«Τι είναι θεός, τι μη θεός και τι τ’ ανάμεσά τους;»


Γιώργος Σεφέρης


Μήπως «τ’ ανάμεσά τους» είναι η ψυχανάλυση; Καινούργιοι δρόμοι άραγε ανοίγονται στην ψυχή που παραδέρνει ανάμεσα στην απελπισία της αθεΐας και στην ανακουφιστική πίστη; Με ποιο τρόπο η ψυχανάλυση έρχεται να προσφέρει παρηγορία στο παράλογο της ύπαρξης; Και είναι δυνατόν να είναι κανείς βαθύτατα θρησκευόμενος και ψυχαναλυτής; Και μόνο το ότι τα δύο βιβλία που παρουσιάζουμε σήμερα απαντούν σε αυτά τα ερωτήματα τα κάνει ιδιαίτερα ενδιαφέροντα. Ο συσχετισμός της ψυχανάλυσης με τη θρησκεία είναι σχετικά καινούργια ιδέα και μοιάζει παράδοξη. Στο βιβλίο του Γιάλομ βρίσκεται ένα επιχείρημα που νομιμοποιεί τη σχέση της ψυχιατρικής με τη θρησκεία. Κατ’ αυτόν η θρησκεία και η ψυχανάλυση «μοιράζονται μια κοινή αποστολή: διακονούν την απόγνωση, που είναι εγγενής στην ανθρώπινη μοίρα». Στο ίδιο βιβλίο ο Γιάλομ παραθέτει ένα απόσπασμα του Μαλρό. Ο γάλλος συγγραφέας περιέγραψε έναν ιερέα από την επαρχία, ο οποίος συνόψισε τα όσα είχε μάθει για την ανθρώπινη φύση ακούγοντας εξομολογήσεις επί πολλές δεκαετίες ως εξής: «Πρώτα απ’ όλα, οι άνθρωποι είναι πολύ πιο δυστυχισμένοι απ’ όσο φαντάζεται κανείς» και «δεν υπάρχει αυτό που λέμε πραγματικά ενήλικος άνθρωπος».


H αποδοχή της «ορφάνιας»


H εγγενής λοιπόν οδύνη της ανθρώπινης ύπαρξης και η ελπίδα μιας Χάρης μέσα ή έξω από τη θρησκεία αλλά και η αποδοχή της «ορφάνιας» – η ψυχανάλυση έχει στόχο να γίνουμε ο πατέρας και η μητέρα του εαυτού μας – κάνουν το ντιβάνι θέση ανάλογη με αυτήν του εξομολογητηρίου. H σχέση του Γιάλομ με τη θρησκεία σταματάει εκεί. Στο Θρησκεία και ψυχιατρική ο ίδιος δηλώνει άθεος. Ασκεί αυτό που ονομάζει υπαρξιακή ψυχοθεραπεία. Με τον παραπάνω όρο εννοεί ότι η εσωτερική σύγκρουση που μας καταδυναστεύει δεν έχει να κάνει μόνο με την απώθηση των ορμών αλλά και με την αναμέτρησή μας με τα «δεδομένα» της ύπαρξης, δηλαδή τη θνητότητα. Για χρόνια δούλεψε με ασθενείς που είχαν μεταστατικό καρκίνο σε ατομική ή ομαδική θεραπεία και αργότερα επικεντρώθηκε στο πένθος. Αναλυόμενοι που, όπως ο Γιάλομ, δεν αξιώθηκαν ή δεν καταδέχτηκαν – επιλέγετε το ρήμα που σας ταιριάζει ανάλογα με τις πεποιθήσεις σας – θρησκευτική παρηγορία βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις τέσσερις έσχατες έγνοιες του ανθρώπου: τον θάνατο, τη μοναξιά, την ανάγκη νοήματος και την ελευθερία. H ψυχανάλυση, κατά τον συγγραφέα, μπορεί με τις δικές της μεθόδους να προσφέρει μέσα από την ομαδική θεραπεία αυτό που πετυχαίνει η πίστη στη θρησκεία. «Σύνδεσμο» ανάμεσα στους ανθρώπους, αίσθημα που ανακουφίζει την απόγνωση. Ενας ασθενής του Γιάλομ έδωσε μια περιγραφή αυτού του αισθήματος: «Ξέρω πως είμαστε όλοι πλοία που ταξιδεύουν στο σκοτάδι και ότι ο καθένας μας είναι ένα πλοίο μοναχικό, είναι όμως τόσο ανακουφιστικό να βλέπεις τα φώτα των γειτονικών πλοίων να σκαμπανεβάζουν δίπλα σου».


Πώς όμως πεθαίνει κανείς έχοντας δίπλα του έναν ψυχαναλυτή αντί τον παπά; H μακρόχρονη πείρα του Γιάλομ τού επιτρέπει να έχει την απάντηση. H ζωή και ο θάνατος έχουν μια βαθιά και συνεχή αλληλεξάρτηση. Ο θάνατος μας στοιχειώνει πολύ νωρίς, από την παιδική ηλικία, όταν η παρουσία του βρίσκεται στα όρια της συνειδητότητας. H μαρτυρία του ψυχαναλυτή επιβεβαιώνει τις ιδέες των υπαρξιακών φιλοσόφων. Το πώς πεθαίνεις έχει απόλυτη σχέση με το πώς έχεις ζήσει. Από την άλλη, η ίδια η ιδέα του θανάτου μπορεί να αποτελέσει σωτήρια αφύπνιση για μια καινούργια ζωή που να αντλεί όλο το δυναμικό της ύπαρξης. Γράφει ο Γιάλομ: «Παρ’ όλο που η σωματική διάσταση του θανάτου μάς καταστρέφει, η ιδέα του θανάτου μπορεί να μας σώσει».


Πίστη στη ζωή


H πίστη του Γιάλομ είναι πίστη στη ζωή. H Ντολτό, αντίθετα από τον Γιάλομ, ομολογεί την πίστη της και προσηλυτίστηκε στην Ορθοδοξία. Μη βιαστούν να χαρούν τα ιερατεία, διότι «φοβού τους ψυχαναλυτές και πίστην ομολογούντες» ή, επί το λαϊκότερον, «άμα έχεις τέτοιους φίλους, τι τους θέλεις τους εχθρούς». Οπωσδήποτε η ανάγνωση των Ευαγγελίων από την Ντολτό είναι ένα γερό ξάφνιασμα. Με όλο τον σεβασμό προς τη θρησκεία και με τον απολύτως ισόποσο προς την ψυχανάλυση, ομολογώ πως διασκέδασα. H γαλλίδα αναλύτρια δεν εγκαταλείπει καθόλου την ψυχαναλυτική ορολογία της μιλώντας για τα Ευαγγέλια και έτσι διαβάζουμε για τη μετάθεση του Λαζάρου και αντιμετάθεση του Χριστού, για ευνουχισμό και για συμβολικό φαλλό. Το βιβλίο όμως αξίζει να αντιμετωπισθεί σοβαρά. Αναμφισβήτητα ο Ιησούς της Ντολτό δεν είναι ο Ιησούς των παπάδων. H γαλλίδα ψυχαναλύτρια αποσυνδέει εντελώς τη διδασκαλία του Ναζωραίου από την ηθική. «Νομίζουν ότι ο Ιησούς λέει τι θα όφειλε να πράττει κανείς. Οχι! Λέει αυτό που συμβαίνει στο ασυνείδητο. Ο Ιησούς στήνει ένα σκηνικό για όλους, φτωχούς, πλούσιους, νέους… της δυναμικής της επιθυμίας». Και αλλού: «Ο Ιησούς διδάσκει επιθυμία και όχι ηθική».


Ετσι, αυτό που συνδέει την ψυχαναλύτρια με την πιστή είναι ακριβώς η ανάγνωση που επιχειρεί στα Ευαγγέλια. Αποσυνδέει τον λόγο του Ιησού από κάθε θεολογικό δογματισμό και από την ορθοδοξία του άμβωνα. Αρνείται εντελώς ότι κατέχει την αλήθεια και μιλάει για την αλήθεια της. Πρέπει όμως να ξεκαθαρίσουμε τι εννοεί η Ντολτό όταν σε αυτό το βιβλίο μιλάει για επιθυμία και όταν ισχυρίζεται ότι ο Ιησούς δεν καταδικάζει ποτέ ένα άτομο «καθ’ οδόν προς την επιθυμία». Την ορίζει ο Ζεράρ Σεβερέν προλογίζοντας το βιβλίο: «H επιθυμία είναι η διαψυχική συνάντηση με τον άλλο». H ανάλυση της παραβολής του Ασώτου, υιού της Σαμαρίτισσας, του Φαρισαίου και του Τελώνη, οι ευαγγελικές αυτές ιστορίες μάς μιλούν κατ’ αρχάς για την επιτακτική ανάγκη να ενθαρρύνεται η γέννηση και η ανάπτυξη της επιθυμίας για την τυραννική και αέναη ανάγκη να καλυφθεί η οδύνη μιας ουδέποτε καλυπτόμενης έλλειψης. Ο λόγος τόσο της Ντολτό όσο και του Γιάλομ διατηρεί και στα δύο βιβλία το γνωστό χάρισμα των δύο ψυχαναλυτών. Απευθύνεται σε κάθε κοινό και μπορεί κανείς να τον πει θρησκευτικό, ακόμη και όταν είναι έξω ή παράλληλα με θρησκείες, γιατί είναι σωτηριολογικός.


H κυρία Λίνα Λυχναρά είναι καθηγήτρια στα πανεπιστημιακά τμήματα του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών, συνεργάτις του ΕΚΕΜΕΛ. Από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη κυκλοφορεί το βιβλίο της «Το μεσογειακό τοπίο στον Γιώργο Σεφέρη και τον Οδυσσέα Ελύτη».