Ενα χρέος που εξοφλεί στον εαυτό του. Ετσι χαρακτηρίζει ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής μαέστρος Λουκάς Καρυτινός το ανέβασμα του βασισμένου στους αριστοφανικούς «Ορνιθες» έργου του Μάνου Χατζιδάκι, που επιχειρεί το κρατικό μελοδραματικό θέατρο εφέτος το καλοκαίρι. Το έργο παρουσιάζεται πρώτη φορά στην Ελλάδα στην ολοκληρωμένη μορφή του ως μπαλέτο, ενώ οι παραστάσεις θα δοθούν στις 26, 27 και 28 Ιουλίου στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού και εντάσσονται στο πλαίσιο των εφετινών εκδηλώσεων του Φεστιβάλ Αθηνών. Την Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής θα διευθύνει ο Λουκάς Καρυτινός, τη χορογραφία υπογράφει η Κάρολ Αρμιτάζ, τα κοστούμια ο Πίτερ Σπηλιόπουλος, ενώ τη διδασκαλία της πολυμελούς χορωδίας η Φανή Παλαμήδη. Στην παράσταση μεταξύ άλλων χορεύουν οι Μαρία Μηλιοπούλου, Σύνθια Φρυδά, Αλίνα Στεργιανού, Κυριάκος Κοσμίδης, Γιώργος Μελογιαννίδης, τραγουδούν οι λυρικοί ερμηνευτές Σόνια Θεοδωρίδου, Τάσσης Χριστογιαννόπουλος, Σπύρος Σακκάς και Σοφία Μιχαηλίδου, ενώ συμμετέχει η παιδική χορωδία «Μανόλης Καλομοίρης». Παράλληλα προγραμματίζεται η ηχογράφηση και η βιντεοσκόπηση της παράστασης με στόχο τη σύντομη κυκλοφορία τού CD στο εμπόριο.



Οι «Ορνιθες», αλληγορική και ουτοπική κωμωδία του Αριστοφάνη, ανέβηκαν πρώτη φορά το 414 π.Χ., σε μια περίοδο όπου είχε ήδη αρχίσει η αθηναϊκή εκστρατεία για την κατάκτηση της δωρικής Σικελίας. Ο ποιητής μέσα από το έργο του φαντάζεται τους πιθανούς τρόπους ­ θεμιτούς και αθέμιτους ­ με τους οποίους ένας πανούργος Αθηναίος θα μπορούσε να υποδουλώσει τα «κουτορνίθια» του οποιουδήποτε πρωτόγονου παραδείσου. Φτάνοντας στη χώρα των πουλιών ο λαοπλάνος ρήτορας Πεισθέταιρος πείθει τον φτερωτό λαό να απαρνηθεί θεούς και ανθρώπους και να αναγορεύσει τον ίδιο βασιλιά.


Ο Μάνος Χατζιδάκις καταπιάστηκε με την εν λόγω αριστοφανική κωμωδία το 1959. Εναν χρόνο αργότερα επανήλθε σε αυτήν κατόπιν επιθυμίας του Καρόλου Κουν προκειμένου να «ντύσει» μουσικά την παράσταση του Θεάτρου Τέχνης. Το έργο του Χατζιδάκι πήρε την τελική του μορφή το 1964, όταν ο συνθέτης αποφάσισε να ασχοληθεί με τις λεπτομέρειές του και να το ενορχηστρώσει. Το 1965 οι «Ορνιθες» παρουσιάστηκαν στις Βρυξέλλες με τη μορφή μπαλέτου σε χορογραφία Μορίς Μπεζάρ σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία.


Εργο που κυριολεκτικά «σημάδεψε» τον ίδιο μουσικά χαρακτηρίζει τους «Ορνιθες» ο μαέστρος Λουκάς Καρυτινός εξηγώντας τη βιωματική σχέση του με τη σύνθεση του Χατζιδάκι: «Ηταν γύρω στο 1962 όταν ο Μάνος δούλευε το έργο σε μορφή κοντσέρτου. Τότε στη χορωδία συμμετείχε και ο πατέρας μου, ο οποίος, παρ’ όλο που τελικά ασχολήθηκε με άλλα πράγματα, είχε τελειώσει σπουδές τραγουδιού. Στο σπίτι λοιπόν μου τραγουδούσε τα κομμάτια της χορωδίας και θυμάμαι πόσο είχα εντυπωσιαστεί από τους ρυθμούς που χρησιμοποιούσε σε αυτό το έργο ο Χατζιδάκις και που ήταν πραγματικά πρωτοφανείς για τις ελληνικές μουσικές προτιμήσεις της εποχής. Ακούγοντας τον πατέρα μου προσπαθούσα να βγάλω τη μουσική στο πιάνο και σιγά σιγά τα κατάφερα. Ετσι τέλειωσε η πρώτη φάση της επαφής μου με τους “Ορνιθες”. Δεν ήταν το έργο με το οποίο μπήκα στη μουσική, ήταν σίγουρα όμως το έργο με το οποίο αγάπησα την τέχνη μου» υποστηρίζει.


Και συνεχίζει διηγούμενος τα επόμενα στάδια της επαφής του με τη σύνθεση του Χατζιδάκι: «Μετά από χρόνια και όταν πια είχα ολοκληρώσει τις σπουδές μου στο εξωτερικό, ένιωθα πως αυτό το έργο κατά κάποιο τρόπο με “έτρωγε”. Κάποια στιγμή, γύρω στο 1981, ήρθα σε επαφή με τον Μάνο, ο οποίος με γνώριζε ως μουσικό, και του ζήτησα την άδεια να ανεβάσω τους “Ορνιθες” στο Βερολίνο. Δέχτηκε με χαρά. Μπήκα λοιπόν στη διαδικασία της οργάνωσης, βρήκα ορχήστρα, έκλεισα αίθουσες και λίγο καιρό προτού αρχίσουν οι πρόβες ο Χατζιδάκις μού ανακοινώνει ξαφνικά ότι έχει χάσει όλο το υλικό της ορχήστρας. Φαντάζεστε την απογοήτευσή μου για τη ματαίωση όλης αυτής της ιστορίας. Τα επόμενα χρόνια επικοινωνούσα κατά διαστήματα μαζί του για το συγκεκριμένο θέμα, δεν είχε βρει όμως τίποτε. Μόνο ο Νίκος Κυπουργός είχε κάποια κομμάτια στο σπίτι του. Ωστόσο ποτέ δεν παραιτήθηκα από την ιδέα και όταν ήρθα εδώ στη Λυρική αποφάσισα μέσω του Γιώργου Θεοφανόπουλου και του Κυπουργού να βρούμε ό,τι υλικό υπήρχε, ενώ ό,τι δεν υπήρχε προσπαθήσαμε να το αποκαταστήσουμε ακούγοντάς το από τον δίσκο. Ετσι φτιάξαμε μια παρτιτούρα πλήρη και αποφασίσαμε να προχωρήσουμε επιτέλους στο ανέβασμα».


Στις δυσκολίες τού εν λόγω εγχειρήματος αναφέρεται παρακάτω ο Λουκάς Καρυτινός: «Οι δυσκολίες προκύπτουν από τη στιγμή που προσπαθείς να αποδώσεις τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι σε μεγάλο σύνολο είτε πρόκειται για ορχήστρα είτε πολύ περισσότερο τώρα που στον ήδη μεγάλο αριθμό των μουσικών πρέπει να προστεθεί και αυτός των χορευτών. Ο Χατζιδάκις δεν έχει καμία σχέση με το γιγάντιο στη μουσική του: είναι συνθέτης “διάφανος” και αφαιρετικός. Νομίζω ότι τη συγκεκριμένη δυσκολία πρέπει να την αντιμετώπισε και ο ίδιος γράφοντας το έργο του. Το στοίχημα λοιπόν στην προκειμένη περίπτωση είναι να αποδοθεί όλος αυτός ο όγκος σαν να πρόκειται για μουσική δωματίου, σαν να είμαστε τέσσερα μόλις όργανα».


Μια σύνθεση σύγχρονη που στοχεύει στο να υπογραμμίσει το χιούμορ του Αριστοφάνη χαρακτηρίζει την παράσταση από χορογραφικής άποψης ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Λυρικής τονίζοντας στο σημείο αυτό τη συμβολή της χορογράφου Κάρολ Αρμιτάζ: «Ωστόσο αυτό που κυριαρχεί εδώ είναι σαφώς η μουσική, που βρίσκεται σε πρώτο πλάνο» λέει ο ίδιος. «Δεν θα κατέτασσα τους “Ορνιθες” στις τρομακτικές επιτυχίες του Μάνου, σίγουρα όμως η δική μου γενιά είναι εμποτισμένη με αυτή τη μουσική που έχει περάσει ως καθαρά θεατρική».


Οσον αφορά την αισθητική της παράστασης ο Λουκάς Καρυτινός υπογραμμίζει:«Θα έλεγα πως η τεχνική που χαρακτηρίζει την παράσταση των “Ορνίθων” είναι αυτή του βιντεοκλίπ. Η εικόνα, ο μύθος, έρχεται να λειτουργήσει ως υπόκρουση της μουσικής έτσι ώστε η τελευταία να περάσει ευκολότερα στον κόσμο. Σε ό,τι αφορά πάντως αυτή καθαυτή την παράσταση και το πώς εντάσσεται στο πρόγραμμα της Λυρικής, θα έλεγα ότι για έναν επαγγελματία καλλιτέχνη δεν τίθεται ζήτημα εύκολου ή δύσκολου εγχειρήματος. Το θέμα είναι αν το προσωπικό του στίγμα θα βρει στόχο ή όχι. Το στοίχημα είναι όχι να χορέψει κανείς σωστά τεχνικά, αλλά πειστικά. Το ίδιο βέβαια ισχύει και για την ορχήστρα».


Την έλξη του κοινού από τη σύγχρονη χορογραφία επισημαίνει παρακάτω ο Λουκάς Καρυτινός. Ωστόσο, όπως ο ίδιος επισημαίνει, «η Λυρική Σκηνή ως ο μοναδικός επαγγελματικός πόλος έλξης των χορευτών έχει ιερή υποχρέωση να στηρίξει το κλασικό μπαλέτο. Το πρόβλημα είναι ότι εμείς οι Ελληνες είμαστε πολύ πίσω στην μπαλετική εκπαίδευση. Υπάρχουν πολλές ανομοιογενείς σχολές, όπως άλλωστε και πολλά ανομοιογενή ωδεία. Σε ό,τι αφορά τον χορό όμως, πολύ περισσότερο από τη μουσική, υπάρχει ανάγκη μιας σχολής που θα εκπαιδεύει τα παιδιά με τρόπο όμοιο. Οι νέοι που βγαίνουν από διαφορετικά ωδεία μπορούν σαφώς πιο εύκολα να ενταχτούν στο ίδιο χορωδιακό σύνολο, ενώ η αντίστοιχη δυνατότητα δεν υπάρχει για τα παιδιά που βγαίνουν από διαφορετικές σχολές χορού. Στον χορό η ομοιογένεια είναι το παν. Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς πόσο η έλλειψη αυτή μας περιορίζει στο ρεπερτόριο. Και πάλι όμως μέριμνα υπάρχει. Την επόμενη σεζόν, πέρα από τις παραστάσεις που θα δώσει το μπαλέτο σε Αίγυπτο και Αυστραλία, προσανατολιζόμαστε στις μετακλήσεις ξένων χορευτών και χορογράφων. Και όλα αυτά στο πλαίσιο της προσπάθειας ανανέωσης του ενδιαφέροντος του κοινού για τη συγκεκριμένη τέχνη…».


Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ


Οι «Ορνιθες» θα παρουσιαστούν στις 26, 27 και 28 Ιουλίου στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού. Εισιτήρια προπωλούνται στα ταμεία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (Ακαδημίας 59, τηλ. 3612.461) και στα ταμεία του Φεστιβάλ Αθηνών.