Παράξενη χώρα… Μια χώρα που πολλοί νομίζουν ότι δεν υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει πια. «Δηλαδή ποια Μογγολία; Εκεί που είναι οι Μογγόλοι;» με ρωτάει απορημένος ο αστυνομικός στο αεροδρόμιο κοιτώντας τη βίζα στο διαβατήριό μου. Ισως επειδή όλοι ξέρουν τους Μογγόλους, τη στέπα, τον Αττίλα από εκεί ξεκίνησε και αυτός! , τον Τζενγκίς Χαν (Γκίνγκις Καν, σύμφωνα με τη νέα απόδοση των κινεζικών ονομάτων), την άγρια νομαδική ζωή των εφηβικών μυθιστορημάτων. Ελάχιστοι, όμως, γνωρίζουν ότι η Μογγολία υπάρχει ως ανεξάρτητο κράτος από το 1924, λίγο μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση.
Τι είναι ακριβώς η Μογγολία; Αναμφισβήτητα ένα μέρος της σιβηρικής στέπας που σβήνει προς τον Νότο στην έρημο Γκόμπι. Αυτό είναι το πιο εύκολο να διαπιστώσει κανείς κοιτώντας απλώς τον χάρτη. Από εκεί και πέρα δεν ξέρεις καλά καλά αν προσγειώνεσαι σε ένα κράτος αυτοτελές, σε ένα ατύχημα της ιστορίας, σε μια απόφυση της ρωσικής Σιβηρίας ή σε μια αυτονομημένη περιοχή της Κίνας, σφηνωμένη όπως μοιάζει στην κινεζική πλευρά των σινορωσικών συνόρων. Μια χώρα τρεις φορές όσο η Γαλλία (1.566.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα) που με το ζόρι φτάνει στα 2,2 εκατομμύρια κατοίκους. Οι 600.000 από αυτούς στην πρωτεύουσα, την Ουλάν Μπατόρ, που έγινε περισσότερο γνωστή επειδή εκεί «εξορίστηκε» ως πρέσβης της ΕΣΣΔ ο πολύς Μολότοφ μετά την αποσταλινοποίηση.
Μόνο το να φτάσεις στη Μογγολία είναι μια ολόκληρη ιστορία. Από την Αθήνα πηγαίνουμε στη Φραγκφούρτη, από εκεί στο Πεκίνο (δέκα ώρες πτήση πάνω από τη Σιβηρία…) και από το Πεκίνο θα πρέπει να περιμένεις υπομονετικά τις Μογγολικές Αερογραμμές για να σε οδηγήσουν (κάποια στιγμή…) στην Ουλάν Μπατόρ. Σπίτι – ξενοδοχείο, το ταξίδι κρατάει αισίως τριάντα ώρες, ίσως κάτι περισσότερο. Αν προσθέσει κανείς και τις καθυστερήσεις…
Πρακτικά, η Μογγολία είναι μια χώρα που δεν έχεις κανέναν λόγο να επισκεφθείς. Και ίσως να μην το είχα πράξει ποτέ αν δεν γινόταν εκεί φέτος η διοργάνωση του Camel Trophy. Τρόπον τινά, το ένα έφερε το άλλο…
Ομολογώ πως όταν μου τηλεφώνησε ο Τάκης Παπαγεωργίου, ο εν Ελλάδι αντιπρόσωπος της διοργανώτριας εταιρείας του Trophy, ήξερα για τη διοργάνωση περίπου όσα ήξερα και για τη Μογγολία, δηλαδή τίποτα. Η αποδοχή της πρόσκλησης έγινε χωρίς πραγματική επίγνωση του περιεχομένου. Σαν μια περιέργεια που προκύπτει φυσιολογικά από το μακρινό και το άγνωστο. Επί τόπου θα ανακαλύψω ότι το Trophy μακρινή μόνο σχέση έχει με τον μοναχικό αυτόν τύπο των διαφημίσεων που περνάει πάνω από λίμνες και ποτάμια προκειμένου να ανάψει ένα τσιγάρο. Είναι μια εντυπωσιακή προσπάθεια από πλευράς οργάνωσης, αφού κάθε χρόνο μεταφέρει έναν πραγματικό όχλο διαγωνιζόμενους, φίλους, δημοσιογράφους, οργανωτικό προσωπικό σε μια άγρια περιοχή του πλανήτη. Πέρυσι ήταν μια γωνιά της Ινδονησίας με τη ζούγκλα της. Φέτος, η στέπα και η έρημος της Μογγολίας. Του χρόνου τα χιόνια της Παταγωνίας ή της Αλάσκας.
Είναι ένας είδος ετήσιας θυσίας στην περιπέτεια. Ή, για να είμαι ακριβής, στην απολύτως οργανωμένη περιπέτεια, όπου δύσκολα θα ξεφύγει κάτι από το προκαθορισμένο. Αυτή η εκδοχή της μεθοδευμένης συνάντησης με την άγρια φύση είναι ίσως η πιο αξιοπερίεργη πλευρά της διοργάνωσης. Τα πληρώματα που διαγωνίζονται (είκοσι χώρες για την ακρίβεια) δεν είναι επαγγελματίες της περιπέτειας. Πέντε από αυτά είναι μεικτά, μετέχουν και κοπέλες. Μιλάμε ασφαλώς για αγόρια και κορίτσια που έχουν μια εξοικείωση με τη φύση, που έχουν επιμελώς προετοιμαστεί γι’ αυτήν την αναμέτρηση (μόνο οι διαδικασίες επιλογής τους κρατούν περίπου ένα εξάμηνο), που διαθέτουν φυσική κατάσταση και κλίση στον αθλητισμό (τουλάχιστον σ’ αυτόν τον ιδιότυπο αθλητισμό των λεγομένων extreme sports), που είναι ικανοί να υπομείνουν κάποια στοιχειώδη κακουχία. Δεν είναι, όμως, επαγγελματίες με την τρέχουσα έννοια του όρου. Η νίκη δεν θα τους αποφέρει τίποτε, καμία χρηματική ανταμοιβή και ούτε θα τους στοιχίσει η ήττα. Θα γυρίσουν πίσω με τις αναμνήσεις τους από ένα είδος μηχανοκίνητου «τζάμπορι» με αρκετή ταλαιπωρία αλλά και ακόμη περισσότερη καλή διάθεση ελαφρώς προσκοπικού τύπου. Τρεις εβδομάδες φυγής από τον πολιτισμένο κόσμο…
Οι ειδικοί και οι παλαιοί της διοργάνωσης έλεγαν και ξανάλεγαν (άλλοι αναπολώντας και άλλοι επικροτώντας) ότι εφέτος ο παραδοσιακός χαρακτήρας της διοργάνωσης άλλαξε. Η περιπέτεια με την ουσιαστική έννοια του όρου υποχώρησε μπροστά σε ατελείωτες «ειδικές διαδρομές» με καγιάκ ή μάουντ-μπάικ. Η βαθμολογία σε αυτές τις αθλητικές αναμετρήσεις καθόριζε και την τελική κατάταξη. Αθλητισμός ή περιπέτεια; Είναι ένα δίλημμα που άκουσα πολλές φορές να συζητιέται στη Μογγολία, αν και ομολογώ ότι ελάχιστα με συνεπήρε.
Συνάντηση δυο κόσμων
Πιο πολύ με κέντρισε η ανακάλυψη δύο κόσμων που έτυχε να συναντηθούν επί τρεις εβδομάδες. Ενας κόσμος που γεννήθηκε από το άγχος του πολιτισμού, από τη διάθεση του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου να ξαναβρεί τη φυγή και από ένα καλό μάρκετινγκ. Οι περισσότεροι από αυτούς γνώστες του Land Rover ή των τεχνικών προδιαγραφών του τελευταίου τζιπ 4Χ4 πήγαν, έλαβαν μέρος, νίκησαν ή έχασαν αλλά το πιθανότερο είναι πως ούτε κατάλαβαν πού βρέθηκαν. Διέσχισαν μια μυθική χώρα αδιάφοροι και απερίσπαστοι, ακριβώς με την ίδια ευκολία ή την ίδια ελάχιστη προσαρμογή στο περιβάλλον με την οποία θα διέσχιζαν τον Αμαζόνιο ή θα πήγαιναν Παγκράτι – Κολιάτσου. Είναι η διοργάνωση που προέχει σε μια χώρα που χρησιμοποιείται απλώς ως ντεκόρ.
Και είναι ένας άλλος κόσμος, αυτός που κυρίως σε ενδιαφέρει να συναντήσεις, η Μογγολία. Τα μαγικά μάτια των παιδιών που χάζευαν έκθαμβα το διερχόμενο πανηγύρι και θα πείστηκαν σίγουρα ότι εκτός Μογγολίας όλοι οι άνθρωποι κυκλοφορούν με κίτρινα Land Rover και ντύνονται με τα πορτοκαλί ρούχα της διοργάνωσης του Camel Trophy. Αυτός ο κόσμος ήταν ο ομορφότερος!
Υπ’ αυτήν την έννοια, δεν είμαι ακριβώς ο παρατηρητής που ενδιαφερόταν υπέρμετρα για τις τύχες του ελληνικού πληρώματος ή για τη διαφημισμένη σύμπραξή του με τους τούρκους διαγωνιζόμενους. Ακόμη και οι «Times» του Λονδίνου αναφέρθηκαν σε αυτήν την ιδιότυπη «ελληνοτουρκική φιλία», κάτι που θα πρέπει να αποδοθεί μάλλον στο καλό μάρκετινγκ της διοργανώτριας εταιρείας, παρά στο πραγματικό ενδιαφέρον της περίπτωσης. Αυτή η ιστορία «ενός αγώνα που ενώνει τους λαούς» στερείται πραγματικής υπόστασης, ίσως γιατί ένας αγώνας δεν θα πρέπει και να τους χωρίζει…
Μέσα από αλλεπάλληλα τέτοια περιστατικά, μέσα από επιτυχίες και αποτυχίες στα διάφορα αγωνίσματα, μέσα από 25 βαθμούς Κελσίου το πρωί και μείον 8 βαθμούς το βράδυ, μέσα από μεθυσμένους Γερμανούς που ξερνούσαν τη νύχτα την μπίρα όλης της ημέρας, μέσα από τις πλάκες και τα αστεία που θύμιζαν λίγο προπαίδευση στο Ναυτικό, μέσα από τα τσαντίρια («γκερς») των Μογγόλων που μας στέγαζαν ανά πεντάδες, μέσα από σκόνη και κάποια απλυσιά, το Trophy τερμάτισε στο Καρακόρουμ, την παλιά πρωτεύουσα του Τζενγκίς Χαν, από την οποία δεν μένει παρά ένα μεταγενέστερο τείχος που περιβάλλει ένα μικρό μοναστήρι. Εκεί ο κόσμος της περιπέτειας συναντήθηκε με τον κόσμο της ζωής.
Μια εβδομάδα στη Μογγολία, αυτή η ζωή ήταν που με ξένιζε περισσότερο. Οχι πως δεν έχω δει παράξενα μέρη. Αλλά αυτό το μέρος είχε ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: έμοιαζε να μην κινείται μέσα στον χρόνο. Πρώτα, τα άλογα. Αλογα βραχύσωμα, σαν μεγάλα πόνι, με χοντρά, δυνατά πόδια που φημίζονται, λένε, για την αντοχή τους. Μπορούν να ταξιδέψουν ασταμάτητα και δύο και τρεις εβδομάδες μέσα στη στέπα. Εψαχνα μέρες να θυμηθώ πού είχα διαβάσει ότι ο Αττίλας ξεχύθηκε στην Ευρώπη πάνω σε «άλογα βραχύσωμα με κοντόχοντρα, δυνατά πόδια», συναισθανόμενος ότι αυτά τα άλογα που έβλεπα μπροστά μου ήταν τα ίδια τα άλογα της «Μάστιγας του Θεού» και που έμειναν ίδια και απαράλλαχτα εδώ και δεκαπέντε αιώνες.
Ξέρω καλά πως στη στέπα, στην έρημο, ο χρόνος δεν κινείται επειδή η φύση δεν αλλάζει. Επειδή οι νομάδες δεν αφήνουν ίχνη πάνω στη φύση, δεν ενδιαφέρονται να την διαμορφώσουν. Γυρίζω πάλι στο Καρακόρουμ… Πρώτη πρωτεύουσα μιας αυτοκρατορίας που αγκάλιασε όλη την Ασία, από την Κορέα ως την Κασπία, και δεν άφησε πίσω της ούτε μια πέτρα. Φαντάζεσαι την αυλή του Τζενγκίς Χαν αλλά δεν υπάρχει τίποτα, πέρα από έναν μεταγενέστερο περίβολο που δεν έχει καμία σχέση με τον «Βασιλιά όλου του κόσμου». Δεν άφησε πίσω παρά μόνο τη φήμη του…
Μέσα στον περίβολο ένα βουδιστικό μοναστήρι. Στη Μογγολία η ανεξαρτησία ήλθε το 1924 μαζί με τον Κόκκινο Στρατό και τον «υπαρκτό σοσιαλισμό». Ιστορικά είναι η δεύτερη κομμουνιστική χώρα στον κόσμο μετά τη Σοβιετική Ενωση. Το μέρος της ενιαίας Μογγολίας αν μπορεί να χρησιμοποιηθεί αυτός ο όρος που ανήκε στην Κίνα, η λεγόμενη Εσωτερική Μογγολία, εξακολουθεί να παραμένει κινεζική επαρχία. Εβδομήντα χρόνια σχεδόν η Μογγολία έζησε σε καθεστώς κομμουνιστικό και σε ρόλο δορυφόρου της Σοβιετικής Ενωσης. Τώρα εμβαπτίζεται σε έναν περίεργο πολυκομματισμό με κάτι πρώην κομμουνιστές άκρως φιλελεύθερων αντιλήψεων (ως προς την τσέπη τους…) να τριγυρίζουν την εξουσία.
Επί εβδομήντα χρόνια, λοιπόν, η βουδιστική θρησκεία ήταν σχεδόν υπό διωγμόν. Τα μοναστήρια έκλειναν, γκρεμίζονταν ή απλώς κατέρρεαν, οι μοναχοί σπάνιζαν. Στη Μογγολία ο βουδισμός είναι θιβετιανού τύπου, άρα στηρίζεται στη μοναστική ζωή. Μόνο στην Ουλάν Μπατόρ επιβίωνε το μοναστήρι του Γκαντάν Χιντ, περίπου ως αξιοθέατο για τουρίστες και ως προπαγανδιστική απόδειξη της θρησκευτικής ελευθερίας. Καλού κακού, πάντως, ο ηγούμενος ήταν αξιωματούχος της μογγολιανής KGB! Λέγεται ότι επί σταλινικής εποχής ιδίως, οι διωγμοί των βουδιστών μοναχών άγγιξαν τα όρια της μαζικής εξολόθρευσης.
Και ξαφνικά, εβδομήντα χρόνια αργότερα, ο βουδισμός ξεπήδησε από το συλλογικό υποσυνείδητο αυτού του μικρού, νομαδικού λαού, λες και δεν είχε μεσολαβήσει τίποτα. Τα μοναστήρια ξαναχτίζονται με ραγδαίο αριθμό είναι σχεδόν το μόνο πράγμα που χτίζεται σε αυτήν τη χρεοκοπημένη χώρα , οι μοναχοί πληθαίνουν. Ανεβαίνουμε στα 2.100 μέτρα υψόμετρο (όλη η Μογγολία είναι υψίπεδο, περίπου στα 1.500 μέτρα κατά μέσον όρο) για να βρούμε μπροστά μας ανακαινισμένο (αλλά και κλειστό) ένα μέρος από το ιστορικό μοναστήρι του Μαντσίρ Χιντ. Δίπλα ακριβώς βρίσκονται τα ερείπια της παλαιότερης εκδοχής του.
Εκεί όπου ο χρόνος είναι πιο εντυπωσιακά σταματημένος είναι στην Ουλάν Μπατόρ. Η πόλη μοιάζει με αυτό που πάντα ήταν: ένας τόπος εξορίας… Τυπικά θα πρέπει να είναι σαν όλες αυτές τις θλιβερές πόλεις της σοβιετικής Σιβηρίας. Υπάρχει ακόμη ένα «Λένιν Κλαμπ» και μερικά ξενοδοχεία «χρουστσοφικού» στυλ. Ζήτημα αν σε ολόκληρη την πόλη λειτουργούν τέσσερα ή πέντε εστιατόρια. Μία ντισκοτέκ, η «Τοπ Τεν», θυμίζει απλώς ότι έπεσε ο κομμουνισμός. Εφηβοι με δυτικό ντύσιμο και δυτική μουσική.
Μαγαζιά δεν υπάρχουν. Ή, τέλος πάντως, αυτό που υπάρχει δεν μοιάζει με μαγαζιά. Δεν υπάρχουν βιτρίνες. Ενα σύστημα κατέρρευσε χωρίς να αντικατασταθεί με τίποτε άλλο. Νομίζω ότι δεν έχω δει άλλη πόλη στον κόσμο με αυτή την απέραντη αίσθηση του ακινητοποιημένου κενού. Ακόμη και τα μνημεία διαφόρων κομμουνιστών ηγετών ή τα σύμβολα του έκπτωτου καθεστώτος ή τα εύσημα στη Μογγολική Ταξιαρχία (της οποίας την ένδοξη δράση στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ομολογώ ότι αγνοούσα εντελώς προτού φτάσω στην Ουλάν Μπατόρ…) παραμένουν στη θέση τους περισσότερο από μια γενικευμένη αδιαφορία αποκαθήλωσης παρά από την έννοια της συνέχειας ή της αποδοχής. Οχι πως αυτοί που κυβερνούν άλλαξαν ριζικά. Σε μια χώρα 2,2 εκατ. κατοίκων, όπου τα 2/3 σχεδόν είναι νομάδες ή ημινομάδες, δεν μπορείς εύκολα να βρεις και κομμουνιστές και μη κομμουνιστές για να κρατήσουν το μαγαζί.
Τις ημέρες που βρεθήκαμε εκεί έγιναν οι προεδρικές εκλογές όπου ο πρώην κομμουνιστής νίκησε τον μη κομμουνιστή πρόεδρο της χώρας. Αν αντιλήφθηκα σωστά… Διότι το να αντιληφθεί κανείς κάτι στη Μογγολία είναι μια ξεχωριστή περίπτωση. Κανένας σχεδόν δεν μιλάει αγγλικά, γαλλικά ή άλλη προσβάσιμη γλώσσα. Πρώτη ξένη γλώσσα είναι τα ρωσικά, γεγονός περιορισμένης χρησιμότητας για τον γράφοντα.
Ξένες εφημερίδες ή περιοδικά δεν φτάνουν ποτέ στην Ουλάν Μπατόρ. Γενικώς, οι σχέσεις τους με το έντυπο χαρτί είναι μάλλον περιορισμένες. Καρτ – ποστάλ πωλούνται μόνο στο κεντρικό ταχυδρομείο. Βιβλία σχεδόν πουθενά… Είδη γραφικής ύλης είναι άκρως δυσεύρετο είδος. Η ακινητοποίηση του χρόνου είναι πλήρης, ολοκληρωτική.
Φρούτα; Τι είναι αυτό;
Εξω από την πρωτεύουσα και σχεδόν μοναδική πόλη της χώρας η αίσθηση του αναχρονισμού είναι ακόμη πιο έντονη. Αισθάνεσαι ότι έχεις να κάνεις με έναν λαό που δεν πεινάει. Αλλά με έναν λαό που δεν ξέρει τι είναι τα φρούτα και τα λαχανικά. Το διαιτολόγιό τους περιλαμβάνει απλώς κρέας και πατάτες. Τομάτες, για παράδειγμα, βρίσκεις μόνο στην Ουλάν Μπατόρ και αυτές ως είδος πολυτελείας.
Φθάνουμε στο Ζουνμόντ. Μικρή κωμόπολη (ή μάλλον, χωριό…), επτά – οκτώ χιλιάδων κατοίκων, θεωρητικώς. Στην πραγματικότητα δεν μου φαίνεται να ξεπερνούν τους μισούς. Τα περισσότερα σπίτια είναι μογγολικά τσαντίρια, στημένα σε έναν περίβολο φτιαγμένο με σανίδες. Αυστηρά τετραγωνισμένοι δρόμοι, μάρτυρες μιας πρόσφατης και εκ του μηδενός πολεοδομίας. Η αγορά συνοψίζεται σε τρία μαγαζιά χωρίς προθήκες. Ενα είδος πολυκαταστημάτων όπου θεωρητικώς πρέπει να πωλούνται τα πάντα αλλά συνήθως δεν βρίσκεις τίποτε. Αλλοι ψωνίζουν, άλλοι απλώς ξεπέζεψαν από τα άλογα και λιάζονται στην πλατεία. Εχεις μια εικόνα ανέχειας αλλά όχι δυστυχίας. Τα παιδιά σε περιτριγυρίζουν, σε περιεργάζονται, χωρίς να ζητιανεύουν. Δυσκολεύεσαι να φανταστείς ότι αυτοί οι άνθρωποι κάποτε κατέκτησαν την Ασία, κυβέρνησαν την Κίνα, υποδούλωσαν βασίλεια και αυτοκρατορίες.
Στην επιστροφή περιμένουμε υπομονετικά στο αεροδρόμιο δύο και τρεις ώρες. Οταν ρωτάς πότε θα φύγει το αεροπλάνο, η απάντηση ποτέ δεν έχει χρονικό προσδιορισμό. Δεν σου λένε «σε δύο ώρες» ή «στις τρεισήμισι». Σου απαντούν «μόλις είναι έτοιμο». Ισως επειδή δεν ξέρουν και δεν ενδιαφέρονται να μάθουν. Ισως επειδή στη χώρα που δεν τρέχει ο χρόνος, ο χρόνος δεν έχει κανένα νόημα.



