Ελάχιστες φιγούρες του 20ού αιώνα έχουν καταφέρει να ξεπεράσουν τόσο ολοκληρωτικά τον χρόνο, το μέσο όπου ξεχώρισαν και την ίδια τους τη ζωή. Η εικόνα της με το πλατινέ ξανθό, το χαρακτηριστικό βλέμμα, την ανάσα στη φωνή συνεχίζει να λειτουργεί ως συλλογικό σύμβολο όχι μόνο του κλασικού Χόλιγουντ, αλλά και της ίδιας της έννοιας της διασημότητας.
Κάπως έτσι, εκατό χρόνια μετά τη γέννησή της, η Μέριλιν Μονρόε (1926-1962) παραμένει ένα από τα πιο αγαπημένα, αναγνωρίσιμα και ταυτόχρονα αμφιλεγόμενα πρόσωπα της παγκόσμιας πολιτισμικής ιστορίας.
Και η εκατονταετηρίδα της γέννησής της δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως μια νοσταλγική επέτειος, αντίθετα, αποτελεί αφορμή για μια βαθύτερη επανεκτίμηση του ποια ήταν η Μέριλιν Μονρόε, πώς κατασκευάστηκε η εικόνα της και γιατί εξακολουθεί να μας αφορά.
Οι εκθέσεις αφιερωμένες στο πρόσωπό της, τα νέα αρχειακά ευρήματα και η επανεξέταση της ζωής της απομακρύνουν τη συζήτηση από το απλοϊκό δίπολο «sex symbol ή τραγικό θύμα;» και αποκαλύπτουν ένα πρόσωπο πολυεπίπεδο, αντιφατικό και με συνειδητότητα των πράξεων και της πορείας της ζωής της.
Η Μέριλιν δεν ήταν απλώς μια εικόνα που δημιουργήθηκε από άλλους. Ηταν μια γυναίκα που συμμετείχε ενεργά στη δημιουργία του μύθου της, ακόμη και αν τελικά εγκλωβίστηκε μέσα σε αυτόν. Αυτό ακριβώς το σημείο, η ένταση ανάμεσα στον έλεγχο και την απώλειά του, βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο της νέας ματιάς πάνω στη ζωή και την κληρονομιά της.

Μία από τις πιο γνωστές εικόνες της, με τη φούστα που σηκώνεται από τον αέρα του εξαερισμού στην ταινία «Επτά χρόνια φαγούρα» το 1955. MPTV-ENTERTAINMENT Via Reuters Connect
Οι εκθέσεις και τα αφιερώματα
Η Μέκκα του Χόλιγουντ δεν θα μπορούσε να μην έχει την πρωτοκαθεδρία στις επετειακές εκδηλώσεις της εκατονταετηρίδας. Η έκθεση «Marilyn Monroe: Hollywood Icon» (από τις 31/5/2026 έως τις 28/2/2027) στο Academy Museum of Motion Pictures στο Λος Αντζελες αποτελεί τον πυρήνα των αφιερωμάτων. Σ
ε αυτήν θα παρουσιαστούν εκατοντάδες αυθεντικά αντικείμενα – αφίσες, πορτρέτα, φωτογραφίες, έγγραφα, γράμματα και προσωπικά είδη που σπάνια έχουν εκτεθεί –, πολλά από τα οποία θα βγουν στο φως για πρώτη φορά.
Επιπλέον, θα εκτεθούν τα κοστούμια που φορούσε στις ταινίες της, από ένα φόρεμα της ταινίας «Τρελοί ερωτευμένοι» (Love Happy, 1949) μέχρι κομμάτια από την τελευταία της, ημιτελή ταινία «Something’s Got to Give» (1962). Μεταξύ των σημαντικότερων εκθεμάτων είναι δύο κοστούμια από το «Μερικοί το προτιμούν καυτό» (Some Like It Hot, 1959) του αυστραλού ενδυματολόγου Ορι-Κέλι (τρις βραβευμένου με Οσκαρ στο métier του) καθώς και το θρυλικό ροζ φόρεμα από το «Οι άντρες προτιμούν τις ξανθές» (Gentlemen Prefer Blondes, 1953) που σπάνια εκτίθεται, του εξίσου θρυλικού αμερικανού ενδυματολόγου Γουίλιαμ Τραβίλα, ο οποίος είναι γνωστός για τα κοστούμια που σχεδίασε ειδικά για τη Μέριλιν.
Η έκθεση θα αποπειραθεί να φωτίσει το πώς η Μονρόε δεν ήταν απλώς ένα σύμβολο του σεξ, αλλά διαμόρφωνε ενεργά την εικόνα της.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’40, με φρέσκο το συμβόλαιο με την 20th Century Fox. Photo Zuma Press Via Reuters Connect
Στην ίδια πόλη και η έκθεση «Marilyn – The Immersive Experience», που αναμένεται τον Απρίλιο του 2026 και η οποία μέσα από τη μόδα των εμβυθιστικών πρότζεκτ θα προτείνει μια πολυμεσική προσέγγιση, μεταφράζοντας τον μύθο της σταρ σε εμπειρία για το σύγχρονο κοινό.
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η έκθεση «Marilyn Monroe: A Portrait» της National Portrait Gallery στο Λονδίνο (από τις 4/6 έως τις 6/9/2026) μάς ξεναγεί στη ζωή, την καριέρα και την κληρονομιά της μέσα από πορτρέτα και έργα τέχνης που δημιούργησαν μερικοί από τους σημαντικότερους φωτογράφους και καλλιτέχνες του 20ού και του 21ου αιώνα.
Από τα πρώτα «cheesecake» pin-ups, όταν ήταν ακόμα η νεαρή Νόρμα Τζιν, έως τις συγκινητικές τελευταίες φωτογραφίες της στην παραλία του Μαλιμπού το 1962, η Μέριλιν Μονρόε υπήρξε μία από τις πιο φωτογραφημένες προσωπικότητες στον κόσμο από δημιουργούς όπως ο Σέσιλ Μπίτον, ο Φίλιπ Χάλσμαν, ο Ρίτσαρντ Αβεντον.
Αντίστοιχα, κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1950 και του 1960, η δηµοτικότητά της την έκανε πηγή έµπνευσης για καλλιτέχνες όπως οι Ρίτσαρντ Χάµιλτον, Πολίν Μπότι και Αντι Γουόρχολ, και τα πορτρέτα της Μέριλιν που φιλοτέχνησαν θεωρούνται σήµερα από τα πιο πολύτιµα έργα τέχνης στον κόσµο. Από κοντά και το έργο της Μαρλέν Ντιμάς με τη στοιχειωτική εικόνα της «Dead Marilyn».
Η έκθεση θα περιλαμβάνει επίσης προσωπικά αντικείμενα– βιβλία, σενάρια και ρούχα, που προσφέρουν μια πιο κοντινή ματιά στη γυναίκα πίσω από την εικόνα. Ιδιαίτερο βάρος έχει το υλικό του φωτογράφου Σαμ Σo, ο οποίος υπήρξε προσωπικός φίλος και συνεργάτης της Μέριλιν.

Μια «Μέριλιν» του Αντι Γουόρχολ προς πώληση στον οίκο δημοπρασιών Christie’s. Photo Reuters
Στις αρχές Σεπτεµβρίου µάλιστα κυκλοφόρησε το βιβλίο «Dear Marilyn – The Unseen Letters and Photographs» (ACC Art Books), όπου μέσα από τα προσωπικά ημερολόγια και την αλληλογραφία του Σο με τη Μονρόε ανακαλύπτουμε τη στενή φιλία τους, τα δύσκολα μονοπάτια της καριέρας της, αλλά και την προσπάθειά της να βρει τη δική της καλλιτεχνική φωνή. Το βιβλίο αποκαλύπτει για πρώτη φορά και την ιστορία πίσω από την εμβληματική φωτογραφία με τη φούστα που πετάγεται στον αέρα, από την ταινία «Επτά χρόνια φαγούρα» (The Seven Year Itch, 1955).
Οι φωτογραφίες του Σο, ψηφιακά ανακατασκευασμένες από αρχεία των δεκαετιών από το 1940 έως το 1960, περιλαμβάνουν μερικές από τις πιο γνωστές εικόνες της Μονρόε, από τα παρασκήνια της ίδιας ταινίας, μέχρι στιγμές της στους δρόμους της Νέας Υόρκης και τρυφερές σκηνές στην παραλία του Αμαγκάνσετ με τον τρίτο σύζυγό της Αρθουρ Μίλερ, μαζί με φωτογραφίες που δεν είχαν δημοσιευθεί ποτέ.
Στο δε Χάαρλεμ της Ολλανδίας θα διοργανωθεί το MM100 Festival (από τις 30/5 έως τις 7/6/2026), μια πολυθεματική γιορτή όπου η Μέριλιν θα προσεγγιστεί ως πολιτισμικό φαινόμενο. Με προβολές ταινιών, διαλέξεις, εκθέσεις φωτογραφίας και αντικειμένων και μουσικές εκδηλώσεις, δεν θα εστιάζει μόνο στη βιογραφία της, αλλά και στη διαρκή επίδρασή της στη σύγχρονη κουλτούρα.

Φωτογραφημένη από τον Σέσιλ Μπίτον το 1956. Photo Cecil Beaton- – National Portrait Gallery
Από τη Νόρμα Τζιν στη Μέριλιν
Τα βιογραφικά της στοιχεία είναι γνωστά εδώ και δεκαετίες, όμως η σκληρότητα που αντιμετώπισε στη ζωή της δεν αμβλύνεται με τον χρόνο. Γεννήθηκε το 1926 στο Λος Αντζελες ως Νόρμα Τζιν Μόρτενσον, βαφτίστηκε Νόρμα Τζιν Μπέικερ και μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον βαθιάς αστάθειας. Η μητέρα της, Γκλάντις, έπασχε από παρανοϊκή σχιζοφρένεια και δεν μπορούσε να τη φροντίσει, με αποτέλεσμα να περάσει την παιδική της ηλικία σε εννέα διαφορετικές ανάδοχες οικογένειες και δύο ορφανοτροφεία.
Αυτή η εμπειρία εγκατάλειψης και ανασφάλειας έχει πλέον αναγνωριστεί ως καθοριστική για την ενήλικη ζωή της, με την ανάγκη της για αποδοχή, την ευαλωτότητά της αλλά και τη συνεχή προσπάθειά της να «φτιάξει» έναν εαυτό που θα αγαπηθεί να κυριαρχούν.
Ο κινηματογράφος υπήρξε από νωρίς καταφύγιο. Η ίδια θυμόταν ότι οι σκοτεινές αίθουσες ήταν το μοναδικό μέρος όπου ο κόσμος δεν έμοιαζε γκρίζος. Εκεί γεννήθηκε η επιθυμία της για την υποκριτική, όχι όμως ως φαντασίωση δόξας αλλά ως μια υπόσχεση διαφυγής. Η μετάβαση από τη Νόρμα Τζιν στη Μέριλιν Μονρόε συντελέστηκε όταν, σε ηλικία 20 ετών, το 1946, ήδη παντρεμένη με τον πρώτο της σύζυγο Τζέιμς Ντόχερτι, υπέγραψε συμβόλαιο με την 20th Century Fox.

Στιγμιότυπο από τα γυρίσματα της ταινίας «Μερικοί το προτιμούν καυτό» το 1959.Photo Mptv Via Reuters
Η διαμόρφωση της νέας ταυτότητας ήταν προϊόν συνεργασίας με τον ηθοποιό και στέλεχος της εταιρείας Μπεν Λάιον. Σύμφωνα με την εκδοχή που καταγράφει ο βιογράφος της Ντόναλντ Σπότο, το όνομα προέκυψε μέσα από μια συλλογική διαδικασία. Ο Λάιον θεωρούσε ότι το «Ντόχερτι» είχε πολλές πιθανές προφορές και δεν ήταν λειτουργικό για μια ανερχόμενη σταρ. Η ίδια πρότεινε το «Μονρόε», ένα επώνυμο από την πλευρά της μητέρας της.
Το μικρό όνομα «Μέριλιν» ήταν ιδέα του Λάιον, με έμπνευση από τη Μέριλιν Μίλερ, τη διάσημη πρωταγωνίστρια των θεαμάτων «Ziegfeld Follies» του Μπρόντγουεϊ, με την οποία εκείνος είχε συνεργαστεί στην ταινία «Her Majesty, Love» (1931). Ετσι, η «γέννηση» της Μέριλιν Μονρόε δεν ήταν μια στιγμιαία επινόηση, αλλά το αποτέλεσμα μιας συνειδητής κατασκευής ταυτότητας, που συνδύαζε την προσωπική ανάγκη με την κινηματογραφική στρατηγική. Μαζί με το όνομα, γεννήθηκε και η περσόνα.
Ακόμη και τα πιο εμβληματικά χαρακτηριστικά της δεν ήταν φυσικά – και δεν μιλάμε μόνο για τα μαλλιά της. Η διάσημη, βαθιά και αισθησιακή φωνή της ήταν αποτέλεσμα συστηματικής εκπαίδευσης, προκειμένου να ξεπεράσει ένα παιδικό τραύλισμα. Αυτή η λεπτομέρεια, που συχνά παραβλέπεται, αποκαλύπτει πόσο μεθοδικά εργαζόταν πάνω στην εικόνα της. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της τελευταίας της ταινίας, «Something’s Got to Give», το τραύλισμά της επανεμφανίστηκε δυσκολεύοντας σημαντικά την απόδοση του κειμένου εκ μέρους της. Λίγο αργότερα, η 20th Century Fox θα την απέλυε από την παραγωγή, αν και οι λόγοι αφορούσαν κατά βάση την ασυνέπειά της.
H αποδόμηση του μύθου
Τα τελευταία χρόνια πολλές πτυχές της ζωής της Μέριλιν έχουν αποσαφηνιστεί και επανεκτιμηθεί. Η εικόνα της «δύσκολης» ηθοποιού, που καθυστερούσε στα γυρίσματα και ξεχνούσε ατάκες, δεν αντιμετωπίζεται πια ως ιδιοτροπία. Συνδέεται με άγχος, ψυχική εξάντληση, φαρµακευτική εξάρτηση και σωµατικά προβλήµατα, αλλά και με τη βαθιά της απογοήτευση για την έλλειψη καλλιτεχνικού ελέγχου. Το διάσημο φόρεμα με το οποίο τραγούδησε το «Happy Birthday, Mr. President» στον Τζον Φ. Κένεντι το 1962 αποτελεί πλέον σύμβολο και μεταφορά αυτής της ασφυκτικής δημόσιας έκθεσης. Χρόνια αργότερα, το 1999, το φόρεμα αυτό πουλήθηκε σε δημοπρασία για 1,26 εκατομμύρια δολάρια, σημειώνοντας ρεκόρ για ένα τέτοιο αντικείμενο.
Επανήλθε στο προσκήνιο όταν το φόρεσε η Κιμ Καρντάσιαν στο Met Gala του 2022, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική εμπορευματοποίησή του. Δεν πρέπει να αδικήσουμε την καλή μας Κιμ που ήθελε κάτι από τη λάμψη της Μέριλιν, δεν είναι λίγοι οι διάσημοι που το επιδίωξαν.

Με τον τρίτο σύζυγό της, τον συγγραφέα Αρθουρ Μίλερ. EPA PHOTO
Η Μαράια Κάρεϊ αγόρασε ένα πιάνο που ανήκε αρχικά στη μητέρα της Μέριλιν, για 662.500 δολάρια, το 1999. Ο Τόμι Χίλφιγκερ απέκτησε το τζιν που φορούσε στην ταινία «Ποτάμι χωρίς επιστροφή» (River of No Return, 1954) για 37.000 δολάρια. Αγόρασε επίσης ένα ζευγάρι καουμπόικες μπότες που φορούσε στην ταινία «Οι αταίριαστοι» (The Misfits, 1961) για 75.000 δολάρια και τις χάρισε στην Ντέμι Μουρ – τα παπούτσια τής ήταν λίγο μεγάλα, αλλά εκείνη ήταν αποφασισμένη να τα φορέσει.
Ανάλογη είναι και η περίπτωση της σχέσης της Μονρόε με το περιοδικό «Playboy». Παρότι εμφανίστηκε στο πρώτο τεύχος του, ο ιδρυτής του, Χιου Χέφνερ, δεν τη γνώρισε ποτέ προσωπικά, γεγονός που αποδομεί τον μύθο περί ενεργής συμμετοχής του στη «δημιουργία» της εικόνας της. Στην πραγματικότητα, ο Χέφνερ χρησιμοποίησε εικόνες από μια γυμνή φωτογράφιση που είχε κάνει η Μονρόε το 1949, σε περίοδο οικονομικής ανάγκης.
H Μέριλιν τις είχε τραβήξει με το ψευδώνυμο «Mona Monroe» και είχε αμειφθεί για αυτές με μόλις 50 δολάρια. H γνωριμία τους έγινε… στην επόμενη ζωή, καθώς μετά τον θάνατό της το 1962 ο Χιου Χέφνερ αγόρασε, το 1992, τον παρακείμενο τάφο στο κοιμητήριο Pierce Brothers Westwood Village Memorial Park στο Λος Αντζελες.
Ο θάνατός της παραµένει ένα από τα πιο συζητηµένα θέµατα στο Χόλιγουντ. Επισήμως αποδόθηκε σε «πιθανή αυτοκτονία» λόγω εξάρτησης από βαρβιτουρικά. Ωστόσο, μαρτυρίες που ήρθαν στο φως αργότερα υποστηρίζουν ότι η Μέριλιν ήταν ζωντανή όταν έφτασε το ασθενοφόρο και πέθανε καθ’ οδόν προς το νοσοκομείο, γεγονός που δημιουργεί ένα διαφορετικό χρονικό και αφήνει ερωτήματα χωρίς εύκολες συνωμοσιολογικές απαντήσεις.
Η σύγχρονη πολιτισμική συζήτηση γύρω από τη Μέριλιν εξακολουθεί να είναι ζωηρή: από τις παρεμβάσεις μελετητών όπως της ιστορικού κινηματογράφου Μισέλ Βόγκελ με το βιβλίο της «Marilyn Monroe: Her Films, Her Life» και της ακαδημαϊκού Σάρα Τσέρτσγουελ με το βιβλίο «The Many Lives of Marilyn Monroe» μέχρι την ταινία «Η ξανθιά» (Blonde, 2022) του Αντριου Ντόμινικ. Ετερόκλητες προσεγγίσεις που συγκλίνουν σε ένα σημείο: η Μέριλιν δεν ήταν μία. Ηταν μια σειρά από ρόλους, περσόνες και ταυτότητες, όλες κατασκευασμένες και όλες πραγματικές.





