Ο ροδεσιανός πολιτικός Ιαν Ντάγκλας Σμιθ γεννήθηκε στο Σελούκουε της κεντρικής Ροδεσίας (σήμερα Σουρούγκουι της Ζιμπάμπουε). Φοίτησε σε σχολεία της ιδιαίτερης πατρίδας του και κατόπιν στο Πανεπιστήμιο Ρόουντς του Γκρέϊαμταουν της Νότιας Αφρικής. Κατά τον B’ Παγκόσμιο Πόλεμο υπηρέτησε στη RAF, την αγγλική πολεμική αεροπορία.



Το 1948 ο Σμιθ εκλέχθηκε μέλος του νομοθετικού σώματος της Νότιας Ροδεσίας, και το 1953 μέλος του κοινοβουλίου της Ομοσπονδίας, την οποία σχημάτισαν εκείνο το έτος η Ροδεσία και η γειτονική της Νιασαλάνδη (το κατοπινό Μαλάουι).


H Ομοσπονδία των δύο αγγλικών αποικιών μόλις που συμπλήρωσε 10 χρόνια ζωής. H αιτία που οδήγησε στη διάλυσή της κατά τα τέλη του 1963 ήταν η υπονόμευσή της από το εθνικιστικό κίνημα των μαύρων και η εχθρική στάση που τηρούσαν απέναντί της οι συντηρητικότεροι από τους λευκούς. Εξέχουσα θέση ανάμεσα στους τελευταίους κατείχε ο Σμιθ.


Το 1962 ο Σμιθ υπήρξε ένας από τους ιδρυτές του κόμματος του Ροδεσιανού Μετώπου, το οποίο συγκροτήθηκε ως αντίδραση στο Σύνταγμα που πρότειναν οι υποστηρικτές της ιδέας της ομοσπονδίας και που παραχωρούσε στους μαύρους Αφρικανούς μεγαλύτερα δικαιώματα αντιπροσώπευσης στο κοινοβούλιο.


H κυριαρχία των λευκών


Το Ροδεσιανό Μέτωπο εξέφραζε τους λευκούς ρατσιστές της Νότιας Ροδεσίας. Στο πρόγραμμά του περιλαμβανόταν η ανεξαρτησία από την Αγγλία και η κατοχύρωση της κυβερνητικής κυριαρχίας των λευκών. Στις εκλογές του Δεκεμβρίου του 1962 το Ροδεσιανό Μέτωπο κατήγαγε απρόσμενη νίκη. Στη νέα κυβέρνηση ο Σμιθ χρημάτισε υπουργός των οικονομικών και ακολούθως, το 1964, έγινε πρωθυπουργός.


Στην πολιτική φιλοσοφία και πρακτική του Σμιθ δεν υπήρχε η παραμικρή θέση ούτε καν για τις στοιχειώδεις δημοκρατικές αντιλήψεις. Του ήταν παντελώς ξένη η ιδέα ότι το δικαίωμα της διακυβέρνησης ανήκει στην πλειοψηφία, την οποία στη Νότια Ροδεσία αποτελούσαν οι μαύροι Αφρικανοί με συντριπτική αριθμητική υπεροχή έναντι των λευκών.


Ο Σμιθ υπερασπιζόταν τις ρατσιστικές ιδέες του πεισματικά και ανενδοίαστα. Σύντομα όμως βρέθηκε αναγκασμένος να αντιμετωπίσει την αντίδραση τόσο του αφρικανικού εθνικιστικού κινήματος όσο και της πλειονότητας της διεθνούς κοινής γνώμης.


H πρώτη ενέργεια του Σμιθ όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία ήταν να διατάξει τη σύλληψη των ηγετών του εθνικιστικού κινήματος και την καταστολή με βίαια αστυνομικά μέσα των ταραχών που ακολούθησαν.


Οσο για τη διεθνή κοινή γνώμη, οι εκλογές του Δεκεμβρίου του 1962, που, με τις ψήφους των λευκών, είχαν φέρει στην εξουσία το Ροδεσιανό Μέτωπο, ήταν μια πρώτη απάντηση στην έκκληση της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ τον Ιούνιο του 1962 για την υιοθέτηση περισσότερο φιλελεύθερου Συντάγματος. Δύο χρόνια αργότερα, τον Ιούλιο του 1964, στη συνδιάσκεψη των πρωθυπουργών της βρετανικής Κοινοπολιτείας, ο Σμιθ, πρωθυπουργός πλέον, αρνήθηκε να συζητήσει θέμα νέου Συντάγματος, βέβαιος ότι ένα τέτοιο μέτρο θα έφερνε στην εξουσία τη μαύρη πλειονότητα.


H ανακήρυξη της ανεξαρτησίας


Ακαρπες αποδείχτηκαν και οι περαιτέρω συνομιλίες με τη Βρετανία, και στις 11 Νοεμβρίου του 1965 ο Σμιθ προέβη στη μονομερή ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Νότιας Ροδεσίας από την Αγγλία.


H Αγγλία καταδίκασε την πράξη του Σμιθ και επέβαλε στη Νότια Ροδεσία εμπορικούς περιορισμούς και εμπάργκο στο πετρέλαιο. Δεν αποφάσισε όμως να καταφύγει σε στρατιωτική επέμβαση, όπως επιθυμούσαν πολλά αφρικανικά κράτη. Ο ΟΗΕ επικρότησε την απόφαση της Αγγλίας να επιβάλει ναυτικό αποκλεισμό στην πορτογαλική Μοζαμβίκη ώστε να εμποδίσει τον εφοδιασμό της Ροδεσίας με πετρέλαιο, αν και ο Σμιθ στηριζόταν στη βοήθεια της ρατσιστικής κυβέρνησης της Νότιας Αφρικής, η οποία παραβίαζε τις κυρώσεις.


Ακολούθησαν, το 1966 και το 1968, και άλλες απόπειρες συμβιβασμού με προσωπικές συναντήσεις ανάμεσα στον Σμιθ και στον άγγλο πρωθυπουργό Χάρολντ Γουίλσον επί των αγγλικών πολεμικών πλοίων Tiger και Fearless. Αλλά ο Σμιθ παρέμενε αδιάλλακτος. Την ίδια άκαρπη κατάληξη είχαν και διάφορες αποστολές μεσολαβητών από την Αγγλία, τα Ηνωμένα Εθνη και την Αμερική.


Στις 2 Μαρτίου του 1970 ο Σμιθ προχώρησε ένα ακόμη βήμα προς τη διακοπή των δεσμών της χώρας του με την Αγγλία: η Ροδεσία ανακηρύχθηκε δημοκρατία. Ταυτόχρονα, με την υποστήριξη όλων σχεδόν των λευκών κατοίκων της χώρας, υιοθετήθηκε νέο Σύνταγμα το οποίο επέβαλλε περιορισμούς ανάλογους με του άπαρτχαϊντ της Νότιας Αφρικής.


Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 άρχισε να φουντώνει η ένοπλη αντίσταση των Αφρικανών. Ξεπερνώντας τις φυλετικές διαφορές που τους είχαν χωρίσει στο παρελθόν, οι ηγέτες του εθνικιστικού κινήματος Ρόμπερτ Μουγκάμπε και Τζόσουα Νκόμο ένωσαν τις δυνάμεις τους στο Πατριωτικό Μέτωπο και εξαπέλυσαν σφοδρόν ανταρτοπόλεμο κατά του καθεστώτος του Σμιθ. H κυβέρνηση απάντησε με τον στρατό της και η σύρραξη εντάθηκε. Οι συνέπειες αυτής της κατάστασης για την οικονομία ήταν οδυνηρές, και πολλοί λευκοί άρχισαν να εγκαταλείπουν τη Ροδεσία.


H γέννηση της Ζιμπάμπουε


Τον Οκτώβριο του 1976 ο Σμιθ πήρε μέρος σε διάσκεψη που συνήλθε στη Γενεύη με σκοπό την εξεύρεση λύσης στο πρόβλημα της Ροδεσίας και με τη συμμετοχή επίσης των ηγετών του εθνικιστικού κινήματος. Μία ακόμη φορά δεν κατορθώθηκε να επιτευχθεί συμφωνία.


Οι πιέσεις που δεχόταν το καθεστώς του Σμιθ τόσο στο εσωτερικό της χώρας από τη δράση των ανταρτών όσο και στο εξωτερικό από τη διεθνή κοινή γνώμη, το είχαν οδηγήσει σε αδιέξοδο. Ο Σμιθ θεώρησε ότι θα μπορούσε να μετριάσει τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε αν κατόρθωνε να διχάσει την ηγεσία του κινήματος των Αφρικανών. Στην προσπάθειά του αυτή κατόρθωσε πράγματι να προσεταιρισθεί τους μετριοπαθέστερους από τους ηγέτες του κινήματος, και τον Μάρτιο του 1977 συμφώνησε μαζί τους στη λύση μεικτού νομοθετικού σώματος όπου οι μαύροι θα είχαν την πλειοψηφία έναντι των λευκών. Τη λύση αυτή την απέρριψαν οι Αγγλοι και οι Αμερικανοί καθώς και ο ΟΗΕ για τον λόγο ότι δεν ήταν αποδεκτή από το Πατριωτικό Μέτωπο.


H λύση στο πρόβλημα της Ροδεσίας δόθηκε στο Λονδίνο τον Σεπτέμβριο του 1979, σε διάσκεψη στην οποία πήραν μέρος ο Σμιθ, ο επίσκοπος Μουτσορέουα για τους μετριοπαθείς αφρικανούς ηγέτες και οι Μουγκάμπε και Νκόμο υπό την προεδρία του άγγλου υπουργού Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας Πίτερ Κάρινγκτον. Συμφωνήθηκε, ύστερα από μεταβατική περίοδο, η Νότια Ροδεσία να ανακηρυχθεί ανεξάρτητη δημοκρατία με πολυφυλετικό κοινοβούλιο.


Στις 17-18 Απριλίου 1980, τα μεσάνυχτα, ανακηρύχθηκε η ίδρυση της Δημοκρατίας της Ζιμπάμπουε. H νέα ονομασία της Νότιας Ροδεσίας προήλθε από την ερειπωμένη πλέον πόλη Ζιμπάμπουε, η οποία από τον 9ο ως τον 14ο αιώνα είχε υπάρξει κέντρο του πολιτισμού που είχε αναπτυχθεί στην περιοχή.


Τη διακυβέρνηση της χώρας είχε αναλάβει πλέον η μαύρη πλειονότητα των κατοίκων της, αλλά ο Σμιθ παρέμεινε μέλος του κοινοβουλίου της Ζιμπάμπουε ως το 1987.


KEIMENA: ΙΩΑΝΝΑ ΖΟΥΛΑ