Το (κατά Ντενκτάς) «ψυχρό φίδι»
ΛΕΥΚΩΣΙΑ, ΑΠΡΙΛΙΟΣ.
Ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, ο νέος ηγέτης των Τουρκοκυπρίων, στα 53 του χρόνια διεκδικεί το ρεκόρ της ταχύτερης πολιτικής ανέλιξης στην Κύπρο, όπου και στις δύο πλευρές του νησιού οι αλλαγές προσώπων στο πολιτικό σκηνικό συντελούνται με ταχύτητες χελώνας. Σε λιγότερο από μια δεκαετία κέρδισε, το 1996, την ηγεσία του αριστερού Ρεπουμπλικανικού Τουρκικού Κόμματος (PTK), εξασφάλισε την έγκριση του συντηρητικού κατεστημένου της Τουρκίας, ανέτρεψε, μέσω ψηφοφορίας, το ιερό τέρας των Τουρκοκυπρίων Ραούφ Ντενκτάς και μισάνοιξε το παράθυρο στον έξω κόσμο για την κοινότητά του. Μόνο τους τελευταίους 18 μήνες ο Ταλάτ συναντήθηκε με περισσότερους ξένους αξιωματούχους από όσους δέχθηκαν να δουν τον Ντενκτάς από το 1974. Παραδίδοντάς του τη σκυτάλη, ο Ντενκτάς τον αποκάλεσε «ψυχρό φίδι». Αν και σκληρός, ο χαρακτηρισμός θα μπορούσε να περιγράψει την ιδιαίτερα ευέλικτη τακτική που οδήγησε τον Ταλάτ στην κορυφή.
Γεννημένος στην Κερύνεια, σε μια αγροτική οικογένεια, ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ σπούδασε στο Πολυτεχνείο Μέσης Ανατολής, στην Αγκυρα, Ηλεκτρολογία – Μηχανολογία και επιστρέφοντας μετά την εισβολή στην Κύπρο έβγαζε τα προς το ζην επιδιορθώνοντας ψυγεία και συστήματα κλιματισμού. Το σαράκι όμως της πολιτικής, που τον είχε οδηγήσει στα φοιτητικά του χρόνια να πρωτοστατήσει στην ίδρυση των τουρκοκυπριακών ενώσεων Τουρκίας, αποδείχθηκε τόσο δυνατό ώστε να εμπλακεί πλήρως στο PTK, υπό την ηγεσία τού, δημοφιλούς μεταξύ των Ελληνοκυπρίων, Οζγκιέρ Οζκιούρ.
Οταν για πρώτη φορά το κατεστημένο Ντενκτάς αναγκάστηκε, το 1993, να συνεργαστεί με το PTK, ο εκπρόσωπος της Αριστεράς στην ψευδοκυβέρνηση ήταν ο Ταλάτ. Παρέμεινε και στις επόμενες δύο ψευδοκυβερνήσεις, σε μια περίοδο κατά την οποία η σύνθεση του «υπουργικού συμβουλίου» πρώτα εγκρινόταν από τον τούρκο πρέσβη στα Κατεχόμενα και μετά από τον Ντενκτάς. Το 1996 εξελέγη αρχηγός του PTK, αντικαθιστώντας τον Οζκιούρ.
Στα πρώτα βήματά του ο Ταλάτ παρέμενε προσηλωμένος στην πολιτική του PTK. Το 1997, σε μια κατ’ ιδίαν συνομιλία με τουρκοκύπριο πολιτικό, ο Ταλάτ του είπε: «H Τουρκία δεν είναι η δική μου μητέρα-πατρίδα. H δική μου μητέρα-πατρίδα είναι η Κύπρος, όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα». Μίλα πιο σιγά, του συνέστησε ο συνομιλητής του αφού την κουβέντα τους παρακολουθούσε και ένας δημοσιογράφος. «Αν θέλεις», είπε ο Ταλάτ απευθυνόμενος στον δημοσιογράφο της εφημερίδας «Κίπρις», «σου το κάνω και αποκλειστική δήλωση», όπως και έγινε.
Ο Ταλάτ μπορεί να μην ανακάλεσε εκείνη τη δήλωση, αλλά την προσάρμοσε στα νέα δεδομένα. Πέντε χρόνια αργότερα δήλωνε στην αγγλική «Daily Telegraph»: «Δεν θέλουμε να είμαστε τόσο εξαρτημένοι από την Τουρκία, αλλά αν κανείς δεν θέλει να έχει σχέσεις μαζί μας, οι Τουρκοκύπριοι μπορούν να έχουν σχέσεις μόνο με την Τουρκία».
Ξένος διπλωμάτης στη Λευκωσία είχε δηλώσει το 2000 ότι ο Ταλάτ «είναι από τους λίγους που έχουν συλλάβει τον αέρα της αλλαγής του Ελσίνκι», αναφερόμενος στην απόφαση της Συνόδου κορυφής της EE με την οποία η Τουρκία εξασφάλιζε το καθεστώς τής υπό ένταξη χώρας και η κυπριακή αίτηση ένταξης αποδεσμευόταν από τη λύση του Κυπριακού.
Ο Ταλάτ δεν αγνόησε τις σχέσεις του με την ελληνοκυπριακή πλευρά. Αν και το 2000 έσπευσε να δώσει αίμα σε μια συγκινητική εκστρατεία για την εξεύρεση δότη μυελού των οστών για ένα εξάχρονο ελληνοκύπριο αγόρι, ουδέποτε όμως κατάφερε να κερδίσει τη συμπάθεια ούτε του ΑΚΕΛ ούτε της ελληνοκυπριακής κοινής γνώμης, όπως ο Οζκιούρ ή ο Μουσταφά Ακιντζί, που επίσης αντιπολιτευόταν τον Ντενκτάς.
Ηταν σαφές όμως ότι οι προτεραιότητες του ψυχρού υπολογιστή Ταλάτ και του στενότερου πολιτικού συμβούλου του, της συζύγου του Ογιά, ήταν άλλες: πρώτα να κερδίσει την εύνοια της Αγκυρας και μετά την πλειοψηφία των Τουρκοκυπρίων και εποίκων ψηφοφόρων στα Κατεχόμενα για να διαδεχθεί τον Ντενκτάς.
Οταν τον Δεκέμβριο του 2002 δεκάδες χιλιάδες Τουρκοκύπριοι βγήκαν στους δρόμους εναντίον του Ντενκτάς, ο Ταλάτ μαζί με τους άλλους ηγέτες της αντιπολίτευσης ήταν μπροστά, αλλά ταυτόχρονα πηγαινοερχόταν στην Αγκυρα.
Γι’ αυτό και το PTK – με τη συμβουλή του νεοεκλεγέντος τότε Ταγίπ Ερντογάν – έμεινε εκτός του συνασπισμού τριών αντιπολιτευόμενων κομμάτων και 16 μη κυβερνητικών οργανώσεων στις βουλευτικές «εκλογές» του Δεκεμβρίου του 2003. Ο Ταλάτ «αγκάλιαζε» την Τουρκία όταν ο Ακιντζί κατηγορούσε την «πολιτική και στρατιωτική γραφειοκρατία στην Αγκυρα» ότι συνδράμει την αδιαλλαξία Ντενκτάς.
Σε εκείνες τις «εκλογές» το κόμμα του Ταλάτ ήρθε μεν πρώτο, αλλά ο ίδιος αναγκάστηκε σε συμμαχία με το κόμμα του υιού Ντενκτάς, Σερντάρ, για να σχηματίσει «κυβέρνηση», παρά την προηγούμενη δέσμευσή του ότι δεν θα συνεργαζόταν με φιλοντενκτασικές δυνάμεις. Λίγες ημέρες μετά τη συνεργασία με τον υιό, ο Ταλάτ βρέθηκε να κάθεται δίπλα στον πατέρα Ντενκτάς, στις συνομιλίες της Νέας Υόρκης, τον Ιανουάριο του 2004, που οδήγησαν στη συμφωνία για τα δημοψηφίσματα του περασμένου Απριλίου.
«Εχετε προσχωρήσει στο κατεστημένο συνοδεύοντας τον Ντενκτάς στις συνομιλίες;» τον είχε ρωτήσει δηκτικά τότε ο Μεχμέτ Αλί Μπιράντ. «Γιατί πήγαμε στη Νέα Υόρκη με τον Ντενκτάς; Σίγουρα για να αλλάξουμε το status quo, που σημαίνει (ότι πήγαμε) για τη λύση» απάντησε ο Ταλάτ.
H σύγκρισή του με τους άλλους ηγέτες της τουρκοκυπριακής αντιπολίτευσης, σε συνδυασμό με το έντονο φλερτ του Ταλάτ προς τους εποίκους για να κερδίσει τις ψήφους τους και η μετέπειτα συνεργασία με τους Ντενκτάς ενέτειναν την καχυποψία της ελληνοκυπριακής κοινής γνώμης. H καχυποψία μετατράπηκε σε αντιπάθεια όταν ο Ταλάτ επέκρινε έντονα το ΑΚΕΛ για την επιλογή του Τάσσου Παπαδόπουλου για τις προεδρικές εκλογές του Φεβρουαρίου 2003, υποστηρίζοντας ότι το μετριοπαθές κόμμα της ελληνοκυπριακής Αριστεράς θα στήριζε τον εκφραστή της σκληρής γραμμής στο Κυπριακό.
Ακολούθησαν πολλές δημόσιες αντεγκλήσεις και έντονες φήμες ότι η προσωπική σχέση Ταλάτ – Δημήτρη Χριστόφια ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, παγερή. Στις συνομιλίες της Λουκέρνης ο Ταλάτ, σύμφωνα με τον Δ. Χριστόφια, απέρριψε προσκλήσεις του για κατ’ ιδίαν συνάντηση, ενώ λίγες ημέρες αργότερα απέρριψε και την έκκληση του ΑΚΕΛ για αναβολή των δημοψηφισμάτων. Εκτοτε στελέχη του ΑΚΕΛ και του PTK επιχειρούν να αναθερμάνουν τη σχέση των δύο ανδρών.
Ο Δ. Χριστόφιας έσπευσε, από το βράδυ της περασμένης Κυριακής, να τηλεφωνήσει στον Ταλάτ και να τον συγχαρεί για τη νίκη του, αλλά την επομένη τον κάλεσε να επανέλθει στα οράματα της Αριστεράς για τη λύση του Κυπριακού. Από την άλλη, ο τουρκοκύπριος πολιτικός επιμένει στην κριτική του προς τον T. Παπαδόπουλο, τον οποίο παρομοιάζει με τον P. Ντενκτάς, και καλεί τους Ελληνοκυπρίους να τον ανατρέψουν.
META ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ Προσπάθειες άρσης της απομόνωσης
Παρακολουθώντας τις ενέργειες και τις δηλώσεις του Ταλάτ προκύπτει σαφώς ότι πρώτη προτεραιότητα του κ. Ταλάτ είναι η ένταξη των Τουρκοκυπρίων στην Ευρωπαϊκή Ενωση, έστω και χωρίς λύση, γι’ αυτό και οι πρωτοβουλίες που ανέλαβε μετά το δημοψήφισμα στόχευαν αποκλειστικά στην άρση της απομόνωσης της κοινότητάς του. Εμπράκτως αυτό δεν το έχει επιτύχει, αλλά σε αντίθεση με τον Ντενκτάς κατάφερε από τον Οκτώβριο του 2003 ως σήμερα να βγει ο ίδιος από την απομόνωση και να γίνει δεκτός από τον Τόνι Μπλερ, τον Κόλιν Πάουελ, τον Σεργκέι Λαβρόφ, τον Χαβιέρ Σολάνα και τον Ζοζέ Μπαρόζο. Οι συναντήσεις ήταν περισσότερο συμβολικές, σε ένδειξη αναγνώρισης του ρόλου του στο τουρκοκυπριακό «ναι» στο δημοψήφισμα, αλλά ο ίδιος ευελπιστεί ότι μετά τη νίκη της περασμένης Κυριακής θα αρχίσουν να μεταφράζονται και σε ουσιαστικά μέτρα, με πρώτο την υιοθέτηση από την EE του κανονισμού για το απευθείας εμπόριο των Κατεχομένων με τα κράτη-μέλη της Ενωσης και τις απευθείας πτήσεις από και προς το ψευδοκράτος.
Τα μηνύματα από τους φίλους του στις Βρυξέλλες δεν είναι τόσο ενθαρρυντικά όμως. Ο Ταλάτ – που αρνείται να δεχθεί την οικονομική βοήθεια 259 εκατ. ευρώ της EE αν δεν συνοδεύεται και με το απευθείας εμπόριο – καλείται να βάλει νερό στο κρασί του και να συζητήσει την αντιπρόταση του προέδρου Παπαδόπουλου για συνδιαχείριση του κατεχόμενου λιμανιού της Αμμοχώστου από όπου να γίνονται οι τουρκοκυπριακές εξαγωγές και εισαγωγές.



