Με τη βοήθεια ειδικών εφέ και ηλεκτρονικών υπολογιστών επιστρέφει στον κινηματογράφο ένας από τους πιο διάσημους καλτ ήρωές του Η ιστορία ενός τέρατος
Δύο ουσιαστικά και ακαταμάχητα προσόντα είχε να επιδείξει ο Ισίρο Χόντα το 1954, όταν εκλήθη να σκηνοθετήσει ταινία τρόμου και ανυπέρβλητης φρίκης στα ιαπωνικά στούντιο Τόχο: πρώτον, τη συναρπαστική περί τα τεχνικά δεξιότητά του (χάρη στην οποία άλλωστε είχε εξασφαλίσει επί μισθώ τη μόνιμη θέση βοηθού σκηνοθέτη δίπλα στον μεγάλο Ακίρα Κουροσάβα) και, δεύτερον, τις πολύτιμες και από πρώτο χέρι εμπειρίες του σε πανωλεθρίες και καταστροφικές καταστάσεις. Εχοντας υπηρετήσει τρεις θητείες κληρωτού στον Αυτοκρατορικό Ιαπωνικό Στρατό, όχι μόνον έζησε τον βομβαρδισμό του Τόκιο αλλά και επ’ αρκετόν διετέλεσε αιχμάλωτος πολέμου στην Κίνα. Αιχμάλωτος ήταν την εποχή που σάρωσαν την πατρίδα του οι αμερικανικές ατομικές βόμβες και ένα χρόνο αργότερα βρέθηκε και ο ίδιος στη Χιροσίμα, όπου απέκτησε ιδίαν άποψη της φοβερής καταστροφής.
Ως κορύφωση της ταινίας ο παραγωγός του ήθελε ένα τέρας που θα εξασφάλιζε το θεαματικότερο μακελειό στους δρόμους του Τόκιο και επ’ αυτού ο Χόντα δεν είχε κανένα πρόβλημα: αφού ζητούσαν το τέλος του κόσμου, θα το είχαν και ο ίδιος πολύ καλά γνώριζε τι σημαίνει Συντέλεια και Δευτέρα Παρουσία.
Τέτοιο τεφαρίκι δεν θα μπορούσε να το αφήσει ανεκμετάλλευτο το Χόλιγουντ αλλά είναι αμφίβολο το κατά πόσον οι ευτυχείς θεατές του αμερικανικού «Γκοτζίλα» είχαν γνώση του ιαπωνικού προτύπου. Και γιατί άλλωστε; Μέσα στα 50 χρόνια που πέρασαν από τη δημιουργία της πρώτης ταινίας, ο Γκοτζίλα μεταμορφώθηκε από τέρας της Αποκαλύψεως σε πλακατζίδικο πλασματάκι, με τις αλλεπάλληλες εμφανίσεις του ακόμη και σε τηλεοπτικά σόου, ιδίως σε χιουμοριστικές εκπομπές αμερικανικής ποιότητας. Και οι ίδιοι οι Ιάπωνες άλλωστε με την πάροδο των ετών σχεδόν εξημέρωσαν το τερατάκι τους με σκοπούς πάντα εμπορικούς. Ετσι ο βάναυσος Γκοτζίλα μεταμορφώθηκε σχεδόν σε προστάτη της ανθρωπότητας.
Και όμως ο αρχικός Γκοτζίλα (Γκοζίρα στα γιαπωνέζικα) ήταν μία από τις πιο φρικιαστικές φιγούρες που ευτύχησε να απολαύσει το ιαπωνικό φιλοθέαμον κοινό. Το ίδιο το όνομά του προέρχεται από το παρατσούκλι κάποιου ευτραφούς υπαλλήλου των στούντιο Τόχο που σημαίνει μισός γορίλας και μισός φάλαινα αλλά ευθύς εξαρχής διευκρινίστηκε ότι το τέρας αυτό ήταν αποτέλεσμα των βιολογικών διεργασιών που προκάλεσε η ατομική βόμβα, δηλαδή αυτό το απάνθρωπο όπλο μόνο ένα εξίσου απάνθρωπο πλάσμα θα μπορούσε να δημιουργήσει. Ετσι και μόνο στο διάστημα της πρώτης προβολής της πρώτης ταινίας πάνω από δέκα εκατομμύρια Ιάπωνες έσπευσαν να παρακολουθήσουν με ανοικτό το στόμα το φοβερό αυτό τέρας να ισοπεδώνει απτόητο την πρωτεύουσά τους.
Η τεράστια εμπορική επιτυχία της πρώτης ταινίας εκ των πραγμάτων δημιούργησε προϋποθέσεις συνέχειας. Ετσι το 1955 βγήκε στις αίθουσες η «Αντεπίθεση του Γκοτζίλα» ενώ επτά χρόνια αργότερα γυρίστηκε και τρίτη συνέχεια υπό τον τίτλο «Κινγκ Κονγκ εναντίον Γκοτζίλα» που σάρωσε σε Ανατολή και Δύση. Από εκεί και πέρα μυριάδες ήσαν οι μιμητές.
Βεβαίως η αθρόα προσέλευση των θεατών επέβαλε την τυποποίηση του Γκοτζίλα και επιπλέον τη σταδιακή εξημέρωσή του προκειμένου να εξασφαλισθεί η πλήρης εμπορευματοποίηση με παραγωγή τερατόμορφων καταναλωτικών προϊόντων. Ως παιχνίδι πλέον ο Γκοτζίλα όφειλε να γίνει και αυτός παιχνιδιάρης, τρυφερούλης, χαδιάρης. Κοντολογίς, το μάρκετινγκ τον κατάντησε καλό! Τα βάρβαρα ένστικτά του για τελευταία φορά εκδηλώθηκαν το 1964 στην ταινία «Γκοτζίλα εναντίον Μότρα» ενώ σε αυτές που ακολούθησαν το τέρας εμφανίζεται αυτόχρημα αγαθοεργό και όχι μόνο δεν εξολοθρεύει ανθρώπινα πλάσματα αλλά πολεμάει άλλα τέρατα, όπως π.χ. τον Γκιγκάν ή τον Μεγκαλόν, για να σώσει τελικά την ανθρωπότητα. Στο αποκορύφωμα μάλιστα της αγαθοποιού εξέλιξής του αποκτά και… απόγονο (οπότε περίτρανα αποδεικνύεται ότι τελικά δεν είναι Γκοτζίλα αλλά Γκοτζίλαινα), ένα αρσενικό εύχαρες και στο έπακρον σκανδαλιάρικο τερατάκι, τον Μίνια.
Σιγά σιγά όμως η ιστορία εκφυλίστηκε. Παραλλήλως τα κεφάλαια που διατίθενται για τις νέες ταινίες μειώνονται με την πάροδο του χρόνου ακολουθώντας την πτώση των εισιτηρίων. Αποτέλεσμα: οι περιπέτειες του Γκοτζίλα γίνονται όλο και πιο ανούσιες, καθώς μάλιστα χρησιμοποιούνται κατά κόρον πλάνα από τις προηγούμενες ταινίες στις επόμενες. Κάποια στιγμή ο ίδιος ο Χόντα αποφασίζει να αποχωρήσει βαριεστημένος, αφήνοντας διαδόχους στο πόδι του, οι οποίοι στρέφονται αναφανδόν προς τη δυτική κουλτούρα αναζητώντας έμπνευση.
Ετσι φθάνουμε στο κύκνειο άσμα του τέρατος που γυρίστηκε το 1975 υπό τον τίτλο «Ο τρόμος του Μεγκαγκοτζίλα».
Η αμερικανική έκδοση του Γκοτζίλα
Παρ’ όλο που ο προϋπολογισμός ξεπέρασε τα 150 εκατ. δολάρια, ο χολιγουντιανός Γκοτζίλα γυρίστηκε ουσιαστικά με τις ίδιες μεθόδους που είχαν χρησιμοποιήσει οι Ιάπωνες αλλά σε πολύ πιο εξελιγμένη μορφή. Με άλλα λόγια, η TriStar χρησιμοποίησε ειδικά εφέ με ηλεκτρονικούς υπολογιστές και μακέτες. Για να αποκτήσει το τέρας πιο φυσικές κινήσεις, ο σκηνοθέτης Ρόλαντ Εμεριχ προτίμησε το σύστημα εξομοίωσης που λειτουργεί ως εξής: ένας ηθοποιός φοράει ειδική ολόσωμη φόρμα καλωδιωμένη με 72 ακροδέκτες μετάδοσης φωτεινού σήματος που είναι συνδεδεμένοι με το πρόπλασμα του τέρατος το οποίο έχει κατασκευασθεί με ψηφιακή τεχνολογία. Ετσι οι κινήσεις που κάνει ο άνθρωπος μεταφέρονται με απόλυτη ακρίβεια στο εικονικό τέρας.
Ας σημειωθεί ότι οι προσπάθειες των Αμερικανών για την «αντιγραφή» του Γκοτζίλα άρχισαν πολύ νωρίς: ήδη από το 1957 η ΑΒ-ΡΤ αποφάσισε να ξαναγυρίσει την «Αντεπίθεση του Γκοτζίλα» με αμερικανούς ηθοποιούς. Επελέγη μάλιστα το Σαν Φρανσίσκο ως πόλη που θα καταστρεφόταν, ως πλέον πρόσφορο για να μπορούν να χρησιμοποιηθούν πλάνα από την ιαπωνική ταινία, με το πρόσχημα ότι επρόκειτο για την Τσάιναταουν. Δυστυχώς η εταιρεία χρεοκόπησε προτού προλάβει να γυρίσει την ταινία.
Στη συνέχεια διάφορες αμερικανικές εταιρείες διανομής απέκτησαν τα δικαιώματα εκμετάλλευσης των ταινιών της Τόχο επιφέροντας τις απαραίτητες μεταβολές. Προστέθηκαν νέες σκηνές με αμερικανούς ηθοποιούς προκειμένου να αλλάξουν οι εντυπώσεις με κύριο μέλημα την απάλειψη μιας ενοχλητικής για τους Αμερικανούς λεπτομέρειας. Πράγματι, το φοβερό τέρας δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι αποτέλεσμα βιολογικής μετάλλαξης που είχε ως αιτία την αμερικανική ατομική βόμβα! Οσο για τον μεταγλωττισμό, οι φωνές των γιαπωνέζων ντουμπλαρίστηκαν στο στούντιο από αμερικανούς ηθοποιούς που «δάνεισαν» τη φωνή τους με ευτράπελα ενίοτε αποτελέσματα.
Από τις επανεκδόσεις αυτές δεν έλειψαν τα λάθη. Για παράδειγμα, πολλοί σκοτωμένοι εμφανίζονταν σε επόμενες σκηνές ολοζώντανοι (!) από λάθος των μοντέρ, οι οποίοι νόμιζαν, ως φαίνεται, ότι οι θεατές στη Δύση δεν είναι σε θέση να ξεχωρίζουν διαφορές στα χαρακτηριστικά προσώπου των Ιαπώνων, προφανώς μέσα στο πνεύμα της κοινής πεποίθησης «όλοι οι κίτρινοι είναι ίδιοι».
Πάντως όλες αυτές οι απομιμήσεις επηρέασαν στο σύνολό της τη νέα γενιά των αμερικανών κινηματογραφιστών, από τον Τιμ Μπάρτον ως τον Αλεξ Κοξ, ο οποίος μάλιστα έστειλε ανοικτή επιστολή (στις αρχές της δεκαετίας του ’90) στην Τόχο όπου εξέθεσε τα σχέδιά του για ξαναγύρισμα της αρχικής ταινίας. Τελικά, αυτό που έκανε την TriStar να προχωρήσει στην εξασφάλιση δικαιωμάτων από την Τόχο ήταν η επιτυχία του «Τζουράσικ Παρκ», της γνωστής ταινίας που σκηνοθέτησε ένας ακραιφνής οπαδός του Γκοτζίλα, ο Στίβεν Σπίλμπεργκ. Στο κάτω κάτω, και ο ίδιος ο Γκοτζίλα είδος δεινοσαύρου δεν είναι; Τελικά, το 1995 η TriStar ανέθεσε το γύρισμα του νέου Γκοτζίλα στην ομάδα Εμεριχ – Ντέβλιν, που έχει επίσης στο ενεργητικό της το «Σταργκέιτ» και την «Ημέρα Ανεξαρτησίας».
Ας σημειωθεί ότι το «Τζουράσικ Παρκ» σημείωσε τεράστια επιτυχία και στην Ιαπωνία, παρ’ όλο που ήταν σκληρός ο ανταγωνισμός με το «Γκοτζίλα εναντίον Μότρα», το τελευταίο δημιούργημα της δεύτερης γενιάς ταινιών με τέρατα. Κι όσο για τον Αμερικανό Γκοτζίλα (στις αμερικανικές αίθουσες βγήκε στις 20 Μαΐου), οι παραγωγοί φρόντισαν να επαναλάβουν την πετυχημένη συνταγή μάρκετινγκ του «Τζουράσικ Παρκ», δηλαδή η μορφή του τέρατος δεν μαθεύτηκε παρά μόνο μετά την προβολή της ταινίας.



![Ποια σχολεία θα είναι κλειστά λόγω του καιρού; [Λίστα]](https://www.tovima.gr/wp-content/uploads/2024/01/28/sxoleia-90x90.jpg)