Ηαναβίωση της αμερικανικής φίρμας Liz Claiborne ήταν μια δελεαστική ιδέα για τους ανθρώπους της μόδας, ίσως η πιο δελεαστική μετά την αναγέννηση του ιταλικού οίκου Gucci που οφείλεται στον αμερικανό σχεδιαστή Τομ Φορντ στα μέσα της δεκαετίας του ΄90. Ακόμη και αν σήμερα η οικονομία βρίσκεται σε νοσηρή κατάσταση και οι καταναλωτικές δαπάνες διανύουν περίοδο ύφεσης, η διάθεση για αγορές καλοσχεδιασμένων ρούχων με αξία διατηρείται σταθερή. Αλλά και ο στόχος του πώς να φέρεσαι «έξυπνα» με τα χρήματά σου, τον χρόνο σου και την εμφάνισή σου είναι διαχρονικός και η Λιζ Κλέιμπορν, η οποία πέθανε σε ηλικία 78 ετών πέρυσι το καλοκαίρι, κάλυψε σχεδόν «μαζικά» τις ανάγκες των γυναικών που έκαναν τα πρώτα τους βήματα στον επαγγελματικό στίβο.
Η έννοια της «αυτάρκειας» χαρακτηρίζει κατά έναν τρόπο τα ρούχα που σχεδίασε η δημιουργός σκεπτόμενη πρακτικές λύσεις για εργαζόμενες γυναίκες όπως εκείνη. Κόρη τραπεζίτη, η 19χρονη Κλέιμπορν, η οποία είχε ήδη εγκαταλείψει το σχολείο, επισκέφθηκε τη Νέα Υόρκη με την οικογένειά της στα τέλη της δεκαετίας του ΄40. Τότε αποφάσισε να μείνει και το ανακοίνωσε στον πατέρα της, αλλά το μόνο που έλαβε από εκείνον ήταν 50 δολάρια και την ευχή του για «καλή τύχη».
▅ Η προσέγγιση των Αμερικανίδων
Παρά το γεγονός ότι δεν θεωρούσε τις Αμερικανίδες «τις κομψότερες γυναίκες στον κόσμο», είχε την εξυπνάδα να τις προσεγγίσει δημιουργικά. Ετσι, όταν ξεκίνησε την εταιρεία της Liz Claiborne Ιnc. το 1976 μαζί με τον σύζυγό της Αρθουρ Ορτενμπεργκ, σχεδίαζε ρούχα που δεν έδειχναν ξένα φορεμένα από τις συμπατριώτισσές της. Και παρ΄ όλο που οι Αμερικανοί έχουν την τάση να προτιμούν κάτι καινούργιο από το να «φρεσκάρουν» το παλιό, ο οίκος Liz Claiborne δείχνει πως διαθέτει τις σωστές προϋποθέσεις για την αναγέννησή του. Για πάνω από μία δεκαετία είχε έσοδα που άγγιζαν τα 5 δισ. δολάρια, ενώ η φίρμα, αν και «ξεπερασμένου» ύφους για τη νέα εποχή, έχει συνδεθεί με τις γενιές των Αμερικανίδων που πήγαιναν σχολείο και πανεπιστήμιο στα μέσα της δεκαετίας του ΄70. Η επιτυχία της φίρμας επιβεβαιώνεται αφού η ίδια η σχεδιάστρια, αν και υπογράμμιζε ότι δεν έχει καμία σχέση με τις επιχειρήσεις, ήταν η πρώτη γυναίκα της οποίας η εταιρεία μπήκε στις λίστες των 500 καλύτερων του περιοδικού «Fortune». Ενώ το 1981, μαζί με τον σύζυγό της, την οδήγησαν και στο χρηματιστήριο της Γουόλ Στριτ, επεκτείνοντάς την αργότερα και σε άλλους τομείς όπως η ανδρική ένδυση και τα καλλυντικά.
Την αποστολή αναβίωσης της φίρμας έχουν αναλάβει ο αμερικανός σχεδιαστής Αϊζαακ Μιζράχι και ο νέος διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Γουίλιαμ Μακ Κομπ. Ο Μιζράχι ήταν ήδη γνωστός από τη συνεργασία του στο πείραμα «κορυφαίος σχεδιαστής- μαζικός έμπορος» με την Τarget το 2002, από την εκπομπή του στο καλωδιακό κανάλι Οxygen, αλλά και από τη συμμετοχή του κατά καιρούς σε τηλεοπτικές σειρές, ενώ ταυτόχρονα σχεδίαζε κοστούμια για το θέατρο και το μπαλέτο.
▅ Η σειρά υψηλής ραπτικής Αργότερα ξεκίνησε μια σειρά υψηλής ραπτικής για τα καταστήματα Βergdorf Goodman, ωστόσο απασχόλησε περισσότερο την κοινή γνώμη όταν αποφάσισε να σταματήσει την πρετ-α-πορτέ συλλογή του στα τέλη του ΄90ύστερα από μία δεκαετία. Η απόφασή του μάλιστα ελήφθη σε μια εποχή που από την Ευρώπη υπήρχε ιδιαίτερη ζήτηση για τα «αμερικανικά ταλέντα», με χαρακτηριστικά παραδείγματα την τοποθέτηση του Μαρκ Τζέικομπς στον γαλλικό οίκο Louis Vuitton, του Μάικλ Κορς στη Celine και του Ναρσίσο Ροντρίγκεζ στη Loewe. Παρ΄ όλα αυτά, αν και ο Μιζράχι δεν ήταν λιγότερο ταλαντούχος ή δημιουργικός από τους συναδέλφους τουπου προαναφέρθηκαν, η διάθεσή του να εστιάσει στο «πολυτελές σπορ ντύσιμο» κρίθηκε μάλλον ασύμβατη με εκείνη την περίοδο. Η συνεργασία του όμως με την Τarget τον αντάμειψε με ένα επιτελείο και ένα ατελιέ που πολλοί θα ζήλευαν.
Με τη σειρά του ο Μακ Κομπ, πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος στην Johnson & Johnson, προσλήφθηκε το 2006 στη Liz Claiborne για να διαδεχθεί τον Πολ Σαρόν, πρώην επικεφαλής της εταιρείας. Ο Σαρόν είχε φροντίσει να διευρύνει το χαρτοφυλάκιο της επιχείρησης προσθέτοντας σήματα όπως Εllen Τracy, Lucky Βrand Jeans, Κate Spade και Juicy Couture, η καλιφορνέζικη φίρμα που δημιούργησαν η Πάμελα Σκάιστ-Λεβί και η Γκέλα Νας-Τέιλορ με βάση μια «αφελή» κατά τα άλλα ιδέα ότι οι γυναίκες θέλουν να φορούν ροζ βελουτέ φόρμες όταν βγαίνουν έξω για φαγητό με τις φίλες τους. Ο Σαρόν «έστησε» επίσης μια ομάδα στελεχών που από πολλούς θεωρήθηκε ανάμεσα στις καλύτερες της βιομηχανίας. Ωστόσο, ενώ τα Juicy Couture και Lucky ευνοήθηκαν από την επένδυση της Claiborne- τα κέρδη της Lucky ανέβηκαν από 60 εκατ. δολάρια σε 422 εκατ. δολάρια μέσα σε εννέα χρόνια από την αγορά της -, τα βασικά σήματα της επιχείρησης, όπως το Dana Βuchman και το ομώνυμο Liz Claiborne, είχαν χάσει κάθε επαφή με το γυναικείο κοινό της εποχής τους.
Ο Μακ Κομπ άρχισε να «αποσυναρμολογεί» την εταιρεία. Οι αλλαγές ήταν μεγάλες και επηρέασαν το ηθικό των εργαζομένων αφού 1.300 απολύθηκαν. Στόχος πλέον ήταν να πουληθούν άλλα 16 σήματα της εταιρείας και να δοθεί προσοχή στα σήματα που «κερδίζουν», όπως το Juicy, καθώς και η φίρμα Claiborne, με κύριο άξονα να «πουληθεί σωστά». Με δική του προτροπή όμως ο όμιλος αγόρασε μερίδιο του οίκου Νarciso Rodriguez το 2007. Από την άλλη, οι δραστικές αυτές αλλαγές έγιναν αφορμή για να δει η εταιρεία, όπως και άλλες φίρμες από τον χώρο της ένδυσης, τη μετοχή της να «κατρακυλά» στους φωτεινούς πίνακες της Γουόλ Στριτ από τα 40 δολάρια τον Οκτώβριο του 2006 σε μόλις 13 δολάρια στα μέσα του περασμένου Ιουλίου.
Παρ΄ όλα αυτά, η εμπιστοσύνη που έχει ο επικεφαλής της αμερικανικής φίρμας στον Μιζράχι, ο οποίος ανέλαβε τον πλήρη καλλιτεχνικό έλεγχο, είναι μεγάλη. Ετσι ο δημιουργός θα επιμεληθεί όλες τις συλλογές, συμπεριλαμβανομένων των αξεσουάρ, ενώ θα ασχοληθεί και με τις ιδέες για τους λογοτύπους και τη διαφημιστική εκστρατεία στο δικό του ατελιέ. Είναι γνωστός για την ικανότητά του να κάνει ελκυστικό το «ρετρό» στυλ, αλλά και η συνεργασία του με την Τarget πιστεύεται ότι θα συμβάλει πολύ θετικά στο αποτέλεσμα. Οι πρώτες συλλογές που παρουσιάστηκαν στους αγοραστές στη διάρκεια της πρόσφατης Εβδομάδας Μόδας στη Νέα Υόρκη θα βγουν στην αγορά τον ερχόμενο Φεβρουάριο. Λέγεται μάλιστα ότι ο Μιζράχι κρατά πιστά τα στοιχεία της φιλοσοφίας της φίρμας για ρούχα με έντονα χρώματα που συνδυάζουν τη θηλυκότητα με την επαγγελματική εμφάνιση. Το σήμα απέφερε στον όμιλο το ένα πέμπτο από τα συνολικά έσοδα των 4,6 δισ. δολαρίων. Ως πρόσφατα όμως είχε περιοριστεί σε βασικά είδη, όπως πόλο μπλουζάκια, ζιβάγκο και λινά παντελόνια, τα οποία πωλούνταν μέσω Διαδικτύου. Ενώ ύστερα από αρκετά χρόνια πτωτικής πορείας η φίρμα έζησε τη χειρότερη χρονιά στις πωλήσεις της το 2007, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε ρευστοποιήσεις. ▅ Οι τρεις προκλήσεις
Ο Μιζράχι σήμερα έχει να αντιμετωπίσει τρεις προκλήσεις. Η πρώτη είναι το πώς θα μπορέσει να «μεταφράσει» την εμπειρία του από το εκλεπτυσμένο κοινό της σειράς υψηλής ραπτικής του και τους μαζικούς καταναλωτές των 420 εκατ. δολαρίων της Τarget για να προσελκύσει την πολυπληθή μεσαία τάξη. Δεύτερον, θα πρέπει, όπως ο συνάδελφός του Καρλ Λάγκερφελντ έπραξε όταν ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση του οίκου Chanel, να βρει ποια είναι η «έξυπνη» αναλογία ανάμεσα στην ιστορία και στην ανανέωση της φίρμας έτσι ώστε να δημιουργήσει μια ελκυστική συλλογή που συμβαδίζει με την εποχή της. Και, τρίτον, θα πρέπει να σταθεί αντάξιος της φήμης του και να φέρει γρήγορα αποτελέσματα, γιατί διαφορετικά η εταιρεία θα χάσει ακόμη και αυτό το μικρό μερίδιο αγοράς που της έχει απομείνει. Πολλοί εκπρόσωποι της αγοράς μάλιστα δηλώνουν ότι η αναστροφή του κλίματος θα πρέπει να γίνει μέσα σε δύο σεζόν, την ΑνοιξηΚαλοκαίρι 2009 ή το ΦθινόπωροΧειμώνας 2009-2010. Εξάλλου σήμερα βρίσκεται στη θέση του πρώτου καλλιτεχνικού διευθυντή της φίρμας μετά την Κλέιμπορν, η οποία αποσύρθηκε το 1990. Ισως και να είναι η τελευταία ελπίδα για να την επαναφέρει στο προσκήνιο.



