Ηταν 13.31 το μεσημέρι της Παρασκευής 4 Μαΐου του σωτηρίου έτους 2001. Ο Αρχιεπίσκοπος βρισκόταν στην κεντρική είσοδο του Αρχιεπισκοπικού Μεγάρου και ανέμενε τον Επίσκοπο Ρώμης. Στις 13.32 ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β’ αγγίζει το απλωμένο χέρι του Αρχιεπισκόπου, προσπαθεί να τον τραβήξει επάνω του και να τον ασπαστεί. Ο κ. Χριστόδουλος τραβιέται, δεν επιθυμεί μια φωτογραφία με εναγκαλισμούς την οποία θα χρησιμοποιήσουν οι φανατικοί.
Μέσα σε λιγότερο από μία ώρα τα πάντα ανατρέπονται. Ο Προκαθήμενος της μεγαλύτερης σε πληθυσμό χριστιανικής Εκκλησίας ταπεινώνεται. Είναι 14.24 ακριβώς. Ο Ποντίφικας ζητεί συγχώρηση από τον Θεό για τα αμαρτήματα στα οποία υπέπεσαν οι ρωμαιοκαθολικοί και κυρίως για την Αλωση της Κωνσταντινούπολης, της αυτοκρατορικής πόλης του χριστιανισμού, από τους σταυροφόρους. Το χειροκρότημα του Αρχιεπισκόπου σπάει την αμηχανία, δίνει νότα χαράς και κυρίως εκφράζει την αγαλλίαση εκατομμυρίων ελληνοφώνων ορθοδόξων που ζουν σήμερα σε όλον τον κόσμο.
«Στην αρχή ήμασταν διστακτικοί, κουμπωμένοι, φοβισμένοι και μετά ήρθε το ζέσταμα, η αγαλλίαση, η χαρά. Το χειροκρότημα του Αρχιεπισκόπου μάς ξύπνησε». Η «εξομολόγηση» ανήκει σε έναν από τους ιεράρχες της Εκκλησίας της Ελλάδος που δεν φοβήθηκαν τις αντιδράσεις των φονταμενταλιστών και δέχθηκαν να εκπροσωπήσουν τους ορθοδόξους στην ιστορικής σημασίας συνάντηση των δύο Προκαθημένων.
«Για όλες τις παρελθούσες και παρούσες περιστάσεις όπου τα τέκνα της Καθολικής Εκκλησίας αμάρτησαν με πράξεις και παραλείψεις κατά των ορθοδόξων αδελφών τους, ο Κύριος ας μας χορηγήσει τη συγχώρηση που του ζητούμε». Η φράση αυτή του Πάπα θα μείνει στην ιστορία.
Μπορεί ο 263ος διάδοχος του Πρίγκιπα των Αποστόλων Πέτρου Ιωάννης Παύλος Β’ να μην έσκυψε να φιλήσει τα πόδια ενός μητροπολίτη όπως έκανε ο Παύλος Στ’ την ώρα που είδε τον μακαριστό Μητροπολίτη Χαλκηδόνος Μελίτωνα Χατζή, όμως η ταπείνωσή του έφθασε στο έσχατο σημείο, όταν έγραψε τη δική του ιστορία λέγοντας: «Ορισμένες αναμνήσεις είναι ιδιαίτερα οδυνηρές και ορισμένα γεγονότα του απώτερου παρελθόντος άφησαν μέχρι σήμερα βαθιά τραύματα στα πνεύματα και στις καρδιές του λαού. Αναλογίζομαι τη δραματική άλωση της αυτοκρατορικής πόλεως της Κωνσταντινουπόλεως, η οποία από τόσους μακρούς χρόνους ήταν ο προμαχώνας της χριστιανοσύνης στην Ανατολή. Είναι τραγικό ότι οι επιδρομείς, ξεκινώντας για να εξασφαλίσουν την ελεύθερη πρόσβαση των χριστιανών στους Αγίους Τόπους, εστράφησαν κατά των αδελφών τους εν τη πίστει».
Η ομιλία του Ποντίφικα κρατήθηκε μυστική. Ουδείς στην Αθήνα γνώριζε τι θα λεχθεί. Ηταν τέτοια η μυστικότητα, ώστε το κείμενο δεν είχε σταλεί ούτε καν στην Πρεσβεία του Βατικανού. Οι ορθόδοξοι ιεράρχες μπορούσαν μόνο να ελπίζουν, αφού στις συνομιλίες που έγιναν μεταξύ των δύο αντιπροσωπειών ζητήθηκε μια κίνηση από την πλευρά της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας που θα ανακούφιζε τους Ελληνες.
Στο Βατικανό οι καρδινάλιοι Αντζελο Σοντάνο, πρωθυπουργός του παπικού κράτους, Γιόζεφ Ράτζιγκερ, πρόεδρος του Ποντιφικικού Συμβουλίου για τη Διάδοση της Πίστης, και Βάλτερ Κάσπερ, πρόεδρος της Επιτροπής για την Ενότητα των Χριστιανών, δούλεψαν αθόρυβα και μυστικά μετά τις σαφείς οδηγίες του Ποντίφικα.
«… Οφείλουμε να είμεθα όλοι πιο ανοικτοί και προσεκτικοί σε ό,τι το Πνεύμα λέγει σήμερα στις Εκκλησίες». Ηταν το μήνυμα που απέστειλε ο Πάπας και το οποίο είχε πολλαπλούς αποδέκτες.
Απευθυνόταν στους επισκόπους του των αγροτικών κυρίως περιοχών της Κεντρικής Ευρώπης, οι οποίοι όταν ο Ιωάννης Παύλος Β’ ζητεί συγχώρηση από τον Θεό ως το 1997 σε 94 κείμενα αναγνώρισε μεγάλα ιστορικά λάθη εκφράζουν τον φόβο τους και την αντίθεσή τους.
Απευθυνόταν στους ορθόδοξους ιεράρχες και θεολόγους οι οποίοι αντέδρασαν στην έλευσή του και επιτέθηκαν στον Αρχιεπίσκοπο κ. Χριστόδουλο.
Αλλά κυρίως απευθυνόταν και σε όλους τους ιεράρχες που διεξάγουν τον διάλογο μεταξύ ορθοδόξων και ρωμαιοκαθολικών, ο οποίος βρίσκεται σε τέλμα.
Ο Αρχιεπίσκοπος κ. Χριστόδουλος προκάλεσε εντύπωση με την αυστηρή ομιλία του. Τα εγκλήματα των ρωμαιοκαθολικών σε βάρος των ορθοδόξων, η έλλειψη συμπαράστασης από το Βατικανό στις δύσκολες στιγμές που έζησαν στους αιώνες οι ορθόδοξοι και η κάλυψη όσων αντέδρασαν στην επίσκεψη ήταν τα κυρίαρχα σημεία της αρχιεπισκοπικής ομιλίας.
Ο κ. Χριστόδουλος, ο οποίος κυρίως προσπαθούσε να προλάβει τις επιθέσεις των συντηρητικών ιεραρχών και θεολόγων, έγραψε μόνος του την ομιλία, η οποία είχε την έγκριση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, αφαίρεσε ωστόσο ορισμένα σκληρότερα κομμάτια έπειτα από παρότρυνση των καθηγητών της Θεολογικής Σχολής κκ. Παπαδόπουλου και Γαλίτη. Ωστόσο χθες έδειξε ότι μπορεί να σταθεί πέρα και πάνω από τις αντιθέσεις και δεν φοβήθηκε να κρατήσει ακόμη και από το χέρι τον Πάπα.
Τα επόμενα βήματα στις σχέσεις των δύο Εκκλησιών
Ο Αρχιεπίσκοπος κ. Χριστόδουλος αργά χθες το απόγευμα έφθασε στη Μόσχα, όπου πραγματοποιεί επίσημη επίσκεψη στο Πατριαρχείο Πάσης Ρωσίας. Η Ρωσική Εκκλησία είναι η πλέον συντηρητική στο εσωτερικό της Ορθοδοξίας και τα σχόλια που επεφύλαξε στέλεχος της Επιτροπής Διορθοδόξων και Διαχριστιανικών Σχέσεων του Πατριαρχείου για την παπική συγγνώμη είναι ενδεικτικά της δυστοκίας, της δυσπιστίας αλλά και των εκ διαμέτρου αντίθετων εκτιμήσεων που υπήρξαν την επόμενη ημέρα: «Η σοβαρότητα του προβλήματος υπάρχει και γι’ αυτό ο διάλογος μεταξύ εκπροσώπων της Ορθόδοξης και της Καθολικής Εκκλησίας δεν θα πρέπει να μείνει μόνο στις προσφωνήσεις και στις συγκεκριμένες διακηρύξεις, αλλά να γίνει με θετικές και συγκεκριμένες ενέργειες». Στη συνέχεια αναφέρθηκε στη «δεκαετία του ’90, στη διάρκεια της οποίας χιλιάδες ουκρανοί ορθόδοξοι στερήθηκαν τις Εκκλησίες τους, υπέστησαν ταπεινώσεις και πετάχτηκαν στον δρόμο από τους Ουνίτες».
Οσο για το ποια θα είναι η στάση της Εκκλησίας της Ελλάδος, αυτό θα φανεί στην πρώτη συνεδρίαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου. Κυρίως όμως θα αποδειχθεί από τη σύνθεση των μελών της επιτροπής που θα χειριστεί από ‘δώ και εμπρός τον διάλογο με τους ρωμαιοκαθολικούς, αφού σήμερα ο Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας κ. Στυλιανός, πρόεδρος της επιτροπής των ορθοδόξων για διάλογο με τους καθολικούς, διαμαρτύρεται ανοιχτά πλέον για την προκλητική και συντηρητική στάση που επιδεικνύουν κάθε φορά στον διάλογο οι ελλαδίτες εκπρόσωποι.
Οσο για το Βατικανό, θα πρέπει να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να πείσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο ότι ο διάλογος μεταξύ των δύο Εκκλησιών μπορεί να συνεχιστεί μέσα στο 2001. Θα πρέπει πρώτα να λάβει μέτρα για την Ουνία, όπως ζητεί το Φανάρι, καθώς σε διαφορετική περίπτωση ο διάλογος θα συνεχιστεί ενδεχομένως το 2002.
ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ Ο «αθέατος καρδινάλιος»
«Η Καθολική Εκκλησία είναι συνηθισμένη σε αντιδράσεις. Είμαστε αμετάκλητα προσανατολισμένοι και στρατευμένοι στην προσπάθεια της ενότητας». Τα λόγια αυτά ανήκουν στον επονομαζόμενο και «αθέατο άνθρωπο». Είναι προσωπικές εξομολογήσεις σε ορθόδοξους αρχιερείς του πρέσβη της Αγίας Εδρας στην Αθήνα αρχιεπισκόπου κ. Πολ Τάμπετ.
Ο μαρωνίτης, Λιβανέζος την καταγωγή, Πολ Τάμπετ είναι ένας από τους διπλωμάτες καριέρας του Κράτους του Βατικανού. Τα τελευταία τρία χρόνια υπηρετεί στη χώρα μας και, όπως τονίζουν στενοί συνεργάτες του, ούτε στα όνειρά του δεν πίστευε τους πρώτους μήνες της παρουσίας του στην Αθήνα ότι μπορούσε ποτέ ο Ποντίφικας να επισκεφθεί την Ελλάδα και μάλιστα στη διάρκεια της θητείας του.
Η Αγία Εδρα όμως είχε θέσει έναν συγκεκριμένο στόχο και αυτός εκλήθη να αναλάβει τους αναγκαίους χειρισμούς για την επίτευξή του.
Τον Ιούνιο του 1999 ενημέρωσε τον Αρχιεπίσκοπο κ. Χριστόδουλο για την επιθυμία που θα εξέφραζε λίγες ημέρες αργότερα δημοσίως ο Πάπας να επισκεφθεί όλες τις περιοχές που συνδέονται με την ιστορία του χριστιανισμού και τα βήματα του Αποστόλου Παύλου με αφορμή τη συμπλήρωση 2.000 χρόνων από τη Γέννηση του Χριστού.
Εβλεπε τον Ποντίφικα να επισκέπτεται την Ορθόδοξη Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά και αργότερα να συναντάται με τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων, άκουγε τον Πατριάρχη Αντιοχείας κ. Ιγνάτιο να δηλώνει ότι είναι έτοιμος να υποδεχθεί τον Πάπα στη Δαμασκό και τους ιεράρχες της Ελλάδας να αντιδρούν ακόμη και στο άκουσμα του ονόματος του Ιωάννη Παύλου Β’.
Στις αρχές του περασμένου Νοεμβρίου ο κ. Τάμπετ ενημέρωσε τον Αρχιεπίσκοπο κ. Χριστόδουλο για τις προθέσεις του Βατικανού. Ταυτόχρονα είχε διεξοδικές συναντήσεις με την ηγεσία του υπουργείου Εξωτερικών. Η «ήξεις αφίξεις» δήλωση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου στις αρχές Δεκεμβρίου σύμφωνα με την οποία «οποιοσδήποτε έχει το δικαίωμα να επισκεφθεί την Ελλάδα» καθώς και ότι «η ΔΙΣ δεν είναι αρμόδια να αποφασίσει κάτι τέτοιο» δεν πτόησε τον κ. Τάμπετ, ο οποίος επανέφερε το θέμα τον Φεβρουάριο του 2001 με επίσημη πλέον επιστολή του Ποντίφικα.



