H αποκορύφωση της επιρροής του ήλθε εκείνο το πρωί που του τηλεφώνησε ο Μπους και τον ρώτησε: «Ποιον θέλετε να στείλω πρεσβευτή στην Αθήνα;»
Ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος ήταν μια σπάνια ιστορική φυσιογνωμία, από εκείνες για τις οποίες η ιστορία φυλάει καλά τον ρόλο του πρωταγωνιστή. Ενα πράγμα σού έκανε αμέσως εντύπωση μόλις τον γνώριζες: το πώς συνδύαζε τον παλαιό κόσμο της Χάλκης και του Φαναρίου με το μάρκετινγκ της Μάντισον Αβενιου και την ικανότητα να γοητεύει τους αμερικανούς συνομιλητές του. Τον γνώρισα για πρώτη φορά λίγο μετά την ανακήρυξη του τουρκοκυπριακού ψευδοκράτους, τον Νοέμβριο του 1983. Ως εκείνη τη στιγμή το ΠαΣοΚ και η Αριστερά τον θεωρούσαν περίπου «πολιτικά λεπρό», δεν άφηναν τα στελέχη τους να συναντηθούν μαζί του καθώς είχε καθιερωθεί ο όρος «Σιάκωβος». Ο Ανδρέας Παπανδρέου ένιωσε όμως τι σημαίνει να μην έχεις ερείσματα στην Αμερική όταν φοβήθηκε, για λίγα 24ωρα, πως οι Αμερικανοί θα αναγνώριζαν το ψευδοκράτος. Ζήτησε από τον Ιάκωβο να κατέβει αμέσως στην Αθήνα και να παραστεί σε μια σύσκεψη, που θα οδηγούσε αργότερα στη γένεση του περίφημου λόμπι. Ο Ιάκωβος απάντησε με επιφύλαξη ότι δέχεται την πρόσκληση και εν συνεχεία έψαξε να μάθει ποιοι άλλοι θα κατέβαιναν μαζί του. Οταν συνειδητοποίησε πως στο ίδιο αεροσκάφος θα επέβαιναν και διάφοροι παράγοντες κομμάτων και άλλοι «τύποι της Αστόριας», εκνευρίστηκε και απαίτησε να «κατέβουν τώρα από το αεροπλάνο». Πράγματι έτσι και συνέβη.
Από τότε όποιος υπουργός του ΠαΣοΚ περνούσε από τη Νέα Υόρκη, υποβαλλόταν σε μια δοκιμασία: πέραν της κανονικής λειτουργίας στον καθεδρικό της πόλης έπρεπε να υπομείνει όρθιος μια ιδιωτική λειτουργία στο παρεκκλήσι της Αρχιεπισκοπής στην 79η Οδό. H ικανοποίησή του ήταν εμφανής όταν έλουζε με αγιασμό τους πρώην επικριτές του! Κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας λειτουργίας έκανε κάποια στιγμή μια παύση και στρεφόμενος προς νεαρό ανταποκριτή αριστερής εφημερίδας τού είπε με αυστηρό ύφος: «Εσένα σε θέλω μετά για αυτά που έγραψες την Κυριακή». Ακολούθησε ένας «καφές» και μετά πολλές έντονες συζητήσεις.
Τα χρόνια πέρασαν και έφθασε το 1988, με την ελληνοαμερικανική κοινότητα να πανηγυρίζει για την υποψηφιότητα του Μάικλ Δουκάκη. Ο Ιάκωβος κρατούσε μια εμφανή απόσταση από τον ελληνοαμερικανό υποψήφιο, και μάλιστα επέλεξε να πάει σε ένα ματς μπέιζμπολ με τον αντίπαλό του, τον πατέρα Μπους, και να ανοίξει με την προσευχή του το συνέδριο των Ρεπουμπλικανών. Ο, ακόμη νεαρός, ανταποκριτής καυτηρίασε τη στάση του για να δεχθεί μία ακόμη πρόσκληση για «καφέ». «Ακουσε, αγαπητέ μου» είπε μόλις έκλεισε η βαριά πόρτα του γραφείου του, «ο Δουκάκης δεν πρόκειται να εκλεγεί γιατί είναι ψυχρός άνθρωπος και γιατί κανένας Αμερικανός στο Τέξας δεν θα ψηφίσει ποτέ έναν τύπο με τέτοιο επώνυμο, ο οποίος μοιάζει να είναι συνεχώς… αξύριστος. Αλλά εν πάση περιπτώσει, αφήστε με εμένα να κάνω τη δουλειά μου. Αν βγει ο Δουκάκης, δεν θα με έχετε ανάγκη, θα υπάρχουν δέκα πλούσιοι ομογενείς που θα του λένε τι να κάνει. Αν βγει όμως ο Μπους, θα μου χρωστάει και θα δεις τι πρόσβαση θα έχω!».
Πράγματι ο Μπους εξελέγη και ο Ιάκωβος έμπαινε και έβγαινε όποτε ήθελε στον Λευκό Οίκο. H αποκορύφωση της επιρροής του ήλθε εκείνο το πρωί που του τηλεφώνησε ο Μπους και τον ρώτησε: «Ποιον θέλετε να στείλω πρεσβευτή στην Αθήνα;». Εκείνος επέλεξε τον Μάικλ Σωτήρχο και την ημέρα της ορκωμοσίας, σχεδόν σαν σκανδιαλάρικο παιδί, θυμάμαι να κλείνει το μάτι πονηρά σαν να έλεγε: «Είδες που είχα δίκιο;». Υπήρχαν ημέρες που ένιωθε πικραμένος, γιατί ο Μπους «δεν του έκανε τα χατίρια», κυρίως σε ό,τι αφορά το θέμα της ονομασίας των Σκοπίων. Κατάφερε όμως κάτι μοναδικό, όταν ανάγκασε τον σκληρό υπουργό Εξωτερικών Τζέιμς Μπέικερ να στείλει επιστολή στους ευρωπαίους ομολόγους του στην οποία έλεγε ουσιαστικά: «Εκανα λάθος, ενώ σας ζήτησα να αναγνωρίσουμε όλοι και τα Σκόπια άμεσα, σας ζητάω τώρα να περιμένετε ώσπου να λυθεί το θέμα της ονομασίας». Αυτό δεν είχε γίνει ποτέ ως τότε και οφειλόταν αποκλειστικά και μόνο στον ίδιο τον Αρχιεπίσκοπο.
Απελπιστικά Φαναριώτης, χειριζόταν και τις πιο μικρές καταστάσεις με τρόπο που θα ζήλευε υπουργός της Υψηλής Πύλης. Ενας μάλλον αφελής έλληνας διπλωμάτης έγραψε κάποτε μια αναφορά εναντίον του Ιακώβου, την οποία πληροφορήθηκε βεβαίως ο ίδιος σε λιγότερο από 24 ώρες. Τηλεφώνησε στον τότε υπουργό Εξωτερικών και του ζήτησε «να φύγει αυτός αμέσως». Πράγματι η μετάθεση του άτυχου προξένου ήλθε σε λίγες ημέρες και εκείνος πήγε στο γραφείο του Αρχιεπισκόπου για να διαμαρτυρηθεί. «Μα τι λέτε, αγαπητέ μου, τι είναι αυτά που ισχυρίζεσθε» του απάντησε και στρεφόμενος στην γραμματέα του είπε: «Πάρε μου τον υπουργό τώρα, σε παρακαλώ». Εμβρόντητος ο υπουργός άκουσε αυτή τη φορά τον Ιάκωβο να πλέκει το εγκώμιο του προξένου και άρχισε να αναρωτιέται αν ο Ιάκωβος υποφέρει από Αλτσχάιμερ. H απορία του λύθηκε σε λίγη ώρα, όταν τον ξαναπήρε και του είπε: «Δεν φαντάζομαι να με πιστέψατε πριν, καταλαβαίνετε, ήλθε αυτός ο κακορίζικος και μου κλάφτηκε». Δεν ήταν Αλτσχάιμερ αλλά φαναριωτισμός βαθιά εμπεδωμένος στο DNA του.
H πτώση ήταν απότομη και πολύ, πολύ πικρή. Ηξερε πως στο Φανάρι τον απεχθάνονταν γιατί δύο φορές έστειλε το δικό του λόμπι στο Χίλτον της Πόλης και στην Ουάσιγκτον για να τον βγάλει Πατριάρχη. Δεν μπορούσε όμως να πιστέψει πως θα έφθαναν ποτέ στο σημείο να τον εξωθήσουν σε «παραίτηση». Θυμάμαι ακόμη την ημέρα που ο διάδοχος του, ένας μικρονοϊκός ιερωμένος που είχε κακό τέλος, πέταξε κυριολεκτικά στον δρόμο τα άμφια, φωτογραφίες και άλλα αντικείμενα του Ιακώβου που είχε εκθέσει – με μεγάλη δόση ναρκισσισμού, είναι η αλήθεια – στο μικρό μουσείο της Αρχιεπισκοπής. Αυτό δεν μπορούσε ποτέ να το χωνέψει και το διηγιόταν κάθε φορά που η κουβέντα έφθανε στο πώς έφυγε από την Αρχιεπισκοπή. Σαν καλός Φαναριώτης ήξερε πως όταν παίζεις παιχνίδια εξουσίας μπορεί να βγεις από το παλάτι είτε βεζίρης είτε με το κεφάλι σου κομμένο στο χέρι. Δεν περίμενε, και δεν θα έπρεπε, η Ιστορία να του επιφυλάξει ένα τόσο σκληρό εκκλησιαστικό τέλος.
H στήριξη στον Παπαδόπουλο
Πέρα από τον Ιάκωβο που γνωρίσαμε δημοσίως, υπάρχει και ο Ιάκωβος που προκύπτει από τα απόρρητα αμερικανικά τηλεγραφήματα από τη δεκαετία του 1960. Στις 31 Αυγούστου του 1967 ο Ιάκωβος επισκέπτεται το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και ζητεί από τον τότε υφυπουργό Εξωτερικών Λούσιους Μπατλ «να βοηθήσει όσο μπορεί το καθεστώς (σ.σ.: των συνταγματαρχών) στην Ελλάδα γιατί η μοναδική εναλλακτική λύση είναι το απόλυτο χάος». Ο Αρχιεπίσκοπος εκτιμούσε πως η ελληνική χούντα χρειαζόταν υποστήριξη και συμβουλές ενώ προέβλεπε πως θα γινόταν ολοένα και πιο ήπια. Ανάλογα τηλεγραφήματα που δείχνουν τη στήριξή του στον Παπαδόπουλο υπάρχουν βεβαίως ως και το 1973, οπότε αρχίζει μια σαφής ενεργοποίησή του υπέρ της «λύσης Καραμανλή». Ο Ιάκωβος, σε συνεργασία με τον γνωστό τότε επιχειρηματία Τομ Πάπας, προτείνουν μάλιστα στον πρόεδρο Νίξον να καλέσει τον Καραμανλή σε συνάντηση στην Ουάσιγκτον. H εισήγησή του δεν έγινε δεκτή λόγω των αντιρρήσεων του Χένρι Κίσινγκερ.
Την περίοδο 1969-70 ο Ιάκωβος προσπαθεί με κάθε τρόπο να εξασφαλίσει την εκλογή του στον Οικουμενικό Θρόνο μετά τον θάνατο του Αθηναγόρα. Ο Τομ Πάπας στέλνει ένα επείγον τηλεγράφημα στον Νίξον τον Απρίλιο του 1970 και του ζητεί να πιέσει την τουρκική κυβέρνηση να τον δεχθεί ως διάδοχο του Αθηναγόρα, ο οποίος ήταν ήδη βαριά άρρωστος.
Σε ένα υπηρεσιακό σημείωμα προς τον Νίξον, οι επιτελείς του γράφουν: «Ο Ιάκωβος θέλει να συναντηθεί μαζί σας για να εξασφαλίσει τη στήριξή σας στη διαδοχή του Αθηναγόρα. Το πρόβλημα είναι πως η Οικουμενική Σύνοδος μπορεί να εκλέξει έναν φιλοσοβιετικό Πατριάρχη, εκτός αν επέμβουν οι ΗΠΑ. Ο τωρινός Πατριάρχης, ο Αθηναγόρας, είναι φιλοαμερικανός, όπως και ο Ιάκωβος. Την τελευταία φορά που επελέγη Πατριάρχης, ο πρόεδρος Τρούμαν παρενέβη και πέτυχε την εκλογή του Αθηναγόρα». Ο Νίξον παρενέβη υπέρ του Ιακώβου αλλά δεν πέτυχε τον στόχο του, με αποτέλεσμα να μην εκπληρωθεί ποτέ το μεγάλο του όνειρο.



