Η Ελληνική Εκκλησία εξακολουθεί να δρα στο μισοσκόταδο και πολύ λίγα πράγματα, μάλλον γενικότητες, είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε για το παρόν της αλλά και για το παρελθόν της. Ακόμη λιγότερα γνωρίζουμε για τις εκκλησιαστικές παραφυάδες, τις παραεκκλησιαστικές οργανώσεις δηλαδή, αλλά και τα διάφορα κινήματα που κατά καιρούς αναπτύσσονται εντός ή εκτός των κόλπων της. Δεν θα πρέπει συνεπώς να θεωρηθεί ασήμαντο γεγονός η έκδοση μιας διδακτορικής διατριβής, που υποστηρίχθηκε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, με θέμα τη σκέψη του Απόστολου Μακράκη (1831-1905), μιας αμφιλεγόμενης προσωπικότητας, που ανέπτυξε όμως ιδιαίτερη δράση και είχε μεγάλη απήχηση κατά τα τελευταία τριάντα χρόνια του 19ου αιώνα στον χώρο της Εκκλησίας. Στις πολυσχιδείς του δραστηριότητες εντάσσεται και η ίδρυση της φερόμενης πρώτης παραεκκλησιαστικής οργάνωσης στην Ελλάδα, της «Σχολής του Λόγου», το 1876.
Ο κ. Μπραγκ, συγγραφέας του βιβλίου, επιδίδεται στην εργασία του σε μια εξονυχιστική μελέτη της σκέψης του Μακράκη, όπως αυτή έχει καταγραφεί στο δημοσιευμένο του έργο. Η παρουσίασή της οργανώνεται θεματικά, με αφετηρία το γνωσιολογικό / θεολογικό πεδίο, στο οποίο ο Μακράκης επιδόθηκε σε μια πολεμική κατά της δυτικοευρωπαϊκής φιλοσοφίας. Συνεχίζεται δε με μια εκτεταμένη και συστηματική ανάλυση της προβληματικής του για τον Ελληνισμό, την ιστορική του πορεία, την παρουσία του στα χρόνια που ζούσε και το μέλλον του: στην προβληματική του, ο Ελληνισμός αναλαμβάνει τα καθήκοντα ενός νέου Ισραήλ και ο ίδιος τον ρόλο του Μεσσία, με τελικό στόχο την ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Οι αντιλήψεις του αυτές σε συνάρτηση με την πολιτική του δράση είχαν ως αποτέλεσμα να υποστεί σημαντικούς διωγμούς, καταδίκες και φυλακίσεις, συγχρόνως όμως του επέτρεψαν να συγκεντρώσει γύρω του ομάδες από πιστούς οπαδούς, που πάλεψαν για την προβολή ενός διαφορετικού θρησκευτικού και κοινωνικού ιδεώδους από εκείνο που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. Καταχρηστικά μόνο, το ιδεώδες αυτό θα μπορούσε να συνοψισθεί στην προσπάθεια μιας μερίδας των πιστών να αναζητήσουν μια περισσότερο αυτόνομη και δυναμική πορεία της Ελληνικής Εκκλησίας από εκείνην που της επεφύλαξε η ενσωμάτωσή της στο ελληνικό κράτος, μια πορεία που θα οδηγούσε, εν τέλει, σε ηθική αναγέννηση και πολιτική επέκταση του Ελληνισμού.
Εν ολίγοις, και μόνη η ανάληψη του εγχειρήματος μελέτης της σκέψης του Μακράκη αποτελεί ένα τόλμημα που μόνο ένας άνθρωπος εξοικειωμένος με τη θεολογική σκέψη θα μπορούσε να επιχειρήσει. Και ο κ. Μπραγκ με το έργο του πείθει, τουλάχιστον τον μη ειδικό αναγνώστη του, ότι διαθέτει τις γνώσεις και τις ικανότητες αυτές, από κοινού με μια εμφανή φιλοτιμία και συγγραφική εντιμότητα που τον βοήθησαν να φέρει εις πέρας την καταφανώς επίμονη μελέτη του, χωρίς να επιδιώκει να την κάνει να φαίνεται κάτι άλλο από αυτό που πραγματικά είναι.
Για τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών πρωτοπρεσβύτερο Γ. Δ. Μεταλληνό, μαθητής του οποίου είναι ο κ. Μπραγκ, το εγχείρημα του τελευταίου για μια «κριτική έκθεση και ανάλυση της θεωρίας του Μακράκη για τον Ελληνισμό και την ιστορική προοπτική του, είναι ουσιαστική συμβολή του συγγραφέως στην επιστήμη της Ιστορίας του νεώτερου Ελληνισμού και ιδιαίτερα στον χώρο της ιστορίας του πνεύματος και των ιδεών (Geistesgeschichte)». Επ’ ουδενί προτίθεμαι να παραβλέψω τη σημασία της προσπάθειας του κ. Μπραγκ, και μάλιστα σε έναν τομέα που οι σημερινοί έλληνες ιστορικοί δεν συνηθίζουν να περιλαμβάνουν στα ερευνητικά τους ενδιαφέροντα, παρά το πανθομολογούμενο ενδιαφέρον του. Το σημείο όμως εκείνο στο οποίο θα ήθελα να διατυπώσω τις αντιρρήσεις μου έγκειται στην ιστορική πλευρά της προσέγγισης του κ. Μπραγκ.
Στην πραγματικότητα δεν έχουμε να κάνουμε με ένα βιβλίο ιστορίας. Η τελευταία δείχνει να έχει αποβληθεί από τους ορίζοντες του συγγραφέα και οι περίπου δώδεκα σελίδες που αφιερώνει στην καταγραφή του ιστορικού πλαισίου φαντάζουν ανεπαρκείς για να προσδώσουν στο έργο και στη σκέψη του Μακράκη μια ιστορική χροιά. Εξάλλου, οι ίδιες αυτές σελίδες δείχνουν αδύναμες από βιβλιογραφική άποψη καθώς παραγνωρίζονται όλες οι μελέτες πάνω στη συγκρότηση του ελληνικού κράτους, και κυρίως εκείνων που αναφέρονται στις ριζοσπαστικές αλλαγές που αυτό υφίσταται στα χρόνια κατά τα οποία αναπτύσσει τη δραστηριότητά του ο Μακράκης. Και το σημείο αυτό δεν είναι αμελητέο για την κατανόηση της σκέψης του Μακράκη, από τη στιγμή που τα δεινά του Ελληνισμού έχουν ως αφετηρία, κατά τη γνώμη του, την «υποταγή του Νεοελληνικού κράτους στον ζυγό της Δύσεως».
Επιπλέον, μου φαίνεται μάλλον παράδοξο το να συστηματοποιεί κανείς τη σκέψη ενός ανθρώπου, όσο χαρισματικός και αν είναι αυτός, ως εάν δεν υπέστη καμία αλλαγή σε όλη τη διάρκεια της διαμόρφωσής της: ένα πρόσωπο σε τόσο έντονη πολιτική και κοινωνική δραστηριότητα όπως ήταν ο Μακράκης, θα πρέπει να δεχόταν, και δεχόταν, συνεχή ερεθίσματα από τον περιβάλλοντα χώρο του κατά τον ίδιο τρόπο που και ο ίδιος εξέπεμπε ερεθίσματα τα οποία συσπείρωναν τους πιστούς. Οι αλλαγές που υφίσταται η σκέψη του Μακράκη γίνονται εξάλλου παραδεκτές και από τον ίδιο τον κ. Μπραγκ, όταν, για παράδειγμα, κάνει λόγο για την προοδευτική ταύτιση στο μυαλό του της Εκκλησίας με τους συλλόγους που είχε ιδρύσει. Ωστόσο δεν δείχνει κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον να τις παρακολουθήσει από πιο κοντά. Λείπει συνεπώς από το βιβλίο η παρουσίαση της εξέλιξης της μακρακικής σκέψης, των πολιτικών και κοινωνικών επιρροών που δέχθηκε, των αλλαγών που υπέστη καθώς η πολιτική συγκυρία στα τέλη του 19ου αιώνα γινόταν όλο και δυσκολότερη, ενώ και οι πιέσεις που υφίστατο ο ίδιος εντείνονταν.
Με άλλα λόγια, ο κ. Μπραγκ οδηγείται σε μια πολιτική και κοινωνική αποστείρωση της σκέψης του Μακράκη, με αποτέλεσμα να καταλήγει σε ένα προϊόν που είναι α-ιστορικό και αποπνέει ένα έντονα ευρετηριακό πνεύμα. Η κατακλείδα του βιβλίου, στην οποία προσάπτεται στον Μακράκη η επιδίωξη προβολής μιας «αιρετικής» παράδοσης προκειμένου να εξηγηθεί η ιδιαιτερότητα της περίπτωσής του, έρχεται να επιβεβαιώσει αυτή την άποψη, άποψη που όμως πολύ δύσκολα μπορεί να ληφθεί στα σοβαρά υπόψη έξω από τον χώρο της θεολογίας. Η χαρισματική του προσωπικότητα, ικανή να θέλγει τους πιστούς και να τους κινητοποιεί σε κοινωνικές διαμαρτυρίες τέτοιες που να ενοχλούν ιδιαιτέρως την επίσημη Εκκλησία αλλά και το Κράτος, χρειάζεται πολύ περισσότερες μεταβλητές, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης της παράνοιάς του, για να μπορέσει να γίνει κατανοητή.
Ετσι, από μιαν άλλη οπτική, εκείνην που επιδιώκει να καλλιεργήσει ο επιστημονικός χώρος, για να κατανοήσει κανείς τον Μακράκη και τη σκέψη του θα πρέπει να λάβει υπόψη του όλες τις μαζικές πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές ανατροπές που πραγματοποιούνται στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα στην Ελλάδα. Μέσα στο πλαίσιο αυτό ο Μακράκης βρίσκει την ευκαιρία να διαμορφώσει και να αναπτύξει τα σχήματά του, ενώ και η απήχηση των λόγων του πάλι στο ίδιο περιβάλλον βρίσκει έδαφος για να γονιμοποιηθεί και να μετατραπεί συχνά σε κοινωνική διαμαρτυρία. Τέλος, σε αυτό το πλαίσιο διαμορφώνεται και η πολιτική του δραστηριότητα, η οποία μεταξύ άλλων περιλαμβάνει και τη δημιουργία των παρα-εκκλησιαστικών οργανώσεων. Παράδειγμα αυτής της προσέγγισης, με επίκεντρο πάντα τον μακρακισμό, είχε δώσει ο Θανάσης Καλαφάτης πριν από λίγα χρόνια σε ένα άρθρο του στο περιοδικό Ιστορικά, ένα άρθρο του οποίου η απουσία, ειρήσθω εν παρόδω, από τη βιβλιογραφία του κ. Μπραγκ ξενίζει.
Νομίζω ότι κανείς ιστορικός σήμερα δεν θα υποστήριζε ότι οι ιδέες είναι ξεκομμένες από την κοινωνία, αλλά αντιθέτως θα επεδίωκε με κάθε τρόπο να αναζητήσει τις διασταυρούμενες συναρτήσεις μεταξύ του λόγου και της πρακτικής, κοινωνικής και πολιτικής. Την άποψη αυτή δεν συμμερίζεται ο κ. Μπραγκ καθώς επίσης και ο καθηγητής κ. Μεταλληνός. Συνεπώς μάλλον βρισκόμαστε ενώπιον διαφορετικών επιλογών όσον αφορά τον τρόπο κατανόησης της ιστορικής προσέγγισης. Κατά την άποψη μου όμως με το βιβλίο του κ. Μπραγκ δεν έχουμε να κάνουμε με μια εργασία ιστορίας, έστω και αν προσθέσουμε στο τέλος και τον όρο «ιδεών», αλλά με μια άσκηση δογματικής συνέπειας, όπου η απόκλιση από ένα μέτρο συνιστά και την ερμηνεία του φαινομένου.
Ο κ. Κώστας Κωστής είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.



