Ο Κουέντιν Κρισπ με τη μαύρη μάσκαρα απεδήμησε σε ηλικία 90 χρόνων εις Κύριον και η Βρετανία θρηνεί τον βετεράνο μποέμ βασιλιά της ομοφυλόφιλης κοινότητας, ο οποίος στις αρχές του αιώνα δεν δίστασε να κυκλοφορήσει στον δρόμο με μέικ απ και μανό και να υποστεί σωρεία γιουχαϊσμάτων και συλλήψεων. Ο αγγλικός Τύπος περισυνέλεξε πολλά από τα αποφθέγματα αυτού του γερο-ξεκούτη μαχητή-entertainer. Ιδού λοιπόν τι είπε:


Για το τελευταίο αντίο


«Δεν θέλω κανείς να σταθεί μέσα στην μπόρα πάνω από μια τρύπα στο έδαφος την ώρα που κάποιος άλλος εξηγεί πόσο υπέροχος υπήρξα. Θα ήθελα να με βάλουν σε μια από αυτές τις γυαλιστερές σακούλες σκουπιδιών και να με ρίξουν σε έναν σκουπιδοτενεκέ».


Για το μίσος


«Κάποιος μου έστειλε ένα υβριστικό γράμμα γράφοντάς μου ότι δεν είμαι τίποτε άλλο από μια μόνη και θλιβερή γριά αδερφάρα που δεν ενδιαφέρεται για τίποτε που να έχει κάποια αξία και για κάποιον άλλον. Το σκέφτηκα λίγο και κατέληξα: “Εχει δίκιο”».


Για την επιτυχία


«Αν δεν πετύχεις την πρώτη φορά, μπορεί η αποτυχία να είναι το στυλ σου».


Για τους τρόπους


«Οι καλοί τρόποι είναι ένα μέσο για να πετύχουμε αυτό που θέλουμε χωρίς να είμαστε τελείως γουρούνια».


Για την καθαριότητα


«Μετά τα τέσσερα πρώτα χρόνια η βρώμα δεν μπορεί να γίνει χειρότερη».


Για τους (άλλους) ομοφυλόφιλους


«Δεν πιστεύω ότι οι ομοφυλόφιλοι σήμερα θέλουν να ενσωματωθούν στην κοινωνία. Γιατί όταν έχεις πλέον ενσωματωθεί και πεις “είμαι γκέι”, η απάντηση που αναπόφευκτα θα πάρεις είναι “ε, και;”».


Για το τι είναι αβάσταχτο


«Το να φτάσεις στο τέλος της ζωής σου λέγοντας “δεν έκανα ποτέ κάτι που να ήθελα πραγματικά να κάνω” πρέπει να είναι μια από τις πιο αβάσταχτες δυστυχίες που μπορεί να νιώσει η ανθρώπινη ψυχή».


Για τα δάκρυα


«Τα δάκρυα ήταν για μένα ό,τι οι γυάλινες χάντρες για τους αφρικανούς εμπόρους».


Για τον ορισμό της αυτοβιογραφίας


«Η αυτοβιογραφία είναι μια νεκρολογία σε πολλές συνέχειες από την οποία λείπει το τέλος».


Για τα 90ά γενέθλια


«Αυτό είναι το πλεονέκτημα του να είσαι 90 χρόνων: όταν δεν έχεις ακόμη φτάσει τα 90, κάποια μέρα συνειδητοποιείς ότι ο θάνατος πλησιάζει και αρχίζεις να φοβάσαι· όταν όμως γίνεις 90, τον αποζητάς πια».