Στα χέρια των αμερικανών παραγωγών οπτικοακουστικών έργων θα βρεθεί το μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας των υπέρογκων κερδών που θα προκύψουν από την έλευση της ψηφιακής εποχής. Τουλάχιστον αυτό εκτιμούν ευρωπαίοι εμπειρογνώμονες, οι οποίοι κρούουν για άλλη μία φορά τον «κώδωνα του κινδύνου». Η αμερικανική «υπεροχή» δεν έχει να κάνει απλώς με τις υπερπαραγωγές και την «ευρηματικότητα». Η οργάνωση της οπτικοακουστικής βιομηχανίας των Ηνωμένων Πολιτειών, με την υιοθέτηση μακροπρόθεσμων στόχων της, έχει επιτρέψει και σήμερα να είναι «κυρίαρχος του παιχνιδιού», με μια Ευρώπη η οποία μόνον αμυντικά κάνει ορισμένες κινήσεις αποσπασματικού συχνά χαρακτήρα.



Ενας τομέας πάνω στον οποίο θα «παιχτούν» πολλά, όταν η «ψηφιακή επανάσταση» θα σαρώνει τα πάντα, είναι η εξασφάλιση περιεχομένου, δηλαδή προγράμματος, στα αδηφάγα ηλεκτρονικά μέσα. Η ψηφιακή τηλεόραση, με τα εκατοντάδες προγράμματα, δεν θα μπορεί να «σταθεί» με τις σημερινές συνθήκες παραγωγής ή τα γνωστά αρχεία που εξασφαλίζουν ποσότητα και ποικιλία οπτικοακουστικού υλικού. Τα δειλά βήματα της Ευρώπης στην ανάπτυξη σωστών αρχείων οπτικοακουστικών έργων και στην οικοδόμηση μιας σταθερής συνεργασίας μεταξύ των εταίρων, μάλλον δεν ανταποκρίνονται στις νέες συνθήκες, όπως τονίζουν οι ειδικοί.


Ενα από τα ερωτήματα που μπορεί να θέσει κάποιος μη ειδικός είναι αν πραγματικά η Ευρώπη μπορεί να ανταγωνιστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες στην παραγωγή οπτικοακουστικών έργων και δη των λεγόμενων «έργων μυθοπλασίας», δηλαδή κυρίως ταινιών, που «καταναλώνουν» με ταχείς ρυθμούς οι τηλεοπτικοί σταθμοί. Οσο και αν φαίνεται ότι οι Αμερικανοί έχουν το «πάνω χέρι», η εικόνα είναι διαφορετική. Οι ευρωπαϊκές ταινίες μυθοπλασίας είναι περισσότερες, τουλάχιστον όπως διαπιστώνουν οι ερευνητές του Οργανισμού «Οπτικοακουστικό Εύρηκα» (την προεδρία του οποίου ασκεί σήμερα το Ινστιτούτο Οπτικοακουστικών Εργων του υπουργείου Τύπου). Αρα τι φταίει και δεν αντεπεξέρχονται οι Ευρωπαίοι στον σκληρό διεθνή ανταγωνισμό; Οι ερευνητές έχουν μια απάντηση: «Εστω και αν οι ευρωπαϊκές ταινίες μυθοπλασίας είναι περισσότερες σε απόλυτους αριθμούς από τις αντίστοιχες αμερικανικές, είναι πολύ χαμηλότερου προϋπολογισμού και δεν βρίσκουν διανομή έξω από τις εθνικές αγορές τους». Οποιος επενδύει μπορεί και να κερδίσει. Αυτό αποτελεί απαράβατο κανόνα της αγοράς και οι εξαιρέσεις είναι σπάνιες.


Η μεγάλη ευρωπαϊκή παραγωγή όμως ίσως και να μπορέσει να αποτελέσει τη βάση για ένα «πέταγμα προς τα εμπρός». Αν, φυσικά, μπει σε σωστή κατεύθυνση μια οργανωμένη προσπάθεια. Η Ευρώπη δηλαδή μπορεί να διαθέσει στην αγορά ένα τεράστιο αρχείο οπτικοακουστικών έργων, τα οποία θα «καταναλωθούν» και θα αποφέρουν τεράστια οφέλη.


Το «Εύρηκα» έκανε προσπάθειες να καταγράψει, έστω και προσωρινά, την «εικόνα» που εμφανίζει η ζήτηση έργων από τηλεοπτικά και κινηματογραφικά αρχεία στη λεγόμενη «Ευρωμεσογειακή» ζώνη. Σύμφωνα με τα στοιχεία της συγκεκριμένης έρευνας λοιπόν, ο κινηματογράφος δεν παρουσιάζει τόσο μεγάλη ζήτηση, εξαιτίας του προαναφερόμενου προβλήματος της «εθνικής» ταυτότητας των παραγωγών. Αντίθετα, αρκετά μεγάλη είναι η ζήτηση για ενημερωτικές, πολιτιστικές, ειδησεογραφικές και επιστημονικού χαρακτήρα τηλεοπτικές μεταδόσεις.


Ειδικότερα, οι παραγωγές που αφορούν τον πολιτισμό έχουν ένα μερίδιο που φθάνει το 25%. Περιεχόμενα αρχείων με επιστημονικό προσανατολισμό κατέχουν το εντυπωσιακό ποσοστό του 21%. Τα κοινωνικά θέματα εν γένει δεν ξεπερνούν το 16% ενώ τα οικονομικά θέματα αρκούνται σε ένα ποσοστό γύρω στο 13%.


Αυτό πάντως που είναι χαρακτηριστικό της σημερινής ζήτησης έργων από τα οπτικοακουστικά αρχεία είναι ότι το υλικό δεν ενδιαφέρει στο σύνολό του τους «καταναλωτές». Κυριαρχεί η ζήτηση αποσπασμάτων αρχείων σε ποσοστό 77% και όχι ολοκληρωμένων έργων. Προφανώς το υλικό που ζητείται χρησιμοποιείται για την παραγωγή άλλων έργων. Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα συγκεκριμένα αρχεία χρησιμοποιούνται σε μεγάλο βαθμό σε τηλεοπτικές ειδήσεις και ενημερωτικές εκπομπές. Ενα άλλο σημαντικό κομμάτι αφορά την παρουσίαση προσωπογραφιών. Συνολικά το «κομμάτι» αυτό αφορά το 25% περίπου της ζήτησης. Από άποψη ενδιαφέροντος ακολουθούν τα αρχεία που έχουν σχέση με την παραγωγή βίντεο για επετείους, νεκρολογίες και υπενθύμιση γεγονότων, τα λεγόμενα «φλας μπακ».


Ως προς το «προφίλ» των «αγοραστών», είναι κυρίως τηλεοπτικοί σταθμοί, παραγωγοί οπτικοακουστικών έργων αλλά και ερευνητικά ιδρύματα, πανεπιστήμια και πολιτιστικοί φορείς.


Τα ανωτέρω καταδεικνύουν ότι μια συντονισμένη προσπάθεια μπορεί να δημιουργήσει μια άκρως ενδιαφέρουσα αγορά, κυρίως σε χώρες όπου η πολιτιστική και πολιτισμική κληρονομιά είναι αξιόλογη. Για να γίνει κάτι τέτοιο όμως, είναι απαραίτητες βασικές προϋποθέσεις: Πρώτα πρώτα η πρόσβαση στα αρχεία οπτικοακουστικών παραγωγών, μελετητών, δημοσιογράφων κτλ. ­ σήμερα, υπάρχουν τεράστιες δυσκολίες. Η εύχρηστη θεματική κατηγοριοποίηση των υλικών είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τη χρήση των αρχείων αλλά και την απρόσκοπτη εμπορευματοποίησή τους. Ακόμη άλυτα παραμένουν πολλά προβλήματα που σχετίζονται με τη διατήρηση του υλικού, τη μετάφραση, όπου χρειάζεται, αλλά και την προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων των δημιουργών και των εκτελεστών. Με λίγα λόγια, είναι αναγκαία η επεξεργασία και η υλοποίηση μιας συγκεκριμένης στρατηγικής με τη διάθεση των απαραίτητων πόρων και επενδύσεων.


Το τελευταίο διάστημα στην Ελλάδα φαίνεται να «ωριμάζει» μια τέτοια ιδέα. Το ΙΟΜ επεξεργάζεται μαζί με άλλους εμπλεκόμενους φορείς ένα σχέδιο για τη δημιουργία «Ενιαίου Πληροφοριακού Συστήματος» για τα οπτικοακουστικά αρχεία της χώρας, με παράλληλη συμμετοχή των αρμόδιων οργανισμών σε δίκτυα και προγράμματα, όπως το «Capmed», με την παρουσία και της ΕΡΤ. Παράλληλα έχουν ετοιμαστεί ειδικά ερωτηματολόγια τα οποία θα αποσταλούν σε φορείς που διαθέτουν επί μέρους αρχεία, ώστε η προσπάθεια να είναι συνολική και να καταγραφεί ο οπτικοακουστικός πλούτος που διαθέτει η χώρα ώστε να ανοίξει ο δρόμος για την ορθολογική αξιοποίησή του.