα μπορούσαν ακόμη να συνομιλούν μεταξύ τους, και φτάνουν ως τη στιγμή όπου οι Σύντροφοι του Οδυσσέα, μεταμορφωμένοι σε ζώα, αρνούνται να ξαναγίνουν άνθρωποι. Αφηγήτρια είναι η Κριστίν Φερσέν, η οποία παρεμβαίνει συχνά στη ροή της παράστασης, είτε για να τονίσει το ηθικό δίδαγμα του μύθου είτε για να υποδυθεί τον γέρο πλέον Λα Φοντέν, ο οποίος αναπολεί τις ιστορίες του. Φαίνεται ότι πρόκειται για μια συναρπαστική παράσταση όπου με τη μαγική μπαγκέτα του Ρόμπερτ Γουίλσον ο Τζίτζικας, το Μυρμήγκι, ο Λύκος, το Αρνί, το Λιοντάρι, ο Βάτραχος, το Βόδι, ο Κόρακας, η Αλεπού και όλος ο ζωολογικός κήπος του Λα Φοντέν αναβιώνουν στη σκηνή με τρόπο γοητευτικό. H μουσική επένδυση της παράστασης είναι του Μάικλ Γκαλάσο, του συνθέτη της μουσικής της ταινίας Ερωτική επιθυμία. H γοητεία της αφαίρεσης
ΛΟΝΔΙΝΟ. Ο ρουμανικής καταγωγής Γάλλος Κονσταντέν Μπρανκούζι (1876-1957) είναι ένας από τους θεμελιωτές της μοντέρνας γλυπτικής και ένας από τους πρώτους που εισήγαγαν την αφαίρεση σε αυτή την τέχνη. Ως τις 23 Μαΐου η Tate Modern παρουσιάζει έκθεση με έργα αντιπροσωπευτικά όλης της καλλιτεχνικής διαδρομής του Μπρανκούζι. Στην έκθεση περιλαμβάνονται από το περίφημο Φιλί του 1907-08, έργο-σταθμό της μοντέρνας γλυπτικής, τη γλυκυτάτη Κοιμωμένη Μούσα (1909-10), το λαξευμένο αβγό και την Απαρχή του κόσμου, το οποίο υποβάλλει την ιδέα της γονιμότητας και τους πανάρχαιους μύθους για την προέλευση του Σύμπαντος, ως τις θλιμμένες μορφές των Δαναΐδων (1913) και το ποιητικό Πουλί στο διάστημα (1932-40), το οποίο είναι ένα λεπτεπίλεπτο φτερό πουλιού από χρωματιστό μάρμαρο. Στην έκθεση επίσης υπάρχουν και μερικά έργα του Μπρανκούζι σκαλισμένα σε ξύλο, καθώς και αρκετά γλυπτά του σε χαλκό. Γιος αγρότη, ο Μπρανκούζι αρχικά έμαθε την τέχνη του ξυλουργού και μετά έγινε λιθοξόος. Το 1898 γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών στο Βουκουρέστι αλλά τελικά αποφάσισε, το 1910, να εγκατασταθεί μόνιμα στο Παρίσι, όπου ο Αύγουστος Ροντέν τού πρότεινε να γίνει βοηθός του. Ο Μπρανκούζι όμως αρνήθηκε την προσφορά του μεγάλου Ροντέν και ακολούθησε τον δύσκολο αλλά δικό του δρόμο.



