Το ρεαλιστικό πεζό της σήμερον πολύ ελκύεται από τους μετανάστες, τους αποκαλούμενους και οικονομικούς, που έρχονται κοπαδιαστά από τις πρώην σοσιαλιστικές δημοκρατίες της Βαλκανικής. Και πώς να μην ελκύεται από ένα θέμα τόσο πρόσφορο για κοινωνική κριτική, η οποία ανέκαθεν συνιστούσε πρωταρχικό προορισμό ενός συγγραφέα. Μόνο που η εύλογη αγανάκτηση καθιστά συχνά τον συγγραφέα μάλλον νατουραλιστή στις περιγραφές του λόγω και της σφοδρότητας της καταγγελτικής διάθεσης αλλά και του προκλητικού του θέματος. Με αποτέλεσμα, το νεοελληνικό πεζογράφημα των τελευταίων χρόνων, προπάντων το διήγημα, να έχει να επιδείξει περιθωριακούς ήρωες, κινούμενους στο κλεινόν άστυ ή και στη βορειοελλαδική περιφέρεια, που δεν έχουν τίποτε να ζηλέψουν από τους αθλίους του 19ου αιώνα ή και των αρχών του 20ού. Σε φόντο άσπρο – μαύρο αποδίδεται, κατά κανόνα, η αναλγησία του έλληνα εργοδότη ή και η απλοχεριά του ηλικιωμένου, ανήμπορου όσο και ερωτύλου. Υστερα, στην ηρωοποίηση των μεταναστών δεν συνηγορεί μόνο η κοινωνική ευαισθησία του συγγραφέα αλλά και το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό που αγκαλιάζει ακόμη και ένα σύντομο πεζό, αν τυγχάνει να έχει ως πρωταγωνιστές περιθωριακούς και δη μετανάστες.
Ο Κ. Ι. Χαρπαντίδης οιστρηλατείται σε πέντε από τα δώδεκα διηγήματα της τρίτης συλλογής του από την καταλυτική παρουσία τού εκ Βορρά μετανάστη στην πόλη του, την Καβάλα. Το πρώτο διήγημα με τον Αρμένιο που βάζει φωτιά στην καπναποθήκη του, για να απαλλαγεί από τον όρο της πατρικής διαθήκης να μην αλλάξει, εφ’ όρου ζωής, τη χρήση της, δεν θα κατόρθωνε να αναδείξει την αναισθησία και τη σκληρότητα του εμπρηστή αν στη διπλανή καπναποθήκη που είχε μετατραπεί σε βιοτεχνία υποδημάτων, καίγονταν δύο ντόπιοι, ακόμη και αν έβρισκαν τα κουφάρια τους αγκαλιασμένα. Με δύο Αλβανούς, όμως, πατέρα και γιο, σε νυχτερινή βάρδια, αγγίζει απευθείας τις χορδές της ελληνικής ψυχής. Παρομοίως λειτουργούν οι μετανάστες-ήρωες των λοιπών διηγημάτων, καθώς αποδίδονται με θαυμαστή παραστατικότητα: Η Ρωσοπόντια, η «ξεβράκωτη», που έμεινε μόνη κληρονόμος του γηραλέου Πόντιου, «ξεκούτη» μεν αλλά επιρρεπή, μέχρι τέλους, στον ποδόγυρο. Η Σλάβα του Εφτά αλλαξιές εσώρουχα, που ξετρέλανε με το πάθος της τον συνταξιούχο υπάλληλο τραπέζης για να αποδειχθεί, εν τέλει, «μια αμαζόνα του πεζοδρομίου». Ή ακόμη εκείνη η πεινασμένη Ουκρανή, που την πάντρεψαν με έναν ζαβό Ελληνα, μη και μείνει η οικογένεια χωρίς διάδοχο, και τελικά, για να επιτευχθεί η αρρενογονία, τη βίασε, κατά συρροήν, ο πεθερός της. Υπάρχει, μάλιστα, ένα επιπλέον διήγημα, με τον τίτλο Οσα κρύβουν οι ειδήσεις, στο οποίο ο συγγραφέας συγκεντρώνει ως και πέντε τραγικές ιστορίες γι’ αυτούς που, όπως λέει παραστατικά ένας πατέρας στην κόρη του, «ήρθαν από τον Αδη».
Ωστόσο, ο τίτλος της συλλογής, κυρίως το οπισθόφυλλο, το οποίο ακόμη και αν δεν γράφεται από τον ίδιο τον συγγραφέα, έχει την έγκρισή του αλλά και η προηγούμενη συλλογή διηγημάτων Οι εξοχές των νεκρών (εκδόσεις Νεφέλη, 1995), για άλλα προδιαθέτουν. Αντιγράφουμε από το κείμενο του οπισθοφύλλου, το οποίο χρησιμοποιήθηκε και στο δελτίο Τύπου: «Ολοι οι ήρωες του βιβλίου… είναι προικισμένοι με το έκτο δάχτυλο, την ιδιοτυπία που άλλοτε φωνάζει και άλλοτε κρύβεται βαθιά μέσα τους…». Οπότε και έρχονται στον νου οι προλήψεις του ελληνικού λαού για τους εξαδάχτυλους, ξεχωριστούς ανθρώπους, ως και ο θρύλος του εξαδάχτυλου βασιλιά Κωνσταντίνου που μέλλεται να πάρει πίσω την Πόλη. Εδώ θα πρέπει να ομολογήσουμε την ανεπάρκειά μας. Παρά τις επανειλημμένες αναγνώσεις, δεν στάθηκε δυνατό να εντοπίσουμε στα διηγήματα εξαδάχτυλους, ούτε γνήσιους ούτε καν με τη μεταφορική σημασία του ξεχωριστού. Ηρωες (και πάλι αντιγράφουμε) που να «αρτύουν τη ζωή με τη μεθυστική μυρωδιά τόσο του παράδοξου όσο και του υπερβατικού».
Την αίσθηση του υπερφυσικού την είχαμε πράγματι διαβάζοντας, όμως, το προηγούμενο βιβλίο του Κ. Ι. Χαρπαντίδη, καθώς μια σχεδόν υπερκόσμια λάμψη διαχεόταν από τις Εξοχές των νεκρών. Εκείνα τα διηγήματα εμφανίζονταν ως πεζά, μορφικά ρευστά, κάποτε και σαν μονόλογοι, που χώνευαν εντός τους παλαιές ιστορίες και μυθικές διηγήσεις, με τους νεκρούς να παρηγορούν και να προστατεύουν τους προσφιλείς τους. Και όλα αυτά να συμβαίνουν σε μια ειδυλλιακή φύση, δεμένη με τον γενέθλιο τόπο του αφηγητή. Την τρυφερότητα και τη νοσταλγία που απέπνεαν τα παλαιότερα διηγήματα, έρχονται να διαλύσουν τα πρόσφατα, που απώλεσαν μεν τον υπερβατικό χαρακτήρα, αλλά απέκτησαν στερεότερη μορφή, με ήρωες όχι μεν εξαδάκτυλους αλλά ζωντανούς και οικείους. Η τριτοπρόσωπη αφήγηση, χάρη και στην εσωτερική θεώρηση που, ως επί το πλείστον, υιοθετεί, δείχνει την ψυχολογία τους ερμηνεύοντας πράξεις και μεταλλαγές.
Ορισμένα θέματα του προηγούμενου βιβλίου επανέρχονται. Και πάλι ο έλληνας μετανάστης της Γερμανίας που θα χάσει τη ζωή του τρέχοντας στον γιουγκοσλαβικό αυτοκινητόδρομο για να επιστρέψει μια ώρα αρχύτερα. Κυρίως το δέσιμο μάνας – γιου. Ωστόσο, αλλάζει η οπτική, η ελλειπτική αφήγηση παίρνει τη μορφή τραγικής ιστορίας, όπως συμβαίνει στα δύο, τρόπων τινά, συμμετρικά διηγήματα: Στο Κίνι-Κίνι ο γιος αρπάζεται από τη γριά μάνα, έστω και φυτό. Στη Γοργόνα στο λόφο, η μάνα αρνείται να αποδεχθεί τον θάνατο του γιου της και σαν την αδελφή του Μεγαλέξαντρου, τη γοργόνα, γυρνά στον λόφο με τα μνήματα και ρωτά τους περαστικούς.
Πιθανώς, στα εναπομείναντα διηγήματα οι ήρωες να μπορούσαν να χαρακτηριστούν ξεχωριστοί. Πόσο, όμως, εξαιρετικός είναι ένας κρυπτοομοφυλόφιλος στον ασφυκτικό κλοιό μιας μικρής κοινότητας, μιας στρατιωτικής μονάδας ή και απλώς της συζύγου του; Αν και συνήθως δεν χρειάζονται τόσο δραματικά συμβάντα όσο τα περιγραφόμενα για να συνειδητοποιηθεί η ιδιαιτερότητα ούτε ακολουθούν τόσο ακραίες αντιδράσεις. Οπως και αν έχει, οι καταπιεσμένοι ήρωες κάποτε προβάλλουν και ως εκλεκτοί, όταν αποφασίζουν, παρ’ ελπίδα, να αντιδράσουν επιτελώντας απρόσμενες πράξεις ανδραγαθίας ή και προσωπικούς άθλους. Κατά τη γνώμη μας, η θεματική και η συνακόλουθη μορφική μετατόπιση του Κ. Ι. Χαρπαντίδη έρχεται ως επιβεβαίωση μιας γενικότερης τάσης που παρατηρείται στο νεοελληνικό πεζογράφημα. Τελικά, στον αυτοβιογραφικό μηρυκασμό οι εκ Βορρά μετανάστες ήσαν μια κάποια λύσις.



