«Τα λεφτά που κερδίζαμε τότε ήταν γελοία σε σύγκριση με τα λεφτά που κερδίζουν σήμερα, μα ήμασταν καλλιτέχνες και δεν δίναμε σημασία σε τέτοια πράγματα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πολλές από εμάς καταλήξαμε στα φτωχοκομεία, ενώ οι διάδοχοί μας σήμερα διαθέτουν παχυλούς λογαριασμούς στην τράπεζα». Η Τζίλντα Νταλά Ρίτσα, μεγάλη δόξα του ιταλικού μελοδράματος το πρώτο μισό του αιώνα μας, σε συνέντευξη που είχε παραχωρήσει το 1975 από το γηροκομείο για άπορους τραγουδιστές «Casa Verdi», με πίκρα καυτηρίαζε τα νέα ήθη στον χώρο του μελοδράματος: τη μανία των σύγχρονων τραγουδιστών για εύκολο πλουτισμό, η οποία δεν συμβάδιζε απαραιτήτως και με το σωστό και «τίμιο» τραγούδι. Αν η σημαντική αυτή τραγουδίστρια ζούσε σήμερα, θα είχε σίγουρα πολύ περισσότερα πράγματα να σχολιάσει, βλέποντας έναν κόσμο στον οποίο είχε δώσει την ψυχή της να μετατρέπεται από τέχνη σε καθαρό εμπόριο.
Σε έναν τέτοιο κόσμο ζουν σήμερα και οι 21 κυρίες που φιλοξενούνται στο νέο βιβλίο της Ελενας Ματθαιοπούλου «Diva, the new generation». Στον κόσμο της συνεργασίαs του Λουτσιάνο Παβαρότι με όλους τους ροκ σταρ, προς όφελος περισσότερο του πορτοφολιού του, παρά της όπερας. Στον κόσμο που οι τρεις τενόροι εγκαταλείπουν πολύ εύκολα τις μεγάλες σκηνές του μελοδράματος και χρησιμοποιούν το μικρόφωνο για να ακουστεί η φωνή τους στα αχανή στάδια. Στον κόσμο όπου τα καλύμματα των δίσκων κλασικής μουσικής παραπέμπουν περισσότερο σε επιδείξεις μόδας και στο α λα Χόλιγουντ σταρ σύστεμ, παρά στα κλασικά μελοδράματα. Σε αυτό τον κόσμο γεννήθηκαν, σε αυτόν αναπτύχθηκαν πνευματικά και καλλιέργησαν τις φωνές τους, σε αυτόν κινούνται τώρα, οι περισσότερες από αυτές τις ντίβες, με κασέ τα οποία η Τζίλντα Νταλά Ρίτσα και οι σύγχρονές της τραγουδίστριες δεν είχαν δει ούτε στον ύπνο τους.
Καθρέφτης αυτού του κόσμου είναι, κατά συνέπεια, και οι συνεντεύξεις που παραχώρησαν οι 21 σύγχρονες υψίφωνοι και μεσόφωνοι στη γνωστή δημοσιογράφο, της οποίας το νέο συγγραφικό πόνημα έρχεται ως συνέχεια του παλαιότερου βιβλίου της «Ντίβα», με συνεντεύξεις από πριμαντόνες που έλαμψαν κυρίως κατά τις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Είναι εμφανής η διαφορά ανάμεσα στα δύο βιβλία, αν και τα χωρίζουν μόνον οκτώ χρόνια: δεν αφορά το κείμενο της Ματθαιοπούλου, που εξακολουθεί να ρέει πυκνό και γεμάτο ενδιαφέρουσες πληροφορίες, αλλά αυτά που έχουν να μας πουν οι μοντέρνες «θεές» του μελοδράματος. Κινδυνεύοντας να χαρακτηριστώ παλιομοδίτης, θα παρατηρήσω πως οι συνεντεύξεις των παλαιότερων τραγουδιστριών, ακόμη και μέσα στην έπαρση που συχνά τις χαρακτήριζε (έπαρση χαριτωμένη της ράτσας των πριμαντόνων), είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσες από τις εξομολογήσεις των διαδόχων τους. Απλώς και μόνον επειδή οι διάδοχοί τους δεν φαίνεται να έχουν να μας πουν και πολλά πράγματα.
Οταν η Μαρία Κάλλας είχε ερωτηθεί αν ξεκινά τη μελέτη ενός ρόλου από το κείμενο και την ανάλυση της ψυχολογίας της ηρωίδας, είχε απαντήσει: «Ξεκινώ από τη μουσική, τελειώνω στη μουσική, τα πάντα υπάρχουν στη μουσική». Απόρησα ανακαλύπτοντας, μέσα από τις συνεντεύξεις της Ματθαιοπούλου, ότι οι περισσότερες σύγχρονες πριμαντόνες έχουν μια σχεδόν… αρρωστημένη και μονόπλευρη εμμονή με την ψυχολογία και τη σκηνική ερμηνεία τού κάθε ρόλου τους, ξεχνώντας πως η όπερα είναι πρώτα μουσική και μετά θέατρο.
Απόρησα που ελάχιστες από τις σύγχρονες πριμαντόνες θυμόντουσαν ή… γνώριζαν πως οι ρόλοι που ερμηνεύουν έχουν πάνω από όλα τεράστιες τεχνικές δυσκολίες. Τις περισσότερες τις απασχολούσε περισσότερο πώς θα ερμηνεύσουν τις δραματικές μεταπτώσεις της Τζίλντα από τον «Ριγκολέτο» και της «Τραβιάτας», παρά το πώς θα φθάσουν ως το τέλος της όπερας με την ίδια φωνητική υγεία με την οποία ξεκίνησαν, πράγμα που όσο περνά ο καιρός γίνεται όλο και πιο σπάνιο. Ολες σχεδόν αντιμετώπιζαν τους ρόλους τους περισσότερο ως πρόζα παρά ως μουσική. Αλλά και όταν επιχειρούσαν να τους εξηγήσουν από μουσική άποψη, συχνά κατέληγαν σε αυθαίρετα συμπεράσματα και παρερμηνείες, από αυτές που οι σύγχρονοι σκηνοθέτες μάς έχουν χορτάσει. (Δεν είναι παράλογο, αν σκεφθεί κανείς πως σήμερα στην όπερα δεν βασιλεύει ο τραγουδιστής, αλλά ο σκηνοθέτης και ο μαέστρος, «διψασμένοι» και οι δύο να κάνουν κάτι πρωτότυπο, και έτοιμοι να «ευνουχίσουν» τον ερμηνευτή, προκειμένου να επιβάλουν την άποψή τους, αγνοώντας επιδεικτικά τη δική του).
Επιπλέον, έχοντας ακούσει αρκετές από τις ντίβες που μιλούν στο βιβλίο στους μεγάλους ρόλους τους, βρέθηκα να αναρωτιέμαι για το αν οι συνεντευξιαζόμενες ήταν όντως οι ίδιες τραγουδίστριες με αυτές που εγώ είχα ακούσει. Αν όλα όσα λένε (τα σοβαρά, γιατί μερικά από αυτά είναι επιεικώς αφελή), τα εφάρμοζαν, τότε οι ερμηνείες τους θα έπρεπε να είναι μοναδικοί καλλιτεχνικοί θησαυροί και όχι αυτές οι συχνά άψογες τεχνικά, αλλά πληκτικές αναγνώσεις που ακούω συνήθως στις ηχογραφήσεις ή τις ζωντανές εμφανίσεις τους. Για να μην αναφερθώ σε περιπτώσεις όπου ούτε η τεχνική ούτε η υποκριτική τελειότητα υπήρχαν.
Θα ήταν φυσικά γελοίο να ισχυριστώ πως σήμερα δεν υπάρχουν μεγάλες τραγουδίστριες. Η Ρενέ Φλέμινγκ είναι μια λαμπρή περίπτωση σύγχρονης πριμαντόνας που συνδυάζει την τέλεια τεχνική με την πρώτης κλάσης μουσική – θεατρική ερμηνεία. Οι φωνητικοί ακροβατισμοί της Τσετσίλια Μπάρτολι με έχουν αφήσει πολλές φορές άφωνο για την τελειότητα και τη μουσικότητά τους. Η «Τραβιάτα» της Αντζελα Γκεόργκιου είναι αναμφισβήτητα μια πολύ καλή ερμηνεία του δύσκολου ρόλου, το ίδιο και η Βιτέλια και η Ντόνα Αννα της Κάρολ Βανές. Η Γκαλίνα Γκορτσακόβα διαθέτει εξαιρετική ποιότητα φωνής. Η Τζέιν Ιγκλεν είναι μια εντυπωσιακή δραματική σοπράνο. Κοιτάζοντας όμως το σύνολο του οπερατικού κόσμου, όπως αυτός αποκαλύπτεται μέσα από τις συνεντεύξεις της Ματθαιοπούλου, συνειδητοποίησα άλλη μία φορά πως το παλαιό, ακόμη και αν κάποιοι το έχουν χαρακτηρίσει υπερβολικό, παρωχημένο ή αφελές, εξακολουθεί να έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον. (Γι’ αυτούς τουλάχιστον που, κατανοώντας την υπερβολή και την υπέρβαση της όπερας, έχοντας ανοιχτά τα αυτιά και την ψυχή τους στη μουσική, είναι έτοιμοι να χειροκροτήσουν περισσότερο μια «Τραβιάτα» που δεν είναι όμορφη και αδύνατη, αλλά που έχει τραγουδήσει τέλεια, με γνώση, ψυχή και πάθος, από μια άλλη «Τραβιάτα»– τοπ μόντελ, η οποία θα ήταν όμως καλύτερο να είχε ερμηνεύσει τον ρόλο ως πρόζα ή να είχε καταπιαστεί με κάποιον άλλο ρόλο που θα ταίριαζε περισσότερο στα φωνητικά προσόντα της).
Η Ελενα Ματθαιοπούλου έκανε μια πολύ καλή επιλογή, με μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα των ημερών μας. Το βιβλίο της αυτό θα ήταν καλό να το διαβάσει ο αναγνώστης αφού έχει πρώτα διαβάσει το «The last Prima Donnas» του Λανφράνκο Ρασπόνι (Victor Gollancz LTD, 1984), με συνεντεύξεις από ντίβες του πρώτου μισού του αιώνα μας, και την «Ντίβα» της Ματθαιοπούλου, που αφορά σχεδόν την αμέσως επόμενη γενιά τραγουδιστριών. Νομίζω πως τότε θα υποψιαστεί και αυτός πως η όπερα είναι ένα είδος το οποίο περισσότερο έχει πέσει θύμα του χρόνου που περνά παρά έχει ευνοηθεί από αυτόν. Οι κυρίες που μιλούν στο νέο βιβλίο της Ματθαιοπούλου δεν στερούνται σε καμία περίπτωση ταλέντου. Εχουν όμως την ατυχία να έχουν ανατραφεί με φαγητά από φαστ φουντ. Ισως αν είχαν ζήσει σε μια παλαιότερη εποχή να είχαν πολύ πιο σημαντικά πράγματα να καταθέσουν και μέσα από τις συνεντεύξεις τους και μέσα από το τραγούδι τους. Ισως τότε να καταλάβαιναν αλλιώς τη μουσική, όπως την κατάλαβαν και μας την πρόσφεραν αυτές οι παλιές τραγουδίστριες οι οποίες έκαναν καταθέσεις τέχνης και όχι καταθέσεις στις τράπεζες της Ελβετίας.



