«Δεν έχω τίποτε να πω και αυτό ακριβώς λέω». Ο 87χρονος Γκέρχαρντ Ρίχτερ έχει τηρήσει με συνέπεια τη χρήσιμη υπεκφυγή του συνθέτη και θεωρητικού της μουσικής Τζον Κέιτζ, η οποία υπήρξε η μόνιμη επωδός του στην πλειονότητα των αιτημάτων για συνεντεύξεις ή στις ερωτήσεις που απαιτούσαν μια επεξήγηση της τέχνης του. Και ύστερα ήρθε στη ζωή του ο Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ. Ο βραβευμένος με Οσκαρ το 2006 για την ταινία «Οι ζωές των άλλων», που αγαπήθηκε ιδιαίτερα στην Ελλάδα, τον πολιόρκησε με κάθε τρόπο και κατάφερε τελικά να τον συναντήσει για να τον καταστήσει κοινωνό του νέου του εγχειρήματος: μιας ταινίας εμπνευσμένης από τη ζωή του, η οποία ωστόσο θα σκιαγραφούσε την Ιστορία της Γερμανίας πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. «Πολύ λίγοι έχουν ασχοληθεί με όσα πέρασε και ο γερμανικός λαός στον Πόλεμο, και αυτό είναι κατανοητό, δεδομένου ότι η χώρα ήταν υπεύθυνη για τα δεινά που προκάλεσε στην Ευρώπη» δήλωνε ο Φον Ντόνερσμαρκ στο περιοδικό «The New Yorker». Η επιλογή του Ρίχτερ ως κεντρικού προσώπου της ιστορίας του δεν ήταν τυχαία. Ο μεγαλύτερος εν ζωή καλλιτέχνης της Γερμανίας και για πολλούς ένας από τους σπουδαιότερους ζωγράφους του 20ού αιώνα έχει βιώσει από πρώτο χέρι όλα τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα της χώρας του και έχει συλλέξει τραύματα για επτά ζωές από τις εμπειρίες του. Ο Φον Ντόνερσμαρκ δανείστηκε λεπτομέρειες από τον βίο του Ρίχτερ – το να πει κανείς ότι έχει ζήσει μια θυελλώδη, συνταρακτική ζωή θα ήταν ένας φτωχός ευφημισμός – για να δώσει μορφή και απάντηση στον βασικό προβληματισμό της ταινίας του σχετικά με τη θεραπευτική δύναμη της τέχνης.
Οταν όμως ο Ρίχτερ είδε το trailer τού «Never Look Away» (θα προβάλλεται και στις ελληνικές αίθουσες από την προσεχή Πέμπτη), που ήταν υποψήφιο εφέτος για Οσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας και φωτογραφίας – αποκήρυξε το φιλμ και τον σεναριογράφο και σκηνοθέτη του. «Εχει κακοποιήσει και διαστρεβλώσει την ιστορία μου» δήλωνε αγανακτισμένος, μετανιώνοντας προφανώς για τις ατέλειωτες ώρες που του παραχώρησε για να ανοίξει επιτέλους την καρδιά του και να μιλήσει για τη ζωή του. Ο Φον Ντόνερσμαρκ από την πλευρά του δηλώνει ότι έχει θολώσει τα όρια ανάμεσα στη μυθοπλασία και την πραγματικότητα, ακριβώς όπως κάνει και ο Ρίχτερ με τους πίνακές του. «Σκεφτείτε τον «Πολίτη Κέιν». Δεν είναι η ακριβής αυτοβιογραφία του εκδότη Γουίλιαμ Ράντολφ Χιρστ». Μόνο που ο Φον Ντόνερσμαρκ, βαθιά πεπεισμένος ότι «η μεγάλη τέχνη είναι βαθιά αυτοβιογραφική», με αυτόν τον τρόπο μοιράζει εγχειρίδια στους θεατές για να διαβάσουν την τέχνη του Ρίχτερ. Τι κι αν έδωσε διαφορετικό όνομα – Κουρτ Μπάρνερτ – στον πρωταγωνιστή του; Οι βιογραφικές λεπτομέρειες της ζωής του Ρίχτερ, ακόμη και αυτές που είναι γνωστές, αναμένεται να χαραχτούν ανεξίτηλες στο μυαλό και να φορτίζουν κάθε εμπειρία και συνάντηση με την τέχνη του.
Οι πληροφορίες υπάρχουν και αν ψάξει λίγο κανείς δεν θα δυσκολευτεί να μάθει ότι ο Ρίχτερ γεννήθηκε στη Δρέσδη το 1932 – ο πατέρας του ήταν δάσκαλος και η μητέρα του υπάλληλος βιβλιοπωλείου που αγαπούσε τις τέχνες και ιδιαίτερα το πιάνο. Η απολιτική οικογένεια Ρίχτερ έζησε μακριά από την πόλη χάρη στη δουλειά του πατέρα, ο οποίος το 1935 διορίστηκε στο Ράιχεναου (σημερινή Μπογκατίνια στην Πολωνία), γεγονός που έμελλε να τους προστατεύσει από τις σφοδρές πολιτικές εξελίξεις. Με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία αναγκάστηκε να γίνει μέλος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, όπως και όλοι οι συνάδελφοί του. Ωστόσο η παραμονή στην επαρχία τον βοήθησε να διατηρήσει μια ουδετερότητα και να γλιτώσει από τη συμμετοχή σε κομματικές συγκεντρώσεις. Τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας δεν είχαν αντίστοιχες «επιδερμικές» εμπειρίες από τον ναζισμό και τον Πόλεμο. Οι δύο θείοι του Ρίχτερ, για παράδειγμα, πολέμησαν και σκοτώθηκαν στο Ανατολικό Μέτωπο. Η μικρή αδελφή της μητέρας του, Μαριάνε Σόλφεντερ, διαγνώστηκε με σχιζοφρένεια, γεγονός που για τη ναζιστική κυβέρνηση του Χίτλερ σήμαινε ότι έπρεπε να υποβληθεί σε υποχρεωτική στείρωση, καθότι ακατάλληλη για τεκνοποίηση. Η στείρωση ήταν το πρώτο βήμα πριν από τον θάνατο, μια τακτική «προεόρτιο της μελλοντικής τελικής λύσης», η οποία μέχρι το 1941 είχε αφανίσει 35.000 γυναίκες με σωματικές ή πνευματικές αναπηρίες – αριθμός που μέχρι το τέλος του πολέμου είχε ανέλθει στις 100.000. Η Μαριάνε ήταν μία από αυτές. Αφότου στειρώθηκε και έγινε μόνιμη τρόφιμος ψυχιατρείων, αφέθηκε να πεθάνει από την πείνα και ρίχτηκε σε ομαδικό τάφο το 1945. Οταν εισέβαλαν οι συμμαχικές δυνάμεις στη Γερμανία, η μητέρα του Ρίχτερ βιάστηκε από τους Ρώσους, ενώ στη διάρκεια των βομβαρδισμών της Δρέσδης οι παιδικοί φίλοι του σκοτώθηκαν.
Ο Γκέρχαρντ Ρίχτερ είχε δείξει από μικρός την καλλιτεχνική του κλίση και ήδη μετά την αποφοίτησή του από το σχολείο δούλευε ως βαφέας σκηνικών. Τελικά σπούδασε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Δρέσδης, όπου εισήχθη το 1952 – είχε προηγηθεί μια πρώτη απόρριψη στην αίτηση εισαγωγής του δύο χρόνια νωρίτερα. Εκεί γνώρισε και ερωτεύτηκε την πρώτη από τις τρεις συζύγους του, Μαριάν Οϊφίνγκερ, γνωστή ως Εμα, με την οποία παντρεύτηκαν το 1957. Μαζί αποφάσισαν να αυτομολήσουν στη Δύση το 1961, δύο μήνες προτού ανεγερθεί το Τείχος, και έγιναν άλλοι δύο ανάμεσα στους 700.000 Ανατολικογερμανούς που το κατάφεραν την περίοδο 1958-1961. Οι τοιχογραφίες που είχε φιλοτεχνήσει στην Ακαδημία στη Δρέσδη ή στο Μουσείο Υγιεινής επιζωγραφίστηκαν μέσα σε μια νύχτα. Η τάση για φυγή είχε αρχίσει να καλλιεργείται εντός του απ’ όταν είδε έργα τού Τζάκσον Πόλοκ και του Λούτσιο Φοντάνα στην documenta του Κάσελ το 1959. Στο Ντίσελντορφ, όπου σπούδασε εκ νέου και αργότερα δίδαξε στη φημισμένη Ακαδημία Καλών Τεχνών της πόλης (1971-1994), μηδένισε το καλλιτεχνικό του κοντέρ και επέβαλλε ως αφετηρία του έργου του τη χρονιά 1962 απορρίπτοντας όσα έργα είχε φιλοτεχνήσει στην προηγούμενη ζωή του. Αρχισε μάλιστα να στοιχειοθετεί μόνος του τον επιστημονικό κατάλογο με τα έργα του (catalogue raisonné), μια σειρά από πίνακες επί το πλείστον, με τίτλους εξίσου γενικούς και ασαφείς όσο και οι δηλώσεις του για την τέχνη του.

Το τίμημα για την επιλογή της ελευθερίας ήταν ότι στάθηκε αδύνατον να ξαναδεί τους γονείς του, οι οποίοι τελικά πέθαναν με έναν χρόνο διαφορά – το 1967 και το 1968 (ο πατέρας του, παροπλισμένος επαγγελματικά εξαιτίας της συμμετοχής του στο Ναζιστικό κόμμα, τελικά αυτοκτόνησε). Οι εκκρεμότητες με το παρελθόν θα επανέρχονταν δριμύτερες τα πρώτα χρόνια των 00s όταν ο ερευνητής δημοσιογράφος Γιούργκεν Σράιμπερ θα ανακάλυπτε μετά από εκτενή έρευνα ότι ο διαπρεπής γυναικολόγος πατέρας της Εμα είχε υπάρξει υψηλόβαθμο στέλεχος των SS και μάλιστα υπεύθυνος για το πρόγραμμα υποχρεωτικών στειρώσεων σε νοσοκομείο της Σαξονίας. Με τις ευλογίες του αλλά και από το χέρι του είχαν στειρωθεί περί τις χίλιες γυναίκες, η νεότερη από τις οποίες ήταν μόλις έντεκα ετών. Μετά τον Πόλεμο ήταν ένας από τους «τυχερούς» που όχι μόνο δεν δικάστηκαν για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας αλλά συνέχισε τη λαμπρή καριέρα του ως γυναικολόγου στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας αλλά και στη Δυτική Γερμανία, όπου μετεγκαταστάθηκε τελικά. Τι γνώριζε άραγε από όλα αυτά ο Ρίχτερ, ο οποίος πέρασε από τον «Σοσιαλιστικό Ρεαλισμό» στον «Καπιταλιστικό Ρεαλισμό», μαζί με τους Ζίγκμαρ Πόλκε και Κόνραντ Φίσερ ενστερνίστηκε το εικονογραφικό ύφος επικοινωνίας της διαφήμισης και ταμπουρώθηκε, θα έλεγε κανείς, πίσω από τα φωτορεαλιστικά πορτρέτα και τις γενικόλογες κατηγορίες στις οποίες τα κατέτασσε («Αεροπλάνα», «Κτίρια», «Παιδιά», «Οικογένειες»), όπου συχνά απεικονίζονταν μέλη της οικογένειάς του; Φεύγοντας από την Ανατολική Γερμανία ο Ρίχτερ άφησε σχεδόν τα πάντα πίσω του, αλλά δεν παρέλειψε να πάρει μαζί του ένα άλμπουμ με φωτογραφίες.

Περιεχόμενο για συνδρομητές

Το παρόν άρθρο, όπως κι ένα μέρος του περιεχομένου από tovima.gr, είναι διαθέσιμο μόνο σε συνδρομητές.

Έχετε ήδη
συνδρομή;

Μπορείτε να συνδεθείτε από εδω

Θέλετε να γίνετε συνδρομητής;

Μπορείτε να αποκτήσετε την συνδρομή σας από εδω