Οι Ελληνες που κράτησαν στα χέρια τους το πολυπόθητο αγαλματάκι και τα πιο παράξενα περιστατικά στην ιστορία του θεσμού
Τα έχουν χλευάσει και τα έχουν εκθειάσει. Για άλλους είναι για γέλια, σε μερικούς προκαλούν κλάματα και για πολύ, πάρα πολύ κόσμο τα Οσκαρ αποτελούν πολύ σοβαρή υπόθεση. Η Entertainment Data Inc. υποστηρίζει ότι η βράβευση μιας ταινίας με το Οσκαρ καλύτερης παραγωγής σημαίνει αυτομάτως 30 εκατ. δολάρια συν στα έσοδά της. Αυτό είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση. Από την άλλη πλευρά, ενώ δύο ταινίες του Λουίς Μπουνιουέλ κέρδισαν το Οσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης παραγωγής, εκείνος υποστήριζε ότι τίποτε δεν θα ήταν πιο ταπεινωτικό για την ηθική του από ένα Οσκαρ. Αντε τώρα να βγάλεις άκρη…
Στους περισσοτέρους βέβαια ο θεσμός αρέσει. Τι αρέσει; Υποθέτω ότι αρέσει κυρίως το «μπούγιο» των συγκεντρωμένων διασημοτήτων που, αν μη τι άλλο, δεν παύει να κινεί την ανθρώπινη περιέργεια. Στο κάτω κάτω, δεν παύει να είναι ένα σόου. Ε, λοιπόν, ως σόου θα το αντιμετωπίσουμε εδώ ανατρέχοντας σε 10 χαρακτηριστικά ευτράπελα της παρασκηνιακής ιστορίας του θεσμού. Επί τη ευκαιρία, όμως, καλό θα ήταν να φρεσκάρουμε λιγάκι και τη μνήμη μας σε ό,τι έχει σχέση με την κάθε άλλο παρά ασήμαντη παρουσία των Ελλήνων στα Οσκαρ. Η χώρα μας άλλωστε εν μέρει δίνει και εφέτος το παρών. Ο Αλεξάντερ Πέιν, σκηνοθέτης του «Election» και διεκδικητής του Οσκαρ διασκευασμένου σεναρίου, είναι ελληνικής καταγωγής και το πραγματικό επώνυμό του είναι… Παπαδόπουλος. Αυτό κάθε άλλο παρά ευτράπελο είναι…
Μάνος Χατζιδάκις (1925-1994)
Κέρδισε το Οσκαρ καλύτερου τραγουδιού για την ταινία «Ποτέ την Κυριακή» (1960).
Μία υποψηφιότητα, ένα Οσκαρ. Φυσικά για το ομότιτλο τραγούδι, το «Ποτέ την Κυριακή», που σιγοτραγουδιέται ακόμη. Γνώμη μας είναι ότι αυτό το Οσκαρ ήταν η στοιχειώδης επιβράβευση για έναν τόσο σημαντικό δημιουργό και πως, αν ο Χατζιδάκις εργαζόταν στη Δύση, θα είχε κερδίσει πολύ περισσότερα. Πάντως ο Χατζιδάκις είχε γράψει τη μουσική για πολλές ταινίες, ελληνικές και ξένες. Παραπάνω από 45 συνθέτουν τη φιλμογραφία του και ανάμεσά τους η «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη, το «Σουίτ μούβι» του Ντούσαν Μακαβέγεφ, ακόμη και ένα γουέστερν, το «Μπλου» του Σίλβιο Ναριτσάνο.
Ηλίας Καζάν (γενν. 1909)
Κέρδισε το Οσκαρ σκηνοθεσίας για τις ταινίες «Συμφωνία κυρίων» (1947) και «Το λιμάνι της αγωνίας» (1954).
Επτά υποψηφιότητες, δύο Οσκαρ. Ο πατέρας ή τουλάχιστον ένας από τους γονείς της αμερικανικής σχολής υποκριτικής του Actor’s Studio, ο σκηνοθέτης που έκανε παγκοσμίως γνωστά τα ονόματα Μάρλον Μπράντο και Τζέιμς Ντιν, ο καταδότης του μακαρθισμού. Μια έντονη προσωπικότητα που έχει διχάσει ως ιδιώτης και έχει αγαπηθεί ως σκηνοθέτης. Πέρυσι κέρδισε το τιμητικό βραβείο «Ιρβινγκ Τζ. Θάλμπεργκ», γεγονός που από ό,τι είδαμε στενοχώρησε πολλούς. Υπήρξε επίσης υποψήφιος για το Οσκαρ σκηνοθεσίας των ταινιών «Λεωφορείον ο Πόθος» (1951), «Ανατολικά της Εδέμ» (1955) και «Αμέρικα, Αμέρικα» (1963). Το «Αμέρικα, Αμέρικα» ήταν επίσης υποψήφιο για το Οσκαρ καλύτερης ταινίας, με τον Καζάν συμπαραγωγό (σε αυτόν θα δινόταν αν κέρδιζε.) Μία ακόμη υποψηφιότητα για την ίδια ταινία ήταν εκείνη του σεναρίου γραμμένου κατευθείαν για την οθόνη.
Βαγγέλης Παπαθανασίου (γενν. 1943)
Κέρδισε το Οσκαρ πρωτότυπης μουσικής για την ταινία «Οι δρόμοι της φωτιάς» (1981).
Μία υποψηφιότητα, ένα Οσκαρ. Ο Vangelis, όπως είναι ευρύτερα γνωστός ο Βαγγέλης Παπαθανασίου, έχει συνθέσει μουσική για παραπάνω από 30 ταινίες για να κερδίσει το πολυπόθητο αγαλματίδιο στην πιο επιφανή και επική όλων. Ηταν η καλύτερη δουλειά του; Προσωπικά προτιμούμε εκείνη στο «Μπλέιντ Ράνερ» του Ρίντλεϊ Σκοτ, για να μην αναφερθούμε σε παλαιότερες και περισσότερο αγαπημένες συνθέσεις, όπως στο γαλλικό ντοκυμαντέρ «Η επανάσταση των ζώων» (1972). Για τους «Δρόμους της φωτιάς» πάντως «νίκησε» τον Τζον Γουίλιαμς («Οι κυνηγοί της χαμένης κιβωτού»), τον Ράντι Νιούμαν («Ραγκτάιμ»), τον Ντέιβ Γκρούσιν («Χρυσή λίμνη») και τον βετεράνο Αλεξ Νορθ («Dragonslayer»). Αυτό και μόνο είναι μεγάλη τιμή.
Βασίλης Φωτόπουλος (γενν. 1934)
Κέρδισε το Οσκαρ καλλιτεχνικής διεύθυνσης – σκηνικών για ασπρόμαυρη ταινία, για τον «Αλέξη Ζορμπά» (1964).
Μία υποψηφιότητα, ένα Οσκαρ. Και αν κρίνουμε από τα λεγόμενα του ίδιου του Βασίλη Φωτόπουλου, μια μεγάλη «παρεξήγηση». Εξηγούμεθα: ο Βασίλης Φωτόπουλος έκανε και τα 75 σκηνικά της ταινίας του Ελία Καζάν «Αμέρικα, Αμέρικα» (1962), μόνο που ο τελευταίος αφαίρεσε τελικά από τους τίτλους της ταινίας το όνομά του, παρά τους όρους που υπήρχαν στο συμβόλαιο. Κατά συνέπεια, παρέμεινε μόνο εκείνο του Αμερικανού Τζιν Κάλαχαν που είχε την επιμέλεια των σκηνικών αντικειμένων (props). Οταν ο κ. Φωτόπουλος ρώτησε τον Καζάν γιατί το έκανε, εκείνος, πάντα σύμφωνα με τον σκηνογράφο, αντερώτησε: «Μα ποιος θα πίστευε ότι αυτά τα σκηνικά έγιναν από ένα ελληνόπουλο;».
Ολα αυτά θα είχαν ξεχαστεί φυσικά αν το «Αμέρικα, Αμέρικα» δεν κέρδιζε το Οσκαρ καλλιτεχνικής διεύθυνσης – σκηνικών για ασπρόμαυρη ταινία, το οποίο δυστυχώς δόθηκε μόνο στον Κάλαχαν.
Τζορτζ Τσακίρης (γενν. 1934)
Κέρδισε το Οσκαρ β’ ανδρικού ρόλου για την ταινία «West Side Story» (1961).
Μία υποψηφιότητα, ένα Οσκαρ. Τι να το κάνεις όμως; Η καριέρα του πήρε την κατιούσα καθώς οι υποκριτικές ικανότητες του Τσακίρη ήταν σαφώς περιορισμένες. Ελάχιστες οι ταινίες του από τότε που βραβεύθηκε και ακόμη λιγότερες οι άξιες λόγου. Εγκατέλειψε τον κινηματογράφο στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και από τα μέσα της αμέσως επομένης επανήλθε στην τηλεόραση κάνοντας σποραδικές εμφανίσεις, όπως π.χ. στο…«Ντάλας». Ανήκει στους γρουσούζηδες βραβευθέντες του θεσμού και κανείς δεν μπορεί να φέρει αντίρρηση σ’ αυτό.
Ντιν Ταβουλάρης (γενν. 1926)
Κέρδισε το Οσκαρ καλλιτεχνικής διεύθυνσης – σκηνικών για την ταινία «Ο Νονός, μέρος 2ο» (1974).
Πέντε υποψηφιότητες, ένα Οσκαρ. Στενός συνεργάτης του Φράνσις Φορντ Κόπολα, ο γεννημένος στη Μασαχουσέτη αμερικανός (ελληνικής καταγωγής) σκηνογράφος, μαέστρος στη δημιουργία σκοτεινών και ατμοσφαιρικών σκηνικών, παραμένει ενεργός και παραγωγικότατος (έκανε τα σκηνικά στην «Ενατη Πύλη» του Ρομάν Πολάνσκι, που προβάλλεται εδώ και λίγο καιρό στην Ελλάδα, και στο «Bulworth» του Γουόρεν Μπίτι που είδαμε πέρυσι). Ο Κόπολα τον οδήγησε τρεις ακόμη φορές στα Οσκαρ (για τις ταινίες «Αποκάλυψη τώρα!», 1979, «Τάκερ, ένας άνθρωπος και το όνειρό του», 1988, και «Ο Νονός, μέρος τρίτο», 1990) και ο Γουίλιαμ Φρίντκιν μία («Το μεγάλο κόλπο του Μπρινκ», 1978).
Θεώνη (Ντένη) Βαχλιώτη – Ολντριτς (γενν. 1932)
Κέρδισε το Οσκαρ κοστουμιών για την ταινία «Ο υπέροχος Γκάτσμπι» (1974).
Τρεις υποψηφιότητες, ένα Οσκαρ. Κορυφαία μοδίστρα του Χόλιγουντ, η Θεσσαλονικιά Βαχλιώτη-Ολντριτς ξεκίνησε την καριέρα της δίπλα στον Μιχάλη Κακογιάννη και στην κακομοιριά του μετεμφυλιακού Πειραιά στη «Στέλλα». Την πρώτη υποψηφιότητά της κέρδισε για την τρίτη ταινία της «Ποτέ την Κυριακή» του Ζυλ Ντασσέν και δύο χρόνια αργότερα για λογαριασμό του ίδιου σκηνοθέτη στη «Φαίδρα» (1962). Και οι δύο υποψηφιότητες ήταν στις κατηγορίες κοστουμιών για ασπρόμαυρη ταινία. Η Βαχλιώτη σύντομα θα μετακομίσει στο Χόλιγουντ και σιγά σιγά θα κτίσει μια αξιοθαύμαστη καριέρα δουλεύοντας με την ελίτ: «Οι τρεις μέρες του Κόνδορα» του Σίντνεϊ Πόλακ, «Το δίκτυο» του Σίντνεϊ Λιούμετ, «Τα μάτια της Λόρα Μαρς» του Ερβιν Κέρσνερ και προσφάτως το «Ο καθρέφτης έχει δύο πρόσωπα» της Μπάρμπρα Στράιζαντ.
Κατίνα Παξινού (1900-1973)
Κέρδισε το Οσκαρ β’ γυναικείας ερμηνείας για την ταινία «Για ποιον χτυπά η καμπάνα;» (1943).
Μία υποψηφιότητα, ένα Οσκαρ. Και τι Οσκαρ! Το πρώτο που δόθηκε σε κάτοχο ελληνικού διαβατηρίου. Η μεγάλη κυρία της ελληνικής θεατρικής σκηνής και κορυφαία τραγωδός υπήρξε εκλεκτική στις κινηματογραφικές επιλογές της, εξ ου και οι μόλις 11 ταινίες της. Ανάμεσα στους σκηνοθέτες με τους οποίους συνεργάστηκε όμως θα βρούμε τον Ορσον Γουέλς («Ο κύριος Αρκάντον», 1955), τον Λουκίνο Βισκόντι («Ο Ρόκο και τ’ αδέλφια του», 1960) και φυσικά τον Σαμ Γουντ της «Καμπάνας», όπου έπαιξε τη δυναμική αντάρτισσα του ισπανικού εμφυλίου που μπορούσε να προβλέπει το μέλλον.
Κώστας Γαβράς (γενν. 1933)
Κέρδισε το Οσκαρ σεναρίου βασισμένου σε ξένο υλικό για την ταινία «Ο αγνοούμενος» (1982).
Τρεις υποψηφιότητες, ένα Οσκαρ. Ας ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα: ο Κώστας Γαβράς φέρει μεν την απόλυτη δημιουργική ευθύνη για το παροιμιώδες πλέον «Ζ» (1969), το φιλμ, όμως, που ήταν υποψήφιο για πέντε Οσκαρ, κέρδισε δύο: το βραβείο μοντάζ και εκείνο της καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας που δίδεται στον παραγωγό. Η ταινία είχε αλγερινή ταυτότητα (την είχε, δηλαδή, υποβάλει η Αλγερία στην Ακαδημία Κινηματογράφου) με παραγωγούς τον Ζακ Περέν και τον Αχμέντ Ρατσεντί· όχι τον Γαβρά. Ωστόσο, για την ίδια ταινία ο Γαβράς διεκδίκησε το Οσκαρ σκηνοθεσίας και διασκευασμένου σεναρίου (συνυποψήφιος με τον Χόρχε Σεμπρούν). Επίσης κάτι που δεν θα συναντήσουμε συχνά στα Οσκαρ, το «Ζ» ήταν υποψήφιο και για το Οσκαρ καλύτερης ταινίας. Τυπικά λοιπόν το μόνο Οσκαρ που έχει πάρει ο Γαβράς είναι για το σενάριο του «Αγνοουμένου», που μάλιστα μοιράστηκε με τον σεναριογράφο Ντόναλντ Στιούαρτ.
Δεν το κέρδισαν αλλά ήταν εκεί
Μιχάλης Κακογιάννης
Τρεις υποψηφιότητες για τον «Αλέξη Ζορμπά» αλλά κανένα βραβείο. Η ταινία ήταν υποψήφια για το Οσκαρ καλύτερης ταινίας (ο Κακογιάννης ήταν παραγωγός), σκηνοθεσίας και διασκευασμένου σεναρίου. Σημειώνουμε ότι δύο ακόμη ταινίες του Κακογιάννη, η «Ηλέκτρα» (1962) και η «Ιφιγένεια» (1977), διεκδίκησαν το Οσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης παραγωγής.
Μελίνα Μερκούρη
Αν είχε κερδίσει το βραβείο καλύτερης α’ γυναικείας ερμηνείας για το «Ποτέ την Κυριακή», θα είχε «νικήσει» τη Λιζ Τέιλορ, την Γκριρ Γκάρσον, τη Σίρλεϊ Μακ Λέιν και την Ντέμπορα Κερ. Η τύχη όμως έλαμψε για την Τέιλορ («Butterfield 8»).
Βασίλης Γεωργιάδης
Ο ίδιος δεν κέρδισε ποτέ υποψηφιότητα αλλά δύο ταινίες του, τα «Κόκκινα φανάρια» (1963) και «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο» (1965), διεκδίκησαν το Οσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης παραγωγής.
Τζον Κασσαβέτης
Σπουδαίος καλλιτέχνης και εντελώς «αντι-οσκαρική» προσωπικότητα. Γι’ αυτό και μας προκαλεί ακόμη εντύπωση όχι απλώς ότι είχε κερδίσει τρεις υποψηφιότητες αλλά το ότι τις κέρδισε σε τρεις διαφορετικές κατηγορίες! Σκηνοθεσίας («Μια γυναίκα εξομολογείται», 1974), πρωτότυπου σεναρίου («Πρόσωπα», 1968) και β’ ανδρικής ερμηνείας («Και οι 12 ήσαν καθάρματα», 1967).
Τέλι Σαβάλας
Πολύ προτού γίνει τηλεστάρ με τον «Κότζακ», το «κεφάλι που γυαλίζει» κέρδισε τη μοναδική υποψηφιότητά του για Οσκαρ παίζοντας έναν κατάδικο δίπλα στον Μπαρτ Λάνκαστερ στην ταινία «Ο βαρυποινίτης του Αλκατράζ» (1962).
Οι παράξενες ιστορίες
Εκ μέρους της κυρίας Μπρέιντι…
Ολοι οι καλεσμένοι στην απονομή των βραβείων Οσκαρ του 1937 γνώριζαν ότι η ηθοποιός Αλις Μπρέιντι βρισκόταν στο κρεβάτι με σπασμένο αστράγαλο. Κατά συνέπεια, κανείς δεν παραξενεύτηκε όταν είδε έναν άγνωστο να σηκώνεται για να παραλάβει το Οσκαρ καλύτερης β’ γυναικείας ερμηνείας για λογαριασμό της Μπρέιντι. Η ηθοποιός το είχε κερδίσει για την ταινία «In old Chicago». Οταν λέμε κανείς, όμως, εξαιρούμε την Μπρέιντι, διότι, όπως αργότερα απεδείχθη, η ηθοποιός δεν είχε στείλει κανέναν στη θέση της για την παραλαβή. Ο απατεών δεν ανευρέθη ποτέ. Το ίδιο και το αγαλματίδιο.
Τη δόξα πολλοί εμίσησαν, το χρήμα ουδείς
Τα μεγάλα στούντιο συχνά σπαταλούν υπέρογκα ποσά για την προώθηση των ταινιών τους που έχουν πιθανότητα να κερδίσουν κάποια βραβεία Οσκαρ. Η ταινία «Μάρτι» του Ντέλμπερτ Μαν όμως είναι μια πολύ ειδική περίπτωση. Το κόστος παραγωγής της δεν ξεπέρασε τα 340.000 δολάρια. Ωστόσο οι παραγωγοί της (ανάμεσα στους οποίους και ο ηθοποιός Μπαρτ Λάνκαστερ) ξόδεψαν 400.000 δολάρια μόνο για την εκστρατεία που έγινε λίγο πριν από τα Οσκαρ έτσι ώστε η ταινία να ληφθεί σοβαρά υπόψη από τα μέλη της Ακαδημίας.
Οι δύο Φρανκ
«Ελα εδώ πάνω, Φρανκ» είπε στην απονομή των Οσκαρ του 1933 ο ηθοποιός Γουίλ Ρότζερς έχοντας μόλις ανοίξει τον φάκελο που περιείχε το όνομα του νικητή στην κατηγορία της σκηνοθεσίας. Ο Φρανκ Κάπρα σηκώθηκε και προχώρησε προς την εξέδρα, όπως όμως αργότερα θα έγραφε στην αυτοβιογραφία του, αυτά τα βήματα υπήρξαν τα πιο αμήχανα της ζωής του. Σύντομα ο Κάπρα αντιλήφθηκε ότι δεν είχε κερδίσει εκείνος (για το «Lady for a day») αλλά ο συνάδελφος και συνονόματός του Φρανκ Λόιντ (για το «Cavalcade»). Στην επόμενη τελετή όμως δεν έγινε κανένα λάθος και ο Κάπρα κέρδισε τελικά το βραβείο για το «Συνέβη μια νύχτα».
Η χρήση της τελείας
Οι ευχαριστήριοι λόγοι στις απονομές των Οσκαρ μάς έχουν φέρει συχνά στο σημείο να αντιπαθήσουμε αυτόν στον οποίο το βραβείο δόθηκε. Οι νικητές πολλές φορές δεν ξέρουν πού να βάλουν τελεία. Οι λόγοι τους είναι ατέλειωτοι, αμήχανοι και κουτοί (θυμάστε πέρυσι την κλαμένη Γκουίνεθ Πάλτροου;). Το ρεκόρ μεγάλης διάρκειας ευχαριστηρίου λόγου κατέχει ακόμη η Γκριρ Γκάρσον που κέρδισε το βραβείο καλύτερης α’ γυναικείας ερμηνείας για την ταινία «Η κυρία Μίνιβερ» και μίλησε πεντέμισι(!) λεπτά όταν το Οσκαρ τής παρεδόθη το 1943. Πολλοί σημείωσαν τότε ότι η ομιλία της ήταν μεγαλύτερη από τον ρόλο της στην ταινία. Στην ακριβώς απέναντι όχθη βρέθηκε ο ηθοποιός Ρέι Μιλάντ που κέρδισε το βραβείο Οσκαρ τρία χρόνια αργότερα έχοντας παίξει έναν αλκοολικό στο «Χαμένο Σαββατοκύριακο» του Μπίλι Γουάιλντερ. Ο Μιλάντ, όταν παρέλαβε το Οσκαρ, έκανε μια υπόκλιση και χωρίς να πει λέξη έφυγε από τη σκηνή!
Οπως τον γέννησε η μαμά του
Στους περισσοτέρους το όνομα Ρόμπερτ Οπαλ είναι άγνωστο. Κακώς! Ο Οπαλ έχει κάνει την πιο… αποκαλυπτική εμφάνιση στην ιστορία του θεσμού, όταν στην απονομή των βραβείων Οσκαρ που έγιναν στο Ντόροθι Τσάντλερ Παβίλιον το 1973 φάνηκε να τρέχει ολόγυμνος πίσω από τον Ντέιβιντ Νίβεν που ανακοίνωνε κάποιες υποψηφιότητες. Το σήμα της νίκης με τα δύο δάχτυλα του δεξιού χεριού του Οπαλ μπορεί να σήμαινε πολύ περισσότερα από όσα φαντάστηκε ο κόσμος εκείνη την ώρα, ο Οπαλ όμως δεν νίκησε τελικά κανέναν. Πέντε χρόνια αργότερα βρέθηκε δολοφονημένος στο κατάστημα σεξουαλικών ειδών που διατηρούσε στο Λος Αντζελες…
Συζυγικά καθήκοντα
Οι κακές γλώσσες λένε ότι λιγότερα από τα μισά μέλη της Ακαδημίας στην πραγματικότητα στέλνουν συμπληρωμένα τα ψηφοδέλτιά τους. Οι ακόμη χειρότερες υποστηρίζουν ότι ακόμη και αυτοί που φαίνεται ότι ψηφίζουν επί της ουσίας δεν… ψηφίζουν. Σε μια συνέντευξη που έδωσε το 1978 η σύζυγος του Χένρι Φόντα παραδέχθηκε ότι αμέτρητες φορές συμπλήρωνε εκείνη τις κάρτες των ψηφοδελτίων του αντρός της. Και το έκανε παρέα με μια φίλη της, σύζυγο άλλου γνωστού σταρ, ο οποίος επίσης αδιαφορούσε για το πού θα πάει η ψήφος του!
Ντέρτια…
Ο Ρόναλντ Ρίγκαν κυβέρνησε επί δύο τετραετίες τις ΗΠΑ αλλά Οσκαρ δεν κέρδισε ποτέ. Διάολε, δεν υπήρξε ούτε καν υποψήφιος. Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε αν του κόστισε τόσο πολύ, πάντως το 1981, όταν έγινε απόπειρα κατά της ζωής του, η τελετή απονομής των Οσκαρ πραγματοποιήθηκε πολύ αργότερα από την καθορισμένη ημερομηνία της, ενώ η ημέρα που απονεμήθηκαν τα Οσκαρ του 1986 είναι η ίδια ημέρα που ο Ρίγκαν επέλεξε για να… βομβαρδίσει τη Λιβύη!
Και τώρα τι γίνεται;
Το μοναδικό Οσκαρ που κέρδισε η ταινία «Οι πεταλούδες είναι ελεύθερες» (1972) ανήκει στην ηθοποιό Αϊλίν Χέκαρτ που βραβεύθηκε στην κατηγορία της β’ γυναικείας ερμηνείας. Το πρώτο πράγμα που έκανε επιστρέφοντας σπίτι της στο Κονέκτικατ ήταν να συμπληρώσει τη φόρμα για το γραφείο ανεργίας. «Χάρηκαν όταν με είδαν εκεί μετά τη βράβευσή μου. Με γνωρίζουν καλά γιατί τους επισκέπτομαι συχνά…».
Εχω Οσκαρ! Εχω Οσκαρ!
Εχοντας μόλις κερδίσει το βραβείο Οσκαρ για την καλύτερη μικρού μήκους ταινία κινουμένων σχεδίων, ο Πολωνός Ζμπίγκνιου Ριμπουτσίνσκι βγήκε από την αίθουσα για να καπνίσει ένα τσιγάρο. Οταν όμως προσπάθησε να επιστρέψει, τα σπασμένα αγγλικά και το γεγονός ότι φορούσε ελβιέλες με το σμόκιν του προκάλεσαν υποψίες στους σεκιούριτι της Ακαδημίας. Ο Ριμπουτσίνσκι προσπάθησε αγωνιωδώς να επικοινωνήσει μαζί τους: «Εχω Οσκαρ! Εχω Οσκαρ!». Τίποτε. Αγανακτισμένος ο σκηνοθέτης κλώτσησε έναν φύλακα και προτού καλά καλά καταλάβει τι γινόταν συνελήφθη για να βρεθεί μέσα σε ένα κελί.
Λόγια περί Οσκαρ
«Δεν με ενδιαφέρει τι γράφει ο Τύπος. Δεν έχω ακόμη γνωρίσει έναν ηθοποιό που να μη σκέφτεται καθημερινά τι θα πει στον ευχαριστήριο λόγο του»
Τζέιμς Γουντς, ηθοποιός
«Τα διατηρεί ο πατέρας μου, ο οποίος τα γυαλίζει. Ασφαλώς δεν πρόκειται ποτέ να βάλω Οσκαρ μέσα στο σπίτι μου»
Γούντι Αλεν, ηθοποιός – σκηνοθέτης
«Είναι ένα καλό δώρο για μια ημέρα. Δεν σε κάνει όμως καλύτερο»
Γκλέντα Τζάκσον, ηθοποιός (κάτοχος δύο Οσκαρ)
«Θα ήθελα να κερδίσω περισσότερα Οσκαρ από όσα έχει κερδίσει ο Γουόλτ Ντίσνεϊ και θα ήθελα να τα κερδίσω σε όλες τις κατηγορίες»
Τζακ Νίκολσον, ηθοποιός (κάτοχος τριών Οσκαρ)
«Δεν το είπα με την έννοια ότι μου αξίζειη νίκη αλλά με την έννοια ότι σε κανέναν δεν αξίζει η ήττα»
Σίρλεϊ Μακ Λέιν, ηθοποιός (κάτοχος ενός Οσκαρ αναφέρεται στη δήλωση που έκανε όταν το παρέλαβε λέγοντας: «Μου ανήκει»)



