ΠΑΡΙΣΙ, ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ.


Οι γαλλόφωνες χώρες απόλαυσαν και πάλι το λογοτεχνικό φαινόμενο Αμελί Νοτόμπ και το νέο της ­ ένατο κατά σειρά ­ μυθιστόρημα με τίτλο Cosmetique de l’ ennemi κατέκτησε, όπως και τα προηγούμενα, κορυφαία θέση στη λίστα των μπεστ σέλερ. Με προεξάρχοντα στοιχεία τον αστραφτερό διάλογο, την αστείρευτη πινακοθήκη ηρώων και την ψυχολογική πάλη μέχρι τελικής πτώσεως, χαρακτηρίστηκε από κοινό και κριτικούς ένα ακόμη βιβλίο που φέρει την ιδιαίτερη σφραγίδα της συγγραφέως.


Κανένας δεν τολμά πλέον να αμφισβητήσει το φιλολογικό μέγεθος της Νοτόμπ και οι φωτογραφίες της με καπέλα ή εκκεντρικές κομμώσεις οι οποίες μέχρι πρότινος σχολιάζονταν ειρωνικά και πικρόχολα από τον Τύπο αραιώνουν. Με ακρίβεια, μεθοδικότητα και φαντασία η Νοτόμπ με καθένα από τα εννέα βιβλία της σαρώνει τις συμβάσεις και ταράζει τους «κατεστημένους διάσημους» συγγραφείς του γαλλικού μυθιστορήματος. Η προ διετίας εμφάνισή της στην εκπομπή του Μπερνάρ Πιβό «Bouillon de Culture» είχε κλείσει αρκετά κακεντρεχή στόματα, αλλά το γεγονός ότι είναι πολύ νέα, εμφανίσιμη, γυναίκα και Βελγίδα εξακολουθεί να ενοχλεί.


Η συνάντηση με τη συγγραφέα έγινε ένα μεσημέρι του Δεκεμβρίου στο Παρίσι, στα γραφεία του εκδοτικού οίκου Albin Michel. Προσηνής και εύθραυστη, η Αμελί Νοτόμπ εντυπωσιάζει με τις πρώτες κουβέντες της, καθώς στα 34 χρόνια της εξακολουθεί να κρύβει μέσα της τον ενθουσιασμό ενός παιδιού. Αυτό όμως που εντυπωσιάζει ακόμη περισσότερο είναι η ενάργεια με την οποία η κόρη πρέσβη, η ντελικάτη mademoiselle Nothomb, δηλώνει ­ σαν οπερατική ηρωίδα του Μασνέ ­ το πόσο την εκπλήσσει ο κόσμος και το πόσο τη διασκεδάζει η περιπέτεια στον ωκεανό της λογοτεχνίας.




– Το 1992, όταν κυκλοφόρησε το πρώτο βιβλίο σας «Hygiene de l’ assassin», αντιμετωπίσατε την περιφρόνηση καθώς κανένας δεν πίστευε ότι είστε εσείς η συγγραφέας ενός τόσο ώριμου βιβλίου. Πώς νιώσατε;


«Ηταν κολακευτικό κατά κάποιον τρόπο όταν έλεγαν πως είναι απίστευτο ότι έγραψε αυτό το βιβλίο ένας 25χρονος. Αλλά επίσης ήταν μια κακή φιλοφρόνηση γιατί σήμαινε ότι δεν είχα καμία αξιοπιστία όταν έλεγα πως εγώ το έγραψα. Υπήρχε όμως μία ακόμη πλευρά αυτής της περιφρόνησης: το στοιχείο ότι οι άνθρωποι δίπλα στο “πολύ νέα” έβαζαν το “γυναίκα”. Ο συνδυασμός αυτών των δύο ήταν πολύ ισχυρός και διήρκεσε επί τέσσερις μήνες, όσο δηλαδή προσπαθούσαν όλοι να βρουν ποιος είναι ο άνδρας που κρυβόταν πίσω από το όνομά μου! Συναντούσα τους δημοσιογράφους, τους έλεγα ότι υπάρχω, ότι είμαι η συγγραφέας, αλλά όλοι έλεγαν: “Δεσποινίς μου, είστε πολύ γοητευτική αλλά δεν σας πιστεύουμε”. Κατοχυρώθηκε σε εμένα όταν κανένας άλλος δεν διεκδίκησε την πατρότητα!».


– Εννέα χρόνια αργότερα και εννέα βιβλία μετά, είστε η βελγίδα συγγραφέας που ανανεώνει το γαλλικό αστικό μυθιστόρημα. Κοινό και κριτικοί υμνούν το ταλέντο σας. Πόσο κοντά είστε στις φιλοδοξίες σας;


«Οι φιλοδοξίες μου ήταν να ζήσω στην Ιαπωνία και να γίνω διερμηνέας. Ποτέ δεν είχα σκεφθεί να γίνω συγγραφέας. Ανατράφηκα με έναν ιδιαίτερο σεβασμό προς τη λογοτεχνία ο οποίος μεγάλωσε όταν έγινα αναγνώστρια του Σταντάλ και του Ουγκό. Αρχισα να γράφω στα 17 χρόνια μου όχι με σκοπό να γίνω συγγραφέας αλλά γιατί δεν αισθανόμουν καλά εξαιτίας του ερχομού μου στην Ευρώπη και του τέλους της εφηβείας. Ηταν μια περίοδος ιδιαίτερα μοναχική».


– Το γράψιμο χρησίμευσε ως ψυχανάλυση;


«Είναι και αυτό αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Το να γράφεις για να ψυχαναλύεις τον εαυτό σου δεν είναι ένας σκοπός ικανός να σε ωθήσει στο γράψιμο. Αν ήταν αυτός ο μοναδικός σκοπός, τότε θα έκανα πραγματική ψυχανάλυση. Υπάρχουν ασφαλώς η έννοια της δημιουργίας στο γράψιμο και η επιθυμία να καταλάβω την κοινωνία και την εποχή που ζω. Δεν ξέρω τι άλλο υπάρχει αλλά είμαι σίγουρη ότι οι αιτίες ξεπερνούν το πρώτο ενικό πρόσωπο».


– Στα βιβλία σας συνήθως βάζετε τους ήρωες σε ένα ελεγχόμενο από εσάς περιβάλλον και σε καταστάσεις που προβάλλουν τα χαοτικά και απειλητικά συναισθήματά τους. Από πού προέρχονται όλες αυτές οι συναισθηματικές άβυσσοι;


«Υπάρχουν μέσα μου άβυσσοι, πανικοί, ανασφάλειες, κενά, ελλείψεις, η επιθυμία καταστροφής των άλλων. Ακόμη και τα πλέον παρήγορα συναισθήματά μου είναι για μένα αντικείμενα κρίσεων. Προσπαθώ να μιλήσω γι’ αυτά τα πράγματα. Ισως να είμαι ιδιαιτέρως παρανοϊκή αλλά, ξέρετε, είναι πιθανόν να είμαστε παρανοϊκοί και να έχουμε δίκιο».


– Ποια βιώματα διαμόρφωσαν την αντίληψη που έχετε για τον κόσμο;


«Από την παιδική μου ηλικία στις χώρες της Απω Ανατολής θα σταθώ στην εντύπωση του πρόσκαιρου, του προσωρινού. Ζούσα σε συνθήκες ιδιαίτερα ικανοποιητικές, έζησα μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία. Παράλληλα όμως γνώριζα ότι τίποτε δεν θα διαρκούσε καθώς δεν θα παρέμενα σε κανέναν τόπο και σε κανένα σπίτι. Καμία φιλία μου δεν είχε χρονική διάρκεια. Τους περισσότερους ανθρώπους τους έβλεπα μόνο για μία φορά στη ζωή μου και εξαιτίας αυτού του γεγονότος είχα από πολύ νωρίς την αίσθηση του θανάτου. Δεν έχω δει περισσότερους νεκρούς από οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο, απλώς θέλω να πω ότι αυτός ο αποχωρισμός έκανε τους ανθρώπους να φαντάζουν σαν να ήταν ήδη νεκροί. Ολα τα έχανα για να μην τα ξαναβρώ ποτέ και είχα δίκιο, δεν τα ξαναβρήκα ποτέ. Νομίζω ότι αυτό είναι μία από τις βαθύτερες αγωνίες μου».


– Νιώθετε ότι δεν έχετε ρίζες;


«Ισως αλλά δεν ξέρω αν αυτό είναι πρόβλημα γιατί ποτέ δεν είχα ρίζες. Οπως και να έχει το πράγμα, η λογοτεχνία είναι από μόνη της μια ικανή ρίζα».


– Στο τελευταίο βιβλίο σας μιλάτε για τον εσωτερικό εχθρό, αυτόν που όλοι κρύβουμε μέσα μας. Ο δικός σας εχθρός ποιος είναι;


«Οταν ήμουν 12 ετών ένιωσα να γεννιέται μέσα μου κάτι εχθρικό που πήρε τη μορφή μιας μνημειώδους ενοχής. Είναι συνέχεια εκεί, σαν μια φωνή εσωτερική που επιθυμεί την καταστροφή. Σε κάθε περίπτωση και με κάθε ευκαιρία μου δείχνει ότι είμαι το κακό και ότι θα ήταν καλύτερο το να εξαφανιζόμουν. Καθώς δεν είχα καμία διάθεση να εξαφανιστώ άρχισα τον διάλογο με αυτή τη φωνή. Βρίσκω ότι είναι πολύ φυσικό το να γράφω τόσους διαλόγους αφού για χρόνια συμβαίνει αυτό μέσα στο κεφάλι μου ενάντια σε αυτόν τον εχθρό. Το ίδιο συμβαίνει και όταν παίρνω την πένα στο χέρι μου».


– Πώς θα περιγράφατε τον εαυτό σας, ποια είναι η Αμελί Νοτόμπ;


«Δεν ξέρω ποια είναι αλλά θέλω να πιστεύω ότι δεν διαφέρει από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Με μοναδικά ίσως ιδιαίτερα χαρακτηριστικά το ότι διαθέτω πολύ καλή μνήμη και το γεγονός ότι ίσως εκπλήσσομαι πολύ περισσότερο από τους άλλους ανθρώπους. Τίποτε δεν μου φαίνεται φυσιολογικό. Ολα όσα ενυπάρχουν ακόμη και στην πιο επιφανειακή σχέση είναι φορτωμένα από πλέγματα εξουσίας και επιθυμίες καταστροφής. Ολα αυτά τα νιώθω πολύ έντονα και για όλα αυτά μιλάω στα βιβλία μου».


Τα βιβλία της Αμελί Νοτόμπ που κυκλοφορούν σε ελληνική μετάφραση είναι το «Θερμόμετρο» και ο «Σιωπηλός επισκέπτης», και τα δύο από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.