Ο Ντέιβιντ Ντεπτούλα είναι ένας θρύλος. Συγγραφέας του «Global Reach – Global Power», επηρέασε όχι μόνο την Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ, αλλά και την παγκόσμια. Το δόγμα του μετασχημάτισε τη συλλογή πληροφοριών, την επιτήρηση και την αναγνώριση, καθώς και τις επιχειρήσεις μη επανδρωμένων αεροσκαφών προσαρμόζοντάς τα στον 21ο αιώνα.

Ο πρώην αρχηγός του επιτελείου της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ, πτέραρχος Ντέιβιντ Γκόλντφαϊν τον χαρακτήρισε «συνείδηση της Πολεμικής Αεροπορίας».

Στη συνέντευξή του στο «Β» ο πρώην αντιπτέραρχος και νυν πρύτανης του Mitchell Institute for Aerospace Studies προειδοποιεί πως η Ευρώπη «δεν είναι έτοιμη για παρατεταμένη σύγκρουση υψηλής έντασης» και επειδή η αμυντική βιομηχανία της «είναι τεχνολογικά προηγμένη, αλλά δομικά κατακερματισμένη», δεν «θα είναι αυτόνομη πριν το 2030».

M

Κύριε Ντεπτούλα, σε τι συνίσταται το επιχειρησιακό πλεονέκτημα των F-35 που έχει παραγγείλει η Ελλάδα;

«Τα F-35 είναι ένα ιπτάμενο κέντρο διοίκησης και ελέγχου. Η ικανότητά του να συνδυάζει σύντηξη αισθητήρων, πλήρη επίγνωση του πεδίου μάχης και δικτυοκεντρικές επιχειρήσεις ώστε να παράγει συγκεκριμένα επιχειρησιακά αποτελέσματα, είναι εντυπωσιακή. Η Ελλάδα δεν πρέπει να επικεντρωθεί μόνο στην προμήθεια των αεροσκαφών, αλλά και στην ασφάλεια των δικτύων, στην ολοκληρωμένη διαχείριση και διασύνδεση δεδομένων, στη σκλήρυνση και διασπορά των βάσεων, καθώς και στην εκπαίδευση για επιχειρήσεις κατανεμημένης διάταξης. Το F-35 δεν είναι απλώς ένα αεροσκάφος, είναι ένας δικτυοκεντρικός κόμβος ενσωματωμένος σε ένα ασφαλές και διασυνδεδεμένο οικοσύστημα».

Πρόσφατα επισημάνατε ότι υπάρχει «συμμαχικό έλλειμμα ετοιμότητας». Τι εννοούσατε;  

«Θέλησα να επισημάνω ένα δομικό πρόβλημα και όχι μια προσωρινή ανεπάρκεια πόρων και μέσων. Το ζήτημα δεν αφορά μόνο την επάρκεια και την εκπαίδευση των χειριστών, αλλά και τη συνολική χωρητικότητα, τη βιωσιμότητα και την εφοδιαστική υποστήριξη. Δεν πρόκειται αποκλειστικά για ζήτημα της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ. Είναι ένα πρόβλημα που αφορά συνολικά το ΝΑΤΟ».

Αρα επηρεάζει και την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία;

«Η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία είναι τεχνολογικά προηγμένη, αλλά δομικά κατακερματισμένη. Η Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται από αμερικανικές “υποστηρικτικές δυνατότητες”: στρατηγικές μεταφορές, ISR (Πληροφορίες, Επιτήρηση και Αναγνώριση), εναέριο ανεφοδιασμό, διαλειτουργικότητα με μαχητικά πέμπτης γενιάς και, φυσικά, την πυρηνική αποτροπή. Ωστόσο, η πλήρης ανεξαρτησία από την αμερικανική υποστήριξη σε όλο το φάσμα επιχειρήσεων θεωρείται απίθανη πριν το 2030».

Παραμένοντας στην Ευρώπη, μπορεί το ΝΑΤΟ να ανακόψει μια ρωσική επίθεση στην ανατολική πτέρυγά του;

«Η Ευρώπη είναι σήμερα πιο προετοιμασμένη σε σχέση με το 2021 – αλλά δεν είναι πλήρως έτοιμη για μια παρατεταμένη σύγκρουση υψηλής έντασης. Η μεγαλύτερη αδυναμία παραμένει το βάθος της ολοκληρωμένης αεράμυνας και αντιπυραυλικής άμυνας, τα αποθέματα πυρομαχικών και η ικανότητα ταχείας ενίσχυσης. Η αεροπορική ισχύς θα είναι καθοριστική σε οποιοδήποτε σενάριο στην ανατολική πτέρυγα. Το πρόβλημα δεν είναι η ικανότητα των χειριστών, αλλά η χωρητικότητα, η εφοδιαστική υποστήριξη, η σκλήρυνση και διασπορά των βάσεων, καθώς και η προστασία απέναντι σε πυραυλικές επιθέσεις. Το κλειδί θα είναι η αποτελεσματική ενσωμάτωση των F-35 και F-22 Raptor σε ένα ενιαίο επιχειρησιακό σχέδιο, αποτελώντας τον πυρήνα μιας νατοϊκής εκστρατείας επιθετικής αντιαεροπορικής υπεροχής σε συνεργασία με δυνάμεις όλων των τομέων (αέρος, ξηράς, θάλασσας, Διαστήματος και κυβερνοχώρου), ώστε να παραλύσουν οι ρωσικές επιχειρήσεις από την πρώτη φάση της σύγκρουσης».

Πρόσφατα είδαμε αναδιάταξη Υψηλής Αξίας Μέσων, όπως ιπτάμενων τάνκερ και αεροσκαφών πληροφοριών – αλλά και F-15, F-35 και F-22. Εκτιμάτε ότι όλα αυτά αποτελούν ενδείξεις ότι κάτι προετοιμάζεται για το Ιράν;

«Ναι. Οταν βλέπετε μέσα υψηλής αξίας και μαχητικά να αναδιατάσσονται στην περιοχή ευθύνης της CENTCOM, πρόκειται για κάτι περισσότερο από μια τυπική παρουσία. Τα ιπτάμενα τάνκερ αποτελούν τον συνδετικό ιστό των επιχειρήσεων μεγάλης ακτίνας. Τα αεροσκάφη ISR, όπως το RC-135 Rivet Joint, χρησιμοποιούνται για τη χαρτογράφηση της ηλεκτρομαγνητικής διάταξης μάχης, τον εντοπισμό εκπομπών και την παροχή εικόνας τακτικής κατάστασης σε πραγματικό χρόνο. Οταν αυτά συνδυάζονται με αναπτύξεις F-35 και επιπλέον F-15E, τότε βλέπουμε το κλασικό περίγραμμα προετοιμασίας μιας αξιόπιστης επιλογής πλήγματος. Στον συνδυασμό ιπτάμενων τάνκερ + RC-135 Rivet Joint + μαχητικών πέμπτης γενιάς, διακρίνει κανένας την αρχιτεκτονική μιας εκστρατείας σχεδιασμένης για διάρκεια, επίγνωση της τακτικής κατάστασης και επιβιωσιμότητα, όχι για μια επιδρομή μίας νύχτας. Οι αναπτύξεις που περιγράψατε είναι ο τρόπος με τον οποίο τα κράτη καθιστούν μια τέτοια απειλή αξιόπιστη».

Η ελληνική και η ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία συνεργάζονται στενά. Τι προσφέρει στη χώρα μας αυτή η συνεργασία;

«Τρία πράγματα: Την ενσωμάτωση των πληροφοριών στον επιχειρησιακό σχεδιασμό με εξαιρετικά υψηλή ταχύτητα. Δεύτερον, στοιχεία αεροπορικά, κυβερνοχώρου, διαστημικά και χερσαία λειτουργούν ως ένα ενιαίο σύστημα. Δεν πρόκειται απλώς για “συντονισμό”, αλλά για πραγματική ενοποίηση δυνατοτήτων σε όλα τα πεδία. Προσαρμόζουν τακτικές και διαδικασίες με ταχύτητα, ανταποκρινόμενοι άμεσα στην εξέλιξη των απειλών. Και τέλος, η ικανότητα ταχείας ανατροφοδότησης και προσαρμογής είναι ενσωματωμένη στη νοοτροπία τους».

Μιλώντας για προσαρμοστικότητα, η ουκρανική Πολεμική Αεροπορία έδωσε εντυπωσιακά δείγματα γραφής.

«Πράγματι. Η εξαιρετική προσαρμοστικότητά της μας εντυπωσίασε. Πρόκειται για θεσμική ευελιξία υπό συνθήκες πυρός. Η μετάβαση σε δυτικά αεροσκάφη – ιδίως στο F-16 – καταδεικνύει επίσης ταχεία μαθησιακή προσαρμογή. Ουκρανοί πιλότοι και τεχνικοί συμπίεσαν μια διαδικασία που συνήθως διαρκεί χρόνια σε λίγους μήνες. Αυτό αντανακλά τόσο τον επαγγελματισμό της δύναμης όσο και την ένταση της μάθησης που επιβάλλει ο πόλεμος. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν θα της παρασχεθεί από τους συμμάχους της η αναγκαία κλίμακα και η βιωσιμότητα υποστήριξης, ώστε να μετατρέψει αυτή την προσαρμοστικότητα σε διαρκές στρατηγικό πλεονέκτημα στους ουρανούς».

Πόσο έχει αλλάξει το δόγμα της αεροπορικής ισχύος από το 1990 μέχρι σήμερα;

«Η σύντομη απάντηση είναι η εξής: οι αρχές δεν έχουν αλλάξει, αλλά το επιχειρησιακό περιβάλλον έχει αλλάξει δραματικά. Η αεροπορική ισχύς σήμερα δεν αφορά πλέον μόνο την κίνηση αεροσκαφών σε τρεις διαστάσεις. Αφορά δίκτυα, ολοκλήρωση συστημάτων, πλεονέκτημα λήψης αποφάσεων και διακλαδικό συγχρονισμό. Η δύναμη που μπορεί να συλλέγει, να επεξεργάζεται, να αποφασίζει και να ενεργεί ταχύτερα – σε αέρα, Διάστημα, κυβερνοχώρο, ξηρά και θάλασσα – θα επικρατήσει. Το δόγμα, εξ ορισμού, δεν εφευρίσκεται στο κενό. Αναδύεται από εμπειρία δοκιμασμένη υπό πυρά. Μπορείς να το βελτιώσεις, να το προσαρμόσεις, να ενσωματώσεις νέες τεχνολογίες και νέα πεδία επιχειρήσεων. Αλλά δεν μπορείς απλώς να το σχεδιάσεις σε έναν πίνακα και να το ανακηρύξεις αποδεδειγμένο. Ο κίνδυνος δεν είναι ότι το δόγμα είναι ξεπερασμένο. Είναι να ξεχάσουμε τα διδάγματα που αποκτήθηκαν με υψηλό κόστος και να συγχέουμε τη νεωτερικότητα με την πρόοδο. Η αεροπορική ισχύς μπορεί να επιφέρει στρατηγικά αποτελέσματα όταν σχεδιάζεται και εκτελείται ορθά. Η διαφορά σήμερα είναι ότι η επίτευξη αυτών των αποτελεσμάτων απαιτεί κυριαρχία σε ένα πολύ πιο σύνθετο και διασυνδεδεμένο πεδίο μάχης από κάθε άλλη φορά στο παρελθόν».

Δηλαδή, τι έχει αλλάξει;

«Το περιβάλλον είναι πολύ πιο αμφισβητούμενο και ταυτόχρονα η πληροφορία βρίσκεται παντού. Το Διάστημα, ο κυβερνοχώρος και το ηλεκτρομαγνητικό φάσμα αποτελούν πλέον αναπόσπαστο μέρος των αεροπορικών επιχειρήσεων. Τα όπλα ακριβείας είναι ευρέως διαδεδομένα. Πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς απειλούν σταθερές βάσεις. Και η ταχύτητα του σύγχρονου πολέμου συμπιέζει δραστικά τον χρόνο αντίδρασης. Αυτό που δεν έχει αλλάξει είναι οι θεμελιώδεις αρχές. Το δόγμα “Global Reach – Global Power” υποστήριζε ότι η μοναδική συνεισφορά της αεροπορικής ισχύος είναι η δυνατότητα ταχείας αντίδρασης, παγκόσμιας δράσης και παραγωγής στρατηγικών αποτελεσμάτων χωρίς να δεσμεύεται από τις εξελίξεις στο έδαφος. Η αεροπορική κυριαρχία στη νέα εποχή θα αφορά λιγότερο μια μεμονωμένη πλατφόρμα και περισσότερο την ικανότητα μάχης ως διασυνδεδεμένο σύστημα: σε κλίμακα, υπό επίθεση και για όσο χρόνο απαιτηθεί».