Οπως συνέβη με πολλά αριστουργήματα στην ιστορία της μουσικής, έτσι και «Ο Πύργος του Κυανοπώγωνα» του Bela Bartok κρίθηκε αρχικά «ακατάλληλος για παρουσίαση». Ο συνθέτης έστειλε την παρτιτούρα στην Επιτροπή Καλών Τεχνών της Βουδαπέστης, που σκοπό της είχε να βρει και να χρηματοδοτήσει το ανέβασμα του καλύτερου ουγγρικού λυρικού έργου της χρονιάς, αλλά η Επιτροπή τού την επέστρεψε. Αυτά συνέβησαν το 1911, όταν ο Bartok ήταν 30 ετών. Επρεπε να περάσουν επτά χρόνια και να μεσολαβήσει το ανέβασμα του «Ξύλινου πρίγκιπα», ώσπου στις 24 Μαΐου 1918 το έργο ανέβηκε με μεγάλη πλέον επιτυχία από την Εθνική Οπερα της Βουδαπέστης. Και αυτό όμως δεν κράτησε πολύ. Αιτία αυτή τη φορά ήταν ότι η ουγγρική κυβέρνηση που απαίτησε να «εξαφανιστεί» το όνομα του λιμπρετίστα Bela Balazs από τις παραστάσεις, γιατί της ασκούσε έντονη αντιπολίτευση. Ο Bartok αρνήθηκε και οι παραστάσεις διεκόπησαν.


Ογδόντα χρόνια μετά από εκείνη την πρώτη παρουσίαση στη Βουδαπέστη και ενώ το έργο θεωρείται πια εδώ και πολλά χρόνια η κορυφαία μάλλον όπερα του 20ού αιώνα, ο γάλλος συνθέτης και αρχιμουσικός Pierre Boulez δίνει τη δική του ανάγνωση στον «Πύργο του Κυανοπώγωνα». Η ηχογράφηση έγινε τον Δεκέμβριο του 1993 με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Σικάγου και σολίστ την Jessye Noman και τον Laszlo Polgar. Δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί πιο επιτυχή τρόπο για να γιορταστούν τα «ογδοηκοστά γενέθλια» του έργου.


Η μοναδική όπερα του Bartok παρουσιάζει μια δισκογραφική ιδιαιτερότητα. Δεν έχει ηχογραφηθεί πολλές φορές αλλά έχει την τύχη οι λίγες ηχογραφήσεις της να είναι σχεδόν όλες εξαίρετες. Η σημαντικότερη ανάμεσά τους είναι ασφαλώς η συγκλονιστική εκείνη που πραγματοποίησε τον Νοέμβριο του 1965 ο Istvan Kertesz με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου και σολίστ τον Walter Berry και την Christa Ludwig. Και παρά το γεγονός ότι υπάρχει άλλη μια έξοχη, παλαιότερη ηχογράφηση του Boulez στο έργο, ουσιαστικά η «κλασική» ερμηνεία του Kertesz είναι ο «μεγάλος ανταγωνιστής» που έχει να αντιμετωπίσει η νέα ηχογράφηση του Boulez.


Πιο αποστασιοποιημένη και «εγκεφαλική», καθώς και λιγότερο αργή και θεατρική από αυτήν του Kertesz στο Λονδίνο, η ηχογράφηση του Boulez στο Σικάγο αποτελεί μιαν άλλη όψη αυτού του πολυσήμαντου υπαρξιακού δράματος. Η αργή, κάποτε κυκλική, ανάπτυξη οδηγεί τον ακροατή σε έναν παρατεταμένο ίλιγγο, σε ένα είδος ηχητικής κινούμενης άμμου που τον βυθίζει σιγά σιγά σε παράξενες ψυχικές πτυχές, ανάμεσα στην αγωνία, στην αμφιβολία και τελικά εκείνη την απάθεια που μόνο η μεγάλη ένταση μπορεί να προκαλέσει. Η ανάγνωση του Boulez προσπαθεί φανερά να τιθασεύσει τέτοιου είδους εντάσεις και τις «επιπτώσεις» τους, που μπορεί μεν να αποτελούν σημαντική εμπειρία, αλλά που ασφαλώς δυσκολεύουν την επαφή με το έργο. Γι’ αυτό άλλωστε η ηχογράφηση αυτή έχει το σπάνιο χάρισμα να είναι το ιδεώδες όχημα για την επαφή και του «αμύητου» ακροατή με το έργο, αφού περισσότερο θα τον βοηθήσει παρά θα τον αποθαρρύνει να το πλησιάσει. Ισως προσπαθώντας να πετύχει έναν τέτοιο στόχο ο Boulez αποφάσισε να περιλάβει και τον αφηγηματικό πρόλογο του έργου, ο οποίος συνήθως απουσιάζει, αν και ο συνθέτης θεωρούσε απαραίτητη την ύπαρξή του για μια σωστή εισαγωγή του ακροατή / θεατή στον ιδιαίτερο τρόπο που αυτή η όπερα χειρίζεται τον διάσημο μύθο, στον οποίο η τελευταία γυναίκα του Κυανοπώγωνα ανακαλύπτει, πίσω από μια απαγορευμένη πόρτα, τα κεφάλια των προηγούμενων συζύγων του.