Η Τάνα Κρίουσον, συνεργάτιδα του NATO και επιστήμονας ανθρώπινης συμπεριφοράς, είναι μία από τις κορυφαίες παγκόσμιες αυθεντίες στη στρατηγική του γνωστικού πολέμου και η αρχιτέκτονας της έννοιας του «Γνωστικού Πολέμου» της Συμμαχίας.

Η συνέντευξη ξεπερνά τις αμιγώς στρατιωτικές έννοιες και υπεισέρχεται στο βαθύ και ανεξερεύνητο πεδίο τού πώς εξωτερικοί παράγοντες επηρεάζουν μάζες ανθρώπων, ακόμα και λαούς.

Οπως τονίζει, «πολλοί πολίτες δεν αντιλαμβάνονται ακόμη πλήρως ότι το στρατηγικό περιβάλλον διαμορφώνεται όλο και περισσότερο από προσπάθειες επηρεασμού της κοινωνικής αντίληψης, διάρρηξης της συνοχής και διαμόρφωσης της λήψης αποφάσεων σε “καιρό ειρήνης” και χωρίς να παραβιάζονται τα διεθνή σύνορα».

Θα ξεκινήσω με μία ερώτηση που απασχολεί πολλούς: Πώς λαμβάνουν αποφάσεις οι ηγέτες για τον πόλεμο και την ειρήνη υπό γνωστικούς όρους (cognitive);

«Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι οι ηγέτες δεν παύουν να είναι άνθρωποι όταν αποκτούν εξουσία. Με πολλούς τρόπους, η εξουσία απλώς μεγεθύνει τις συνέπειες των έμφυτων ανθρώπινων προκαταλήψεων, του στρες, του φόβου και της υπερβολικής αυτοπεποίθησης. Αυτές οι πτυχές της ανθρώπινης φύσης δεν εξαφανίζονται απλώς με την απόκτηση εξουσίας.

Ενώ οι περισσότεροι ηγέτες θέλουν να πιστεύουν ότι είναι καθαρά λογικοί στοχαστές, οι αποφάσεις για τον πόλεμο και την ειρήνη δεν είναι ποτέ καθαρά στρατηγικοί υπολογισμοί. Είναι επίσης εγγενώς ανθρώπινοι – συχνά συναισθηματικοί – υπολογισμοί, διαμορφωμένοι από διαφορετικά επίπεδα πίεσης, εγωισμού, ταυτότητας και των αφηγήσεων που οι ηγέτες πιστεύουν για τον εαυτό τους, τους αντιπάλους τους και τον κόσμο.

Από τη σκοπιά της συμπεριφοράς τους, οι ηγέτες συχνά λειτουργούν σε ένα περιβάλλον που αφορά τόσο το προσωπικό τους συμφέρον όσο και το αν λαμβάνουν “καλές” αποφάσεις, επειδή οι αποφάσεις τους – τουλάχιστον στις δημοκρατίες – είναι στενά συνδεδεμένες με το αν θα επιβιώσει η καριέρα τους.

Υπό αυτές τις συνθήκες, ακόμη και άριστα εκπαιδευμένοι και έμπειροι ηγέτες καταφεύγουν εν αγνοία τους σε γνωστικές συντομεύσεις και στο προσωπικό συμφέρον κατά τη λήψη αποφάσεων. Αυτό δεν είναι απαραίτητα αποτυχία εκ μέρους τους, αλλά μάλλον μια πτυχή τού πώς είναι “καλωδιωμένος” ο άνθρωπος.

Η εξουσία αλλάζει το πληροφοριακό περιβάλλον που περιβάλλει έναν ηγέτη. Οσο πιο υψηλόβαθμος γίνεται κάποιος τόσο περισσότερο οι πληροφορίες του φιλτράρονται από τους γύρω του. Οι σύμβουλοί του μπορεί να αυτολογοκρίνονται από την επιθυμία να ευχαριστήσουν και οι θεσμοί μπορεί να προστατεύουν τον ηγέτη για να διατηρήσουν ένα πλεονέκτημα ή το status quo – συχνά απομονώνοντας τους ηγέτες σε περιόδους όπου χρειάζονται περισσότερο από ποτέ μια ολοκληρωμένη, σαφή εικόνα.

Επομένως, δεν θα έλεγα απαραίτητα ότι οι ηγέτες αποκτούν μια ενιαία, ομοιόμορφη νοοτροπία όταν κατακτούν την εξουσία. Αντίθετα, θα έλεγα ότι αυτό που αποκτούν είναι ένα ριζικά διαφορετικό γνωστικό περιβάλλον, το οποίο σε ορισμένες περιπτώσεις βελτιώνει την κρίση τους και σε άλλες τη διαστρεβλώνει. Γι’ αυτό η κατανόηση του πώς σκέφτονται οι ηγέτες – ιδίως υπό πίεση και κατά τη διάρκεια κρίσεων – είναι τόσο σημαντική για τις αποφάσεις σχετικά με τον πόλεμο και την ειρήνη».

Ποια είναι τα βασικά στοιχεία που καθιστούν τις κοινωνίες ευάλωτες σε μηχανισμούς κακόβουλης επιρροής;

«Οι κοινωνίες είναι πιο ευάλωτες όταν υπάρχει μια απόκλιση μεταξύ αυτού που οι άνθρωποι χρειάζονται σε ψυχολογικό και κοινωνικό επίπεδο και αυτού που οι θεσμοί πραγματικά παρέχουν. Συχνά αυτή η απόκλιση είναι που επιτρέπει στην κακόβουλη επιρροή να ευδοκιμεί, επειδή στο κενό μεταξύ αυτού που οι άνθρωποι αναμένουν και αυτού που λαμβάνουν βρίσκονται ισχυρά συναισθήματα όπως ο θυμός και η απογοήτευση.

Ως εκ τούτου, η πρώτη μεγάλη κοινωνική αδυναμία είναι συχνά η δυσπιστία, πρόβλημα πολλών δυτικών χωρών. Οταν οι άνθρωποι χάνουν την εμπιστοσύνη τους στις κυβερνήσεις, στα μέσα ενημέρωσης, στους ειδικούς ή και μεταξύ τους, γίνονται πιο επιρρεπείς στην κακόβουλη επιρροή – ιδιαίτερα αν αυτή τους βοηθά να εξηγήσουν ή να εκφράσουν τις απογοητεύσεις τους.

Στη συνέχεια, από αυτή τη δυσπιστία αναπτύσσεται η πόλωση, δημιουργώντας ρήγματα στην κοινωνία. Μερικές από τις πιο αποτελεσματικές επιχειρήσεις επιρροής εκμεταλλεύονται τα ρήγματα που ήδη υπάρχουν στις κοινωνίες μας και τα διευρύνουν, επειδή συχνά είναι ευκολότερο και ταχύτερο να εκμεταλλευτεί κανείς αυτό που ήδη υπάρχει.

Η εκτεταμένη ανασφάλεια – είτε οικονομική, πολιτική ή πολιτισμική – είναι επίσης μια κρίσιμη αδυναμία, κάτι που ανοίγει την πόρτα σε κακόβουλους δρώντες που επιδιώκουν να προσφέρουν συναισθηματικά ικανοποιητικές εξηγήσεις, “ενόχους” προς επίρριψη ευθυνών ή απλουστευμένες αφηγήσεις.

Η αποτελεσματική επιρροή διαμορφώνει όχι μόνο το τι σκέφτονται οι άνθρωποι αλλά και το ποιοι πιστεύουν ότι είναι και πώς θα πρέπει να ενεργούν ως αποτέλεσμα.

Στον σημερινό κόσμο, αυτές οι δυναμικές εκτυλίσσονται σε ένα ολοένα και πιο διασυνδεδεμένο, ταχέως εξελισσόμενο τεχνολογικό περιβάλλον. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και η ψηφιακή τεχνολογία διαπερνούν πλέον σχεδόν κάθε πτυχή της σύγχρονης ζωής, διαμορφώνοντας το πώς λαμβάνουμε πληροφορίες, πώς ερμηνεύουμε τα γεγονότα, πώς σχετιζόμαστε μεταξύ μας και ακόμη και πώς ρυθμίζουμε τα συναισθήματά μας.

Οι δρώντες μπορούν πλέον να επικοινωνούν με τον πολίτη σε πραγματικό χρόνο, σε μεγάλη κλίμακα και με στοχευμένη ακρίβεια, βασιζόμενοι στη συλλογή μεγάλων ποσοτήτων δεδομένων. Αυτό που κάποτε διαδιδόταν αργά τώρα μπορεί να διαδοθεί άμεσα, μεταβαίνοντας από το τοπικό στο παγκόσμιο επίπεδο μέσα σε λίγα λεπτά.

Πολλές από τις ψηφιακές πλατφόρμες που χρησιμοποιούνται για τη διάδοση αυτής της επιρροής είναι σχεδιασμένες να επιβραβεύουν τη νεωτερικότητα, την αγανάκτηση και τη συναισθηματική ένταση για τη δημιουργία κέρδους. Δημιουργούν ιδανικές συνθήκες για χειραγώγηση.

Επομένως, η αδυναμία δεν έγκειται στο ότι οι κοινωνίες είναι αφελείς – έγκειται στο γεγονός ότι οι κοινωνίες αποτελούνται από ανθρώπους των οποίων οι εγγενείς αδυναμίες εκμεταλλεύονται από δρώντες και τεχνολογίες που λειτουργούν με ταχύτητα και σε κλίμακα, κάτι που δεν είμαστε ακόμη έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε».

Πιστεύετε ότι το ΝΑΤΟ και οι εθνικές κυβερνήσεις είναι ενήμερες για αυτή την απειλή; Ασκηση επιρροής πέρα από τα εθνικά σύνορα από κακόβουλους δρώντες.

«Η επίγνωση του τοπίου των απειλών έχει αυξηθεί σημαντικά στους κυβερνητικούς και στρατιωτικούς χώρους. Υπάρχει ένα χάσμα μεταξύ της πολύ πραγματικής απειλής που οι κυβερνήσεις αναγνωρίζουν ότι εκτυλίσσεται στο Διαδίκτυο και της επίγνωσης των ατόμων ότι η εξάρτησή τους από ψηφιακές πλατφόρμες, ροές κοινωνικών μέσων και συναισθηματικά φορτισμένης πληροφορίας αποτελεί η ίδια μέρος αυτού του τοπίου απειλών.

Πρόκειται πραγματικά για ένα πρόβλημα ολόκληρης της κοινωνίας, αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι δεν συνειδητοποιούν ότι οι πληροφορίες που καταναλώνουν σε πλατφόρμες όπως το X, το TikTok και το YouTube συχνά αποτελούν μέρος ενός πολύ ευρύτερου οικοσυστήματος επιρροής.

Αυτό που συχνά θεωρούμε απλώς ψυχαγωγία μπορεί στην πραγματικότητα να είναι “μηχανικά σχεδιασμένο”, δημιουργώντας μια δυναμική κατά την οποία πιστεύουμε ότι αλλάζουμε γνώμη ή διαμορφώνουμε απόψεις μέσω της δικής μας ανεξάρτητης σκέψης, ενώ στην πραγματικότητα μπορεί να ανταποκρινόμαστε σε προσεκτικά διαμορφωμένη επιρροή.

Και ενώ σήμερα υπάρχει πολύ μεγαλύτερη αναγνώριση ότι το στρατηγικό περιβάλλον δεν καθορίζεται μόνο από άρματα μάχης, πυραύλους ή κινήσεις στρατευμάτων, η ευρύτερη κατανόηση του κοινού εξακολουθεί να υστερεί.

Πολλοί πολίτες δεν αντιλαμβάνονται ακόμη πλήρως ότι το στρατηγικό περιβάλλον διαμορφώνεται όλο και περισσότερο από προσπάθειες επηρεασμού της κοινωνικής αντίληψης, διάρρηξης της συνοχής και διαμόρφωσης της λήψης αποφάσεων σε “καιρό ειρήνης” και χωρίς να παραβιάζονται τα διεθνή σύνορα.

Και ενώ το ΝΑΤΟ και πολλές εθνικές κυβερνήσεις είναι πιο ενήμερες για την απειλή απ’ ό,τι ήταν ακόμη και πριν από λίγα χρόνια, η επίγνωση δεν είναι το ίδιο με την προσαρμογή.

Οι δημοκρατικοί θεσμοί οργανώνουμε τα συστήματά μας σε ξεχωριστούς τομείς, όπως η άμυνα, η διπλωματία, οι πληροφορίες, οι επικοινωνίες και η εσωτερική διακυβέρνηση. Ωστόσο, οι αντίπαλοί μας δεν λειτουργούν μέσα σε αυτούς τους διαχωρισμούς, αντίθετα τους εκμεταλλεύονται

Οι “κινητικές ενέργειες”, όπως τα πυραυλικά πλήγματα, είναι απτές και ορατές. Ωστόσο, η διάβρωση της αξιοπιστίας της αποτροπής, η αποδυνάμωση της δημόσιας εμπιστοσύνης και η διαμόρφωση των κοινωνικών αντιλήψεων είναι πολύ πιο δύσκολο να εντοπιστούν σε πραγματικό χρόνο. Μέχρι τη στιγμή που αυτά τα φαινόμενα γίνονται εμφανή, συχνά έχουν ήδη αποκτήσει στρατηγική σημασία.

Επομένως, ναι, η επίγνωση βελτιώνεται, αλλά οι αντίπαλοί μας συχνά σκέφτονται πιο ολοκληρωμένα από εμάς, και ακόμη δεν έχουμε βρει έναν αποτελεσματικό τρόπο να βοηθήσουμε το κοινό να κατανοήσει πόσο ευάλωτο είναι».

Εντάσσονται αυτά στην έννοια του «γνωστικού πολέμου» του ΝΑΤΟ, μια έννοια που εσείς δημιουργήσατε;

«Στον πυρήνα του, ο γνωστικός πόλεμος αντανακλά την πραγματικότητα ότι η σύγχρονη σύγκρουση αφορά πλέον πολύ περισσότερα από την κινητική ισχύ ή την εδαφική ακεραιότητα. Στοχεύει ολοένα και περισσότερο απευθείας τις κοινωνίες, προκειμένου να επιτευχθούν στρατιωτικοί και πολιτικοί στόχοι, διαμορφώνοντας το πώς αισθάνονται οι άνθρωποι για τις κυβερνήσεις τους, τους θεσμούς και ο ένας για τον άλλον.

Οι κακόβουλοι δρώντες δεν χρειάζεται πλέον να διασχίσουν φυσικά τα σύνορα για να δημιουργήσουν αστάθεια. Μπορούν να τροφοδοτήσουν κινήματα διαμαρτυρίας, να εμβαθύνουν κοινωνικά ρήγματα, να επηρεάσουν εκλογές και να υπονομεύσουν την εμπιστοσύνη από απόσταση.

Ο γνωστικός πόλεμος είναι ο ίδιος ο αγώνας. Και σε αυτόν τον αγώνα, ο εγκέφαλος είναι ταυτόχρονα ο στόχος και το όπλο. Η έννοια του “γνωστικού πολέμου” του ΝΑΤΟ ορίζει τον γνωστικό πόλεμο ως τον αγώνα για γνωστική υπεροχή. Η έννοια αναπτύχθηκε για να βοηθήσει τη Συμμαχία να αναγνωρίσει ότι το σημερινό περιβάλλον ασφάλειας δεν περιορίζεται πλέον στο φυσικό πεδίο μάχης.

Αναγνωρίζει ότι οι αντίπαλοι ανταγωνίζονται ολοένα και περισσότερο στοχεύοντας τις στάσεις, τις αντιλήψεις και τις συμπεριφορές των ανθρώπων, συχνά στοχεύοντας την κοινωνία για την επίτευξη στρατιωτικών και πολιτικών στόχων.

Με άλλα λόγια, η έννοια βοηθά το ΝΑΤΟ να κατανοήσει ότι ο στρατηγικός ανταγωνισμός εκτυλίσσεται ολοένα και περισσότερο κάτω από το κατώφλι της ένοπλης σύγκρουσης, σε πεδία όπου η ανθρώπινη νόηση μπορεί να διαμορφωθεί ώστε να παραχθούν απτά στρατηγικά αποτελέσματα.

Είναι ένα πλαίσιο για την κατανόηση του πώς οι αντίπαλοι επιδιώκουν να αμφισβητήσουν την ίδια τη νόηση, όχι μόνο μεταξύ των πολιτών, αλλά και μεταξύ ηγετών, στρατιωτικού προσωπικού και θεσμών. Μας ωθεί να αναγνωρίσουμε ότι η σύγχρονη σύγκρουση αφορά ολοένα και περισσότερο τη διαμόρφωση της ανθρώπινης κατανόησης και συμπεριφοράς με τρόπους που μπορούν να μεταβάλουν πολιτικά και στρατιωτικά αποτελέσματα πριν καν πέσει ένας πυροβολισμός.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο γνωστικός πόλεμος διαφέρει από τις ψυχολογικές επιχειρήσεις. Με λίγα λόγια, οι PsyOps είναι μια ικανότητα ή κάτι που εφαρμόζεις – ο γνωστικός πόλεμος, αντίθετα, είναι ο ευρύτερος ανταγωνισμός γύρω από την εμπιστοσύνη, την ταυτότητα, την κοινωνική συνοχή, τα οικοσυστήματα αφηγήσεων και τις ψυχολογικές συνθήκες υπό τις οποίες οι άνθρωποι διαμορφώνουν κρίσεις και αναλαμβάνουν δράση.

Αυτή η διάκριση έχει σημασία, διότι αν περιορίσουμε τον γνωστικό πόλεμο σε κάτι που απλώς “κάνει” κανείς, περιορίζουμε υπερβολικά την έννοια και κινδυνεύουμε να τον αντιμετωπίσουμε ως απλώς έναν ακόμη λειτουργικό τομέα ή εργαλειοθήκη. Ομως ο γνωστικός πόλεμος είναι ευρύτερος από οποιαδήποτε μεμονωμένη ικανότητα. Είναι ο διαρκής ανταγωνισμός για γνωστικό πλεονέκτημα σε όλο το φάσμα του ανταγωνισμού. Ως εκ τούτου, αξίζει να αποτυπωθεί η διαφορά ως εξής: οι PsyOps είναι ένα εργαλείο, ο γνωστικός πόλεμος είναι ο ευρύτερος αγώνας».

 

Τι οδηγίες δίνετε σε επαγγελματίες που εμπλέκονται σε τέτοιες επιχειρήσεις, στο ΝΑΤΟ ή στο αμερικάνικο υπουργείο Αμυνας;

«Ενα κεντρικό μέρος της δουλειάς μου σε στρατιωτικά περιβάλλοντα επικεντρώνεται στο να διασφαλίζω ότι οι κυβερνήσεις και οι στρατιωτικοί θεσμοί δεν ξεχνούν τους ανθρώπους που εμπλέκονται στο ευρύτερο γεωπολιτικό σύστημα, είτε μιλάμε για την καλύτερη κατανόηση των αναγκών των πολιτών στις δικές μας χώρες είτε σε άλλες.

Πολύ συχνά, λόγω της γραφειοκρατικής τους φύσης, οι θεσμοί εστιάζουν δυσανάλογα σε συστήματα, ικανότητες, τεχνολογίες και μηνύματα. Και, μέσα σε αυτή τη διαδικασία, χάνουν από το οπτικό τους πεδίο το γεγονός ότι οι θεσμοί, τα συστήματα και οι γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις κατευθύνονται και βιώνονται από ανθρώπους.

Βοηθώ ανθρώπους να κατανοούν άλλους ανθρώπους, κάτι που σημαίνει ότι τους βοηθώ και να κατανοούν τον εαυτό τους. Αν μπορώ να μάθω σε ανώτερους στρατιωτικούς ηγέτες ή επαγγελματίες στρατηγικής επικοινωνίας και PsyOps ή InfoOps να αναστοχάζονται για τον ίδιο τον τρόπο σκέψης τους, τότε μπορώ να τους βοηθήσω να κατανοήσουν και τον τρόπο σκέψης των άλλων. Αυτή η δεξιότητα όχι μόνο καθιστά έναν ηγέτη πιο αποτελεσματικό, αλλά του επιτρέπει και να λαμβάνει καλύτερες, πιο τεκμηριωμένες στρατηγικές αποφάσεις.

Στην πράξη, αυτό σημαίνει να εκπαιδεύονται οι ηγέτες και οι οργανισμοί να κατανοούν τη σημασία ισχυρών παραγόντων που προαναφέρθηκαν, όπως η εμπιστοσύνη, το συναίσθημα, το αίσθημα του ανήκειν, ο φόβος, το αίσθημα αδικίας και οι γνωστικές προκαταλήψεις.

Ενα μεγάλο μέρος αυτής της δουλειάς αφορά επίσης το να βοηθηθούν οι θεσμοί να κατανοήσουν την ανθρώπινη ανθεκτικότητα ώστε να την ενισχύσουν. Αυτό σημαίνει να θέτουμε όχι μόνο το ερώτημα πώς οι αντίπαλοι επηρεάζουν τους ανθρώπους, αλλά και πώς οι κοινωνίες και οι στρατοί μπορούν να γίνουν εξαρχής πιο ανθεκτικοί στη χειραγώγηση.

Για να γίνει αυτό αποτελεσματικά, απαιτείται ειλικρίνεια ως προς τις αδυναμίες μας τόσο σε εθνικό όσο και σε οργανωτικό επίπεδο, γιατί το πρώτο βήμα είναι να αποδεχθούμε το πού υστερούμε σήμερα.

Η έννοια της ηθικής είναι πρωταρχικής σημασίας. Από την οπτική του ΝΑΤΟ, αυτό δεν είναι δευτερεύον ζήτημα. Βρίσκεται στον πυρήνα του λόγου ύπαρξης της Συμμαχίας: την υπεράσπιση των δημοκρατικών αξιών, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της εμπιστοσύνης μεταξύ θεσμών και των πολιτών που υπηρετούν.

Ο στόχος δεν είναι ποτέ η χειραγώγηση των ίδιων μας των κοινωνιών με τον τρόπο που το κάνουν αυταρχικά καθεστώτα. Σκοπός είναι να κατανοήσουμε πώς λειτουργεί η ανθρώπινη αδυναμία, να μειώσουμε την έκθεσή μας σε κακόβουλη επιρροή, να ενισχύσουμε την ανθεκτικότητα και να επικοινωνούμε πραγματικές πληροφορίες με τρόπους που μπορούν πράγματι να γίνουν αντιληπτοί».