Ενας μοναχικός παρατηρητής κοιτάζει προς το παρελθόν


Εχουν περάσει 14 χρόνια από την πρώτη φορά που αποκαλέσαμε τον Τζιμ Τζάρμους «παιδί-θαύμα του αμερικανικού ανεξάρτητου κινηματογράφου». Μας είχε εντυπωσιάσει με τη λιτότητα και την ουσία τού «Πέρα από τον Παράδεισο». Στην τελευταία του ταινία, «Ghost Dog: Ο τρόπος των σαμουράι», ο Τζάρμους, πιστός υπηρέτης των κωδίκων του, παραμένει πλήρως ανεξάρτητος στη σκέψη και στο ύφος. «Η αμερικανική κουλτούρα είναι ένα μείγμα ποικίλων πολιτισμών» θα μας πει ο ίδιος στο εφετεινό Φεστιβάλ των Καννών, όπου το «Ghost Dog: Ο τρόπος των σαμουράι» διαγωνίστηκε στο επίσημο τμήμα χωρίς ­ δυστυχώς ­ να κερδίσει σε κανέναν τομέα. «Θεωρώ λογικό το ότι για να φτιάξεις μια ταινία για την Αμερική θα πρέπει να το κάνεις μέσα από μια “μεταφυτευμένη” οπτική κάποιας διαφορετικής κουλτούρας ­ διότι ο δικός μας πολιτισμός είναι μια συλλογή “μεταφυτευμένων” εμπνεύσεων». Στο «Ghost Dog», αυτό το πολιτισμικό μείγμα έχει ως εξής: Ενας αφροαμερικανός πληρωμένος δολοφόνος (Φόρεστ Γουίτακερ) υπηρετεί ευλαβικά τους «κανόνες των σαμουράι». Ζει μόνος σε μια ταράτσα εκτρέφοντας περιστέρια και δουλεύει σποραδικά για λογαριασμό μιας άθλιας συμμορίας Ιταλοαμερικανών. Είναι ένας «ακόλουθος» νίντζα χωρίς μέλλον και με τη σκέψη του στραμμένη στις αξίες του παρελθόντος. Οπως άλλωστε και το βλέμμα του Τζάρμους.





­ Γιατί επιλέξατε τους κώδικες των σαμουράι ως αφετηρία ενός σεναρίου σας;


«Στη μοντέρνα κοινωνία, αυτήν που ζούμε, ο κόσμος δείχνει να μη στηρίζεται σε ισχυρούς κώδικες. Η ταινία μου αυτό λέει ­ ή αυτό πραγματεύεται. Δεν είναι τυχαίο ότι μια από τις πολλές πηγές έμπνευσής μου για αυτήν είναι ο “Δον Κιχώτης” του Θερβάντες. Ο Δον Κιχώτης ζει με ισχυρούς κώδικες αλλά δεν μπορεί εμπλακεί στη μοντέρνα κοινωνία της εποχής του. Επιμένει όμως να τους ακολουθεί, έχει έναν ηθικό πυρήνα. Στον ήρωά μου αυτός ο πυρήνας είναι ο κώδικας του πολεμιστή σαμουράι. Είναι ένας κώδικας που προέρχεται από έναν αρχαίο πολιτισμό με τον οποίο ο ίδιος ο εκπρόσωπός του δεν έχει καμία απολύτως σχέση. Και όμως όλη η ζωή του ορίζεται από αυτόν τον κώδικα. Είναι προετοιμασμένος να πεθάνει υπηρετώντας τον. Προτιμά να τον διατηρήσει ανέπαφο από το να τον προδώσει συμβιβαζόμενος. Ετσι, θα έχανε».


­ Σε πολλά σημεία το «Ghost Dog» θυμίζει τον «Δολοφόνο με το αγγελικό πρόσωπο» του Ζαν-Πιερ Μελβίλ. Είναι μια άσκηση σκηνοθετικού ύφους πάνω στο ίδιο θέμα ή κάτι βαθύτερο;


«Ελπίζω κάτι παραπάνω από άσκηση στυλ. Η ταινία του Μελβίλ υπήρξε σίγουρα πηγή έμπνευσης, όπως άλλωστε και πολλές άλλες, όχι όμως μόνο οι δικές του ­ ταινίες του Μιζοκούτσι, του Ακίρα Κουροσάβα, ο “Επαναστάτης του Αλκατράζ” (“Point blank”) του Τζον Μπούρμαν… Το “Ghost Dog” όμως είναι μια ταινία που δεν κρύβει τις επιρροές της και από άλλα πράγματα ­ κάποια βιβλία, διάφορα είδη μουσικής. Ο Μελβίλ πάντως είναι ένας από τους αγαπημένους μου σε ό,τι έχει να κάνει με ταινίες “εγκλήματος”».


­ Δεν είναι αλήθεια ότι ανέκαθεν σας ενδιέφερε ο ιαπωνικός πολιτισμός ­ ο σύγχρονος αλλά και του παρελθόντος;


«Βεβαίως. Αλλά δέχομαι επιρροές από τον πολιτισμό κάθε χώρας. Νομίζω πως ειδικά αυτή η ταινία είναι το αποτέλεσμα πολλών, διαφορετικών εμπνεύσεων, περισσότερο από κάθε άλλη μου. Μόνο μη μου ζητήσετε να γίνω συγκεκριμένος, διότι μου είναι κάπως περίπλοκο να το εκφράσω».


­ Πώς και αποφασίσατε να επιλέξετε έναν ηθοποιό όπως ο Φόρεστ Γουίτακερ για τον ρόλο του σύγχρονου σαμουράι;


«Συχνά γράφω για συγκεκριμένους ηθοποιούς. Το σενάριο αυτής της ταινίας γράφτηκε για δύο ήρωες, με δύο ηθοποιούς στο μυαλό μου: τον σαμουράι του Φόρεστ Γουίτακερ και τον παγωτατζή που δεν μιλάει αγγλικά, δηλαδή τον Ισάκ ντε Μπανγκολέ. Τους υπόλοιπους ηθοποιούς ήμουν αρκετά τυχερός να τους βρω αργότερα. Είχα μια ιδέα για αυτή την ιστορία, τηλεφώνησα στον Φόρεστ, του άρεσε και έγραψα το προσχέδιο. Συμφωνήσαμε αμέσως. Ηταν πολύ βοηθητικός στη γένεση του όλου σχεδίου. Πολλά πράγματα προέρχονται από τον τρόπο με τον οποίο ο ήρωας κινείται, τη φυσική του κατάσταση ­ δηλαδή από τον Φόρεστ. Εγώ έγραψα μεν κάποια πράγματα, αλλά αυτό ήταν μόνο η αρχή. Ο Φόρεστ με βοήθησε με τις ιδέες του».





­ Στην ταινία επιλέξατε ένα μικρό κορίτσι ως «κληρονόμο» του κώδικα.
Γιατί;


«Για να είμαι ειλικρινής, όταν έγραφα το σενάριο και είχα φθάσει στο σημείο όπου εμφανίζεται αυτή η ηρωίδα, άκουγα έναν παλιό δίσκο ρυθμ εν μπλουζ του Σον Χάουζ. Το τραγούδι που έπαιζε ήταν το “Περλίν”, ένα από τα αγαπημένα μου. Ετσι αποφάσισα να ονομάσω τον “κληρονόμο” Περλίν. Ενα αγόρι με αυτό το όνομα θα ήταν κάπως παράξενο…».


­ Μια και το αναφέρατε, το στοιχείο της μουσικής είναι πολύ έντονο στο «Ghost Dog», κυριαρχεί περισσότερο ίσως από κάθε άλλη ταινία σας. Αν το πιστεύετε και εσείς, πείτε μου γιατί το θελήσατε;


«Η μουσική ήταν πάντοτε ένα σημαντικό στοιχείο για μένα. Προσωπικά πιστεύω ότι μια ταινία είναι πάντοτε μοιρασμένη στη μέση: μισή ταινία, μισή μουσική. Δεν νομίζω ότι η συγκεκριμένη περιέχει περισσότερη μουσική από άλλες δικές μου. Ισως και να έχει, δεν ξέρω. Το θέμα είναι πως όταν φτιάχνεις την ταινία πρέπει να σου “μιλάει”, να σε καθοδηγεί. Ελπίζω να μη θεωρηθεί βιντεοκλιπίστικη… Πάντως αισθάνομαι υπερήφανος από τη συνεργασία μου με τον RZA. Απεχθάνομαι τη μουσική που προσπαθεί να σου πει πώς να νιώσεις και πώς να σκεφθείς για την ιστορία, τη μουσική που εκβιάζει τα συναισθήματά σου. Η μουσική, πιστεύω, πρέπει να απορρέει οργανικά, μέσα από την ιστορία που λες. Σε άλλες περιπτώσεις αγοράζουν τη μουσική και την “κολλάνε” στην ιστορία αδιαφορώντας για τη συναισθηματική σχέση της με αυτήν. Την αντιμετωπίζουν περισσότερο σαν εργαλείο του μάρκετινγκ για να ανεβούν οι πωλήσεις του σάουντρακ. Στην ταινία μου, εκτός από τρεις ή τέσσερις περιπτώσεις όπου ο κεντρικός ήρωας επιλέγει να ακούσει κάτι συγκεκριμένο, όλη η υπόλοιπη μουσική είναι γραμμένη κατευθείαν για την ταινία. Ο RZA τη δημιούργησε σύμφωνα με τα δικά του συναισθήματα για την ταινία. Η μουσική είναι οργανική. Θα μπορούσα να αποκαλέσω το “Ghost Dog” ταινία χιπ χοπ, ωστόσο ποτέ δεν κατηγοριοποιώ δικά μου πράγματα…».


­ Αυτή η μεταφορά πάντως από τον Τομ Γουέιτς, τον Νιλ Γιανγκ και τον Ιγκι Ποπ στο χιπ χοπ είναι κάπως παράξενη για σας, σωστά;


«Δεν νομίζω. Μένω στη Νέα Υόρκη, επομένως γνωρίζω και επηρεάζομαι από τη μουσική χιπ χοπ και από εκπροσώπους της ­ τον Κέρτις Φλόου, τους Double Trouble, τους Afrika Bambaata. Παρακολουθώ αυτή τη μουσική από τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα η χιπ χοπ ήταν για μένα η πιο νεωτεριστική μουσική φόρμα. Οπως κάθε είδος μουσικής, έτσι και η χιπ χοπ είναι μια σύνθεση και μια προέκταση άλλων μουσικών, από τα μπλουζ και τα ρυθμ εν μπλουζ ως τη φανκ. Είναι πολύ πλούσια μουσική και πολλοί εκπρόσωποί της ιδιοφυΐες σε πολλά επίπεδα. Σε μουσικό επίπεδο, άνθρωποι όπως ο RZA είναι για μένα αντίστοιχοι του Θελόνιους Μονκ στην τζαζ και του Τζίμι Χέντριξ στη ροκ. Οπως έλεγα και πριν, αυτή η ταινία είναι γένεση πολλών εμπνεύσεων, από τον Μελβίλ ως τη Μαίρη Σέλεϊ, τον Ακούτα Γκάουα, τον Μεχάγκα Κούρε που έγραψε το “Βιβλίο του σαμουράι”… Επίσης, η φιλοσοφία της κολεκτίβας των ραπ συγκροτημάτων Wu-Tang-Clan έχει πλούτο δημιουργίας. Γράφοντας το σενάριο της ταινίας πάντως ανάμεσα σε άλλα άκουγα RZA και άρα ήμουν σίγουρος για την επιλογή μου».


­ Πότε έγραψε τη μουσική;


«Αφού είχα γυρίσει την ταινία. Κατάλαβα ότι είχαμε την ίδια περίπου μεθοδολογία στη σκέψη».


­ Προέρχεστε από μια χώρα της οποίας το βλέμμα, ακόμη και των καλλιτεχνών, βρίσκεται στραμμένο προς το επόμενο σύνορο. Ωστόσο εσείς κοιτάτε πάντα το παρελθόν ­ ή, καλύτερα, εξετάζετε τη σοφία του παρελθόντος. Αυτή η εναλλαγή είναι πολύ σημαντική για έναν Αμερικανό. Πού οφείλεται;


«Οι άνθρωποι προσπαθούν να κατηγοριοποιήσουν την Ιστορία και είναι φυσικό, διότι βολεύει ­ η ρομαντική περίοδος, η μοντέρνα περίοδος κτλ. Εμένα όμως μου φαίνονται κάπως παράξενα όλα αυτά. Δεν μπόρεσα ποτέ να τα χωνέψω, διότι για μένα όλες αυτές οι έννοιες είναι σαν τα κύματα του ωκεανού: θαρρείς πως συνδέονται ενώ η Ιστορία κυλά. Πιστεύω ότι, αν κοιτάξεις τον κόσμο κατ’ αυτόν τον τρόπο, το παρελθόν του, το παρόν, ακόμη και το μέλλον του, θα δεις μια συνέχεια. Θα δεις επίσης μια ανεξάντλητη δύναμη και τη σοφία που είχαν κάποιοι άλλοι άνθρωποι πριν από εμάς. Δεν είμαι ένα άτομο που κοιτάζει μόνο πίσω του, αλλά ποιος μπορεί να αμφισβητήσει ότι μόνο πίσω μπορούν να βρεθούν χιλιάδες, εκατομμύρια σημαντικά πράγματα. Στην κλασική λογοτεχνία, οπουδήποτε… Με ελκύουν λοιπόν τα πάντα. Δεν με ενδιαφέρει το μοδάτο όταν μπορείς να ανακαλύψεις πράγματα ουσίας στον Δάντη, στον Σαίξπηρ ή στις παλιές ταινίες. Δεν έχει σημασία το πότε φτιάχτηκαν ή σε ποιο ιστορικό “κεφάλαιο” εντάσσονται, από τη στιγμή που κουβεντιάζεις μαζί τους και εμπνέεσαι, συγκινείσαι. Βρίσκω πολύ παράξενο το ότι πολλοί νεότεροί μου συνάδελφοι καλλιτέχνες δείχνουν να μην καταλαβαίνουν ή να μη γνωρίζουν τι υπήρξε πριν από αυτούς. Θυμώνω όταν τους ακούω να μιλούν για το ποιον ατζέντη θα πρέπει να προσλάβουν ή ποιο στούντιο θα πρέπει να πλησιάσουν και να μην έχουν ιδέα για την ιστορία του κινηματογράφου και για όλα αυτά τα σπουδαία πράγματα στα οποία έχουν πρόσβαση και με τα οποία μπορούν να γίνουν καλύτεροι. Για μένα, αυτά είναι το σπίτι μου».


­ Συζητήσαμε αρκετά για τη σχέση της ταινίας με τη λογοτεχνία και τη μουσική. Μιλήστε μου λίγο για τη σχέση της με τα καρτούν.


«Τα καρτούν χρησιμοποιούνται στην ταινία με έναν ανορθόδοξο τρόπο. Ισως χρειασθεί να την ξαναδεί κάποιος για να το παρατηρήσει. Οι καταστάσεις που συμβαίνουν στα καρτούν είναι η ηχώ ή η προαναγγελία αυτών που ακολουθούν στην ιστορία».


­ Η πρόσφατη ατμόσφαιρα στην Αμερική (Μάιος 1999) ίσως είναι κάπως ηλεκτρισμένη για να υποδεχθεί την ταινία σας στις αίθουσες. Αναφέρομαι στα ζητήματα της «κυριαρχίας των όπλων» (gun control) και στα τραγικά επεισόδια στο Κολοράντο, όπου νεαρά άτομα σκότωσαν χωρίς λόγο συμμαθητές και καθηγητές τους. Η ταινία σας αναφέρεται στη ζωή ενός πληρωμένου δολοφόνου που, φυσικά, ζει ανάμεσα σε όπλα. Πώς θα σχολιάζατε τη σχέση που έχει η βία στην τέχνη με τη βία στη ζωή;


«Νομίζω ότι τα πράγματα που οι άνθρωποι δημιουργούν αντικατοπτρίζουν τις καταστάσεις που συμβαίνουν γύρω μας και μέσα στον πολιτισμό μας. Η Αμερική είναι μια κοινωνία της κουλτούρας του όπλου, στηρίζεται στα όπλα. Από την εποχή που οι ευρωπαίοι πιονιέροι εξολόθρευσαν τους ιθαγενείς της και σκότωσαν πολλά ζώα της, τα όπλα είναι μέρος της ιστορίας των ΗΠΑ και κατά συνέπειαν μέρος της ίδιας της χώρας. Νομίζω ότι ο κόσμος κάνει σοβαρό λάθος όταν επιτίθεται στην τέχνη ανεξαρτήτως φόρμας και της επιρρίπτει ευθύνες επειδή εκφράζει πολιτισμικές καταστάσεις. Είναι ένας κάπως δειλός τρόπος παρακολούθησης των πραγμάτων. Δεν πιστεύω στη λογοκρισία και το θεωρώ πολύ παράξενο όταν ακούω τους δεξιούς πολιτικούς στην Αμερική να λένε “κοιτάξτε, έχω αυτές τις φωτογραφίες που δείχνουν γυμνά παιδιά στην παραλία. Είναι σεξουαλικές, άρα αυτός που τις τράβηξε είναι παιδεραστής”. Για μένα, αν αυτές οι φωτογραφίες γυμνών παιδιών ερεθίζουν κάποιον, θα έλεγα ότι αυτός έχει το πρόβλημα. Η τέχνη πάντως και η αφήγηση, οποιαδήποτε αφήγηση, πιστεύω ότι πρέπει να ανήκουν σε μια ζώνη απόλυτης ελευθερίας. Οταν μπαίνουν στη μέση οι κανονισμοί, τότε προκύπτει το μεγάλο πρόβλημα και πιστεύω ότι τότε ο κόσμος εκδηλώνει την καταπίεσή του. Η Αμερική είναι μια πολύ καταπιεσμένη χώρα. Οταν απαγορεύεις πολλά πράγματα, τότε έχεις πρόβλημα· ενώ, αν έχεις ελευθερία έκφρασης, υπάρχει υγεία. Και με ενοχλεί πολύ το ότι ο ίδιος κόσμος που είναι εναντίον των ταινιών gangsta rap αποδέχεται ταινίες όπως ο “Εξολοθρευτής”. Μου αρέσει ο “Εξολοθρευτής”, αλλά έχετε μετρήσει εκεί τα πτώματα;».