Κι εξάλλου τα κείμενά μου είναι μια συνεχής παρέκβαση από κάτι που ψηλαφείται μόνο στο σκοτάδι.
Α. Νικολαΐδης, «Εξαφάνιση»
Το βιβλίο αυτό, ένα χρόνο μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Αριστοτέλη Νικολαΐδη, κλείνει τον κύκλο των ιδεολογικών/πολιτικών έργων του συγγραφέα, που ξεκίνησε το 1969 με την έκδοση στο Μόντρεαλ του μυθιστορήματος «Συνυπάρχοντες» (πρώτη ελληνική έκδοση Κέδρος 1976) και συνεχίστηκε με την «Εξαφάνιση» (Κέδρος, πρώτη έκδοση 1975, Α’ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος). «Ο αιώνας τελείωνε στην κόψη» περιλαμβάνει πάνω από δέκα ρητές αναφορές στα δύο αυτά μυθιστορήματα ενώ η προβληματική, τα αφηγηματικά μοτίβα και η εν γένει τεχνική του αξιοποιούν την εμπειρία εκείνων. Η πρόσφατη λοιπόν έκδοση του Κέδρου, καθώς επιπλέον καλύπτει με νέα εξώφυλλα της αυτής αισθητικής (εμφανώς προσεγμένης ως προς τη σχέση περιεχομένου – περιβλήματος) και τα τρία αναφερθέντα βιβλία, έρχεται να υπογραμμίσει την πιθανότητα μιας τριλογίας.
Και στα τρία βιβλία κεντρικός ήρωας είναι ο συγγραφέας Φίλιππος Ούτις. Ο Φίλιππος δεν είναι μια persona, ένα alter ego του συγγραφέα, είναι ο ίδιος ο συγγραφέας Νικολαΐδης με την εμμονή που ομολογεί στην αρχή κιόλας του «Αιώνα», ότι είναι ο συγγραφέας των «Συνυπαρχόντων», και στο τέλος του, ότι τελειώνει την «Εξαφάνιση»· εμμονή που αποκτά ψυχωτικές διαστάσεις όταν ο συγγραφέας «συζητάει» με τους ήρωές του στον «Αιώνα» τη «ρεαλιστική» ή μη απόδοση τόσο εκείνων όσο και του εαυτού του στους «Συνυπάρχοντες»! Οι άλλοι ήρωες κινούνται δορυφορικά γύρω από τον Φίλιππο, περισσότερο ως οπτασίες ή (πράγμα που διαρκώς υπαινίσσεται ο αφηγητής) ως πλάσματα της φαντασίας του. Και στα τρία μυθιστορήματα πρωταγωνιστούν τα ίδια πρόσωπα. Για τις περιστάσεις της ζωής τους μαθαίνουμε ελάχιστα· θα έλεγε κανείς ότι δεν μαθαίνουμε πολλά ούτε για τη σκέψη τους. Είναι επιλεγμένα δείγματα ανθρώπινων τύπων: ο κομματικός της πειθαρχίας, ο κομματικός των οραμάτων, ο συντηρητικός ή ο φιλελεύθερος αστός, η γυναίκα – μητέρα – πόρνη κλπ. Ο λόγος τους αποτελεί πρισματική διάθλαση του παντοδύναμου λόγου του ήρωα – αφηγητή που με δυσκολία εγκαταλείπει το πρώτο για το τρίτο πρόσωπο.
Η πλοκή και στα τρία μυθιστορήματα συνοψίζεται σε μια περιπλάνηση. Και αυτή η περιπλάνηση όμως σπανίως περιγράφει συγκεκριμένα τόπους, χώρους, πρόσωπα ή ψυχολογικές μεταπτώσεις. Κατ’ ουσίαν πρόκειται για μια περί την πλάνην περιήγηση, περί την πλάνην της Αριστεράς. Η πλοκή αφορά την είσοδο ή την έξοδο του ήρωα – αφηγητή (ή της persona του, π.χ. του Τηλεκίδη στην «Εξαφάνιση») στον εκάστοτε ιστορικό χρόνο (Δεκεμβριανά, Εμφύλιος, δικτατορική Ελλάδα), δηλαδή τη συνειδησιακή εμπλοκή του ήρωα στα ιστορικά τεκταινόμενα. Η ελάχιστη αναγκαία πλοκή βεβαίως υπάρχει: ο ήρωας εισέρχεται από το έρεβος των σοσιαλιστικών χωρών στο έρεβος της δεξιοαριστερής Ελλάδας (στο πρώτο), ταξιδεύει στο έρεβος της Δεκεμβριανής Ελλάδας (στο δεύτερο), δραπετεύει στο έρεβος της Ευρώπης στη δικτατορία και τέλος επιστρέφει στη σκοτεινή Ελλάδα αμέσως μετά τη μεταπολίτευση (στον «Αιώνα»).
Η τριλογία οικοδομείται σε τρία αλληλένδετα αφηγηματικά θέματα. Πρώτον, το θέμα της διαρκούς φυγής: ο ήρωας διώκεται, βρίσκεται σε διαρκή μετατόπιση και κίνηση· ποτέ δεν έχει σταθερή στέγη, εργασία, σύντροφο. Ποτέ δεν ησυχάζει. Στους πάντες αναγνωρίζει έναν πιθανό «πράκτορα». Δεύτερον, το θέμα της καταναγκαστικής παρανομίας: ο ήρωας κρύβεται, αλλάζει ονόματα, ζει σαν φάντασμα, συχνά και σαν τρωκτικό, συνήθως κλεισμένος σε τέσσερις τοίχους, σε κάποιο κρησφύγετο. Τρίτον, το θέμα της διττής πραγματικότητας: πίσω από το πραγματικό κρύβεται πάντα ένα άλλο, εντελώς αόρατο και άρα ανεξέλεγκτο, ένα τερατώδες πρώτο κινούν του κόσμου.
Σε αυτό το αφηγηματικό πλέγμα στήνεται ένα αλληγορικό σκηνικό ζόφου, σκότους, κόλασης, όπου η αληθινή περιπέτεια συμβαίνει αποκλειστικά στο εσωτερικό του Κλειστού Κόσμου μιας οικουμενικής Ψυχής· περιπέτεια που διαμεσολαβείται από τον εξαντλητικά αναλυτικό λόγο του αφηγητή. Το ερεβώδες αυτό σκηνικό ιχνογραφείται με λίγα αστικά σπίτια, κάποιο καφενείο και κάποιο εμφανές σημαίνον της πόλης. Στους «Συνυπάρχοντες» τα τοπία του Μυστρά και της Μονεμβασιάς συνυπάρχουν ως οι μοναδικές εκλάμψεις φωτός με το έρεβος της μεταδεκεμβριανής Αθήνας· στην «Εξαφάνιση» το σκηνικό του Δεκέμβρη εξαφανίζεται δίνοντας τη θέση του σε μια χαίνουσα καταπακτή (του σπιτιού, του υποβολέα, του τοίχου στο ψυχιατρείο) που οδηγεί στα έγκατα της βασανισμένης Αριστεράς. Στον «Αιώνα» το σκηνικό μετατοπίζεται στη ζοφερή Ευρώπη (Ζυρίχη, Λωζάννη, Βερολίνο, Παρίσι) της διεθνούς τρομοκρατίας (μια πικρή γεύση γοητείας από το ξένο πολιτισμικό τοπίο λανθάνει στη σκοτεινή περιγραφή του), για να καταλήξει πάλι, στο τέλος του βιβλίου, στα βιβλικά ερέβη της Αποκαλύψεως όπου «σιωπηλό, ατάραχο και πολυμήχανο [βασιλεύει] το τέρας».
Τρεις λέξεις – κλειδιά ακούγονται περιοδικά στον δαιμονικό πότε καφκικό, πότε ντοστογεφσκικό κόσμο του Νικολαΐδη: ταυτοποίηση, διήθηση και εξαλλαγή. Οι τρεις αυτές λέξεις κατονομάζουν το ιδεολογικό υπο-κείμενο του συγγραφέα. Ο συγγραφέας αναζητεί εναγωνίως την ταυτότητα του δεινού του κόσμου διατρέχοντας μια «ιστορία που όλη είναι μια σκευωρία» και μια πραγματικότητα «όλο φαντάσματα» όπου τα πάντα είναι αμφισβητήσιμα, αταυτοποίητα. Στον μαύρο αυτόν κόσμο η διήθηση είναι ο νόμος της (αλ)χημικής συνύπαρξης των αντιθέτων· εξαιτίας της η απόσταση ανάμεσα στον επαναστάτη και στον προδότη, στον χωροφύλακα και στον πολιτοφύλακα, στον συγγραφέα και στον ήρωά του εκμηδενίζεται και δυνητικά επιστρέφει το καθετί στο αντίθετό του («σύνδρομο του καθρέφτη» στην «Εξαφάνιση»). Ως τελική συνέπεια η εξαλλαγή μεταμορφώνει οριστικά τους χαρακτήρες σε κάτι απάνθρωπο, απόμακρο, αλλοτριωμένο και σχεδόν μεταλλαγμένο με τη βιολογική έννοια του όρου (στον «Αιώνα» π.χ. όλη η εμιγκράτσια των «Συνυπαρχόντων» παρουσιάζεται εμφανώς εξαλλαγμένη).
Σε αυτό το ερμητικά κλειστό μυθολογικό σύμπαν λανθάνουν ωστόσο τρεις ρωγμές διαφυγής: οι Γυναίκες, ο Μύθος και η Ελλάδα. Οι γυναικείοι χαρακτήρες στον Νικολαΐδη συμπυκνώνονται σε έναν: στη γυναίκα του μικροαστικού στερεότυπου, που ενδιαφέρεται ελάχιστα για την πολιτική, είναι «γάτα» (η Ξένια των «Συνυπαρχόντων» και του «Αιώνα»), πότε «χαδιάρα» (η Χριστίνα του «Αιώνα»), πότε «λυσσασμένη» (η Ούρσουλα του «Αιώνα») ή έστω «σκύλα» (η Ξένια των «Συνυπαρχόντων»), «με τάσεις νυμφομανίας» (η Χαρούλα της «Εξαφάνισης»), μια «θηλυκή ηδονιστική μάζα» (Χαρούλα, «Εξαφάνιση»), με ανύπαρκτη ή ευνουχισμένη μητρότητα (Ολγα «Συνυπαρχόντων», Χριστίνα «Αιώνα»), που συνήθως τη (δια)μοιράζονται παράλληλοι εραστές (Φίλιππος – Ολγα – Προκόπης και Φίλιππος – Βασίλης – Ξένια στους «Συνυπάρχοντες», Δημήτρης – Χαρούλα – Τηλεκίδης στην «Εξαφάνιση», Φίλιππος – Ούρσουλα – Βασίλης στον «Αιώνα»), πάντα υποστηρικτική μηχανή – μητέρα του αγχωτικού αρσενικού. Η Γυναίκα δεν σκέφτεται, δεν διαλέγεται, απλά ρουφά στο αβυσσαλέο αιδοίο της τα χειμαρρώδη λεκτικά εκκρίματα του Αντρα – Αφηγητή ελαφρύνοντας πρόσκαιρα το άγχος του.
Ο Μύθος, δηλαδή η τέχνη του λόγου, αποτελεί ίσως τη μόνη ρεαλιστική ρωγμή σε αυτό το κράτος του ζόφου. Κάποια στιγμή ο ήρωας «αισθάνεται την ανάγκη να γράψει κάτι για τη ζωή του (…) κι αμέσως ανοίγεται ένας οχετός. (…) Πανικοβάλλεται τότε, προσπαθεί να κλείσει τον οχετό μα είναι πλέον αργά» («Εξαφάνιση»). Συνειδητοποιεί ωστόσο ότι «οι λέξεις μέσα στην ελευθερία του μύθου δομούν πιο πειστικά, πιο αληθινά την πραγματικότητα» («Αιώνας»). Ετσι ο ήρωας – αφηγητής σώζεται ως συγγραφέας, ως μνήμη μιας γλώσσας και βεβαίως συμφιλιώνεται με την εικόνα του, «ταυτοποιείται»: «Ο συγγραφέας είναι κάποιος που προσπαθεί να κατανοήσει ή να εκφράσει αυτά τα φαντάσματα, είναι κάποιος που πραγματικά ανήκει ο ίδιος σ’ αυτή τη μυστική χορεία των φαντασμάτων!» («Αιώνας»). Οπότε ο Λόγος του γίνεται μεσσιανικός, κυριαρχικός: όταν «φθέγγεται» εκείνος, τα άλλα πρόσωπα σβήνουν στη σκιά τους ή (και) αποκρίνονται με την ίδια γλώσσα, ως το δεύτερο σκέλος των διλημμάτων που ταλανίζουν τον ίδιο.
Στην τριλογία του Νικολαΐδη η Ελλάδα εμπεριέχει εγγενείς δυνάμεις αντίστασης ως εκ του νοήματός της: είτε ως «λεπτότατος σεισμογράφος της Ιστορίας» («Συνυπάρχοντες», «Αιώνας») είτε ως «ελληνική γλώσσα [που προβάλλει ως] η μεγαλύτερη πηγή δύναμης κατά της εντροπίας» εκείνης που κατευθύνει την ανθρωπότητα στην αυτοκτονία. Σε αυτό το πνεύμα η Αποκάλυψη του Ιωάννη χάρη στην ελληνικότητά της «αποδίδεται» στο τέλος του «Αιώνα» ως γενναία αλληγορία της ζωής.
Για τους αναγνώστες της εποχής που αναφέρεται η τριλογία, το έργο του συγγραφέα παραπέμπει ευθέως, με τον ζοφερό συμβολισμό του, στην αρχέτυπη πηγή έμπνευσής του: στον καημό του κατατρεγμένου αριστερού. Σήμερα όμως που ο «Αιώνας τελειώνει» και νέες γενιές αναγνωστών προσεγγίζουν το έργο του Α. Νικολαΐδη, η τριλογία δεν πρέπει να διαβάζεται μόνο ως το εντυπωσιακό μαρτυρολόγιο μιας σκοτεινής εποχής· παράλληλα με την ιστορική μνήμη που διασώζει, υποθέτω ότι για τους νεότερους έχει νόημα ως υπόμνηση και εγρήγορση απέναντι στην όποια κόλαση κρύβει το φανταχτερό πρόσωπο της επιπόλαιης όψης της καθημερινότητάς μας.
Ο κ. Αρης Μαραγκόπουλος είναι συγγραφέας.



