Καθώς ο Τζον Βαρβάτος διασχίζει τη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας και περνά μέσα από τη σκιά του εμβληματικού «Δρομέα» του Κώστα Βαρώτσου, ο χρόνος μοιάζει να επιβραδύνεται ελαφρώς, σαν να προσαρμόζεται στον ρυθμό του. Δεν είναι μόνο η παγκόσμια φήμη που τον συνοδεύει, ως τον άνθρωπο που επαναπροσδιόρισε την ανδρική μόδα στις ΗΠΑ.

Είναι η αύρα του. Μια αχλή που αποπνέει, θαρρείς, δέρμα, ακριβό άρωμα και τον ηλεκτρισμό μιας ροκ συναυλίας. Κυρίως, όμως, ένα καθόλου επίπλαστο, αλλά απολύτως βιωμένο, οργανικό coolness.

Ο ελληνοαμερικανός σχεδιαστής και επιχειρηματίας φορά την πολύ χαρακτηριστική «στολή εργασίας» του: ένα μαύρο τζιν που εφαρμόζει τέλεια, σμιλεμένο πάνω του σαν δεύτερο δέρμα, ένα απλό αλλά εξαιρετικής ποιότητας μαύρο κοντομάνικο μπλουζάκι, μαύρα δερμάτινα μποτάκια και, φυσικά, τα κοσμήματα. Τα βαριά ασημένια δαχτυλίδια και βραχιόλια του αστράφτουν καθώς χειρονομεί με την πραότητα ενός γκουρού.

Μοιάζουν με έναν τρόπο σαν φυλαχτά μιας ζωής αφιερωμένης στο στυλ, την αισθητική και τη μουσική. Το πρόσωπό του, γοητευτικό και εκφραστικό, φωτίζεται όταν η συζήτηση μετατοπίζεται από τη σπουδαία καριέρα του στη Νέα Υόρκη στην προγονική γη της Αιτωλοακαρνανίας.

© Γιώργος Βέλλης

Ο Τζον Βαρβάτος δεν μιλάει και δεν φέρεται με τον ακκισμό ή την αλαζονεία του CEO μιας αυτοκρατορίας, αλλά ως ο Γιάννης. Μιλάει για την έλξη που του ασκεί ο τόπος των παππούδων του, για αυτή τη σχεδόν αόρατη κλωστή που, όσα χρόνια κι αν περάσουν, τον συνδέει με μια πατρίδα την οποία μπορεί ο ίδιος να μην έζησε ποτέ, αλλά έφερε πάντα στο DNA του.

Η κληρονομιά του παππού Γιάννη

«Ολοι οι παππούδες μου γεννήθηκαν εδώ» ξεκινάει την αφήγησή του, πιάνοντας το νήμα της οικογενειακής ιστορίας με λεπτομέρειες που δεν θα πίστευες ότι μπορεί να συγκρατήσει στον νου του ένας άνθρωπος τόσο πολυπράγμων: «Η ιστορία του παππού μου είναι η ιστορία της ίδιας της Αμερικής. Εφυγε από την Ελλάδα λίγο πριν από τον Μεγάλο Πόλεμο. Ηταν ένας από τα εκατομμύρια των μεταναστών που πέρασαν την πύλη του Ellis Island κρατώντας στα χέρια τους ελάχιστα υπάρχοντα και στην καρδιά τους φόβο αλλά και ελπίδα.

Από το λιμάνι της Νέας Υόρκης βρέθηκε στο Μέιν. Ηταν εργάτης. Δούλευε στις κατασκευές, προσπαθώντας να χτίσει μια καινούργια ζωή και να επιβιώσει με τη βοήθεια άλλων Ελλήνων που βρίσκονταν εκεί». Η μοίρα, όμως, είχε άλλα σχέδια.

Οταν ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο παππούς του έκανε κάτι που για τον σχεδιαστή ορίζει το ήθος εκείνης της γενιάς: «Ενιωθε τέτοια ευγνωμοσύνη για τη χώρα που τον δέχθηκε, για την ευκαιρία που του δόθηκε, που κατατάχθηκε εθελοντικά στον αμερικανικό στρατό. Ηρθε ξανά στην Ευρώπη, όχι ως μετανάστης πια, αλλά ως στρατιώτης, και πολέμησε στο μέτωπο κατά των Γερμανών για δύο ολόκληρα χρόνια. Ρίσκαρε τη ζωή του για τη νέα του πατρίδα».

«Το σπίτι μας στο Ντιτρόιτ ήταν μικροσκοπικό. Ζούσαμε επτά άτομα – πέντε παιδιά και δύο γονείς – με τρία μικρά υπνοδωμάτια και ένα μόνο μπάνιο. Δεν υπήρχε προσωπικός χώρος, αλλά υπήρχε αγάπη»

Μετά τον πόλεμο, ο παππούς του επέστρεψε στις ΗΠΑ, από όπου δεν έφυγε ποτέ ξανά. Εγκαταστάθηκε στο Ντιτρόιτ, μια πόλη που τότε άρχιζε να γιγαντώνεται βιομηχανικά. «Δεν έγινε ποτέ πλούσιος» επισημαίνει ο Τζον Βαρβάτος, αποσαφηνίζοντας ότι η δική του οικογενειακή ιστορία δεν θυμίζει σε τίποτα εκείνη άλλων εύπορων Ελληνοαμερικανών, τους οποίους έχουμε ως αρχέτυπο επιτυχημένων μεταναστών στο μυαλό μας: «Διατηρούσε ένα μικρό κιόσκι με εφημερίδες και πούρα στο ισόγειο ενός κτιρίου γραφείων στο κέντρο της πόλης.

© Γιώργος Βέλλης

Μεγάλωσα με την εικόνα ενός σκληρά εργαζόμενου ανθρώπου που, παρότι δεν κατάφερε να φέρει ποτέ την οικογένειά του από την Ελλάδα στις ΗΠΑ – ούτε τα αδέλφια του ούτε τους γονείς του –, δεν ξέχασε ποτέ τον τόπο του. Το μυαλό του ήταν πάντα εκεί, πίσω στο χωριό». Τον τόπο με τον οποίο ο Τζον Βαρβάτος αποφάσισε να συνδεθεί, με χρονική καθυστέρηση μεν, αλλά με μεγάλη ζέση.

Το μυστήριο των Παλιάμπελων

Η αναζήτηση της ρίζας του εξελίχθηκε σε μια προσωπική, σχεδόν κινηματογραφική περιπέτεια, με απρόβλεπτες ανατροπές: «Πάντα ήξερα ότι ο παππούς καταγόταν από ένα χωριό που λεγόταν Παλιάμπελα. Ηταν μια λέξη που ακουγόταν σπίτι μας σαν μύθος. Πριν από μερικά χρόνια, πήρα τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου και ταξιδέψαμε στη Βόρεια Ελλάδα, κοντά στη Θεσσαλονίκη, γιατί εκεί εντοπίσαμε στον χάρτη ένα χωριό με αυτό το όνομα».

Η εμπειρία ήταν μάλλον σουρεαλιστική: «Περπατούσαμε στο χωριό και ρωτούσαμε τους ντόπιους αν ξέρουν το επίθετο “Βαρβάτος”. Μας κοίταζαν με απορία. Κάποιοι μας οδήγησαν στο σπίτι μιας γυναίκας 99 ετών, ελπίζοντας ότι η μνήμη της θα φώτιζε το παρελθόν. Μπήκαμε σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, εκείνη κειτόταν στο κρεβάτι, μια φιγούρα σχεδόν βιβλική. Τη ρώτησα με λαχτάρα, αλλά η απάντηση ήταν αποκαρδιωτική. “Δεν ξέρω” μας είπε. Φύγαμε άπραγοι, με την αίσθηση ότι ίσως ο σύνδεσμος είχε χαθεί για πάντα».

Πρόσφατα, όμως, η τεχνολογία και το διαδίκτυο έδωσαν τη λύση στον γρίφο. «Ανακάλυψα ότι υπάρχει και άλλο χωριό με το όνομα Παλιάμπελα, κοντά στη Βόνιτσα, στην Αιτωλοακαρνανία. Εψαξα τα αρχεία και βρήκα έγγραφα από τη δεκαετία του 1840 που αναφέρουν τον προπάππο μου – Γιάννης Βαρβάτος και αυτός – ως βοσκό στην περιοχή. Υπάρχουν καταγραφές σε ταφόπλακες, υπάρχουν ίχνη. Τον Απρίλιο θα επιστρέψω στην Ελλάδα για να πάω εκεί. Είναι ένα χρέος που πρέπει να εξοφλήσω» εξηγεί ο σχεδιαστής.

My big fat Greek family

Η περιγραφή των παιδικών χρόνων του Τζον Βαρβάτος στο Ντιτρόιτ είναι µια ωδή στην εργατική τάξη των ΗΠΑ και τη ζεστασιά της ελληνικής οικογένειας: «Μεγάλωσα σε μια πολύ κλειστή, δεμένη ελληνική κοινότητα. Οι γονείς μου ήταν μετανάστες πρώτης γενιάς. Το σπίτι μας; Μικροσκοπικό. Ζούσαμε επτά άτομα – πέντε παιδιά και δύο γονείς – με τρία μικρά υπνοδωμάτια και ένα μόνο μπάνιο. Αυτή ήταν η καθημερινότητά μου μέχρι να φύγω για το πανεπιστήμιο. Δεν υπήρχε προσωπικός χώρος, αλλά υπήρχε αγάπη».

«Η ιστορία του παππού μου είναι η ιστορία της ίδιας της Αμερικής. Εφυγε από την Ελλάδα λίγο πριν από τον Μεγάλο Πόλεμο»

Η οικονομική στενότητα ήταν δεδομένη, όπως και η έννοια της φροντίδας: «Δεν είχαμε χρήματα για πολυτέλειες. Δεν βγαίναμε ποτέ σε εστιατόρια. Αλλά είχαμε κάτι καλύτερο: την κουζίνα της μητέρας μου. Ηταν μια απίστευτα καλή μαγείρισσα. Το σπίτι μύριζε πάντα φαγητό. Ο πατέρας μου και η γιαγιά μου ήταν επίσης δεινοί μάγειρες.

Οι γονείς της μητέρας μου είχαν ένα μικρό εστιατόριο, ένα απλό diner απέναντι από ένα εργοστάσιο αυτοκινήτων. Τίποτα φανταχτερό, κανένα design, αλλά το φαγητό ήταν πάντα τίμιο και νόστιμο. Αυτή την κουλτούρα της φιλοξενίας και της φροντίδας την κουβαλάω μέσα μου».

© Γιώργος Βέλλης

Η σκληρή δουλειά τότε ήταν ο μόνος δρόμος. «Οι γονείς μου δούλευαν ακατάπαυστα. Ο πατέρας μου “έφυγε” νωρίς, στα 50 του χρόνια. Η μητέρα μου έζησε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Δυστυχώς, δεν κατάφεραν να επισκεφθούν ποτέ την Ελλάδα. Η ζωή τους ήταν αφιερωμένη στην επιβίωση και την ανατροφή μας. Αυτή η θυσία είναι το θεμέλιό μου» εξομολογείται συνεχίζοντας τη διήγησή του.

Στην «Ακαδημία» του Ralph Lauren

Πώς όμως ένα παιδί από το Ντιτρόιτ που σπούδασε θετικές επιστήμες βρέθηκε στην κορυφή της μόδας, την οποία υπηρετεί εδώ και δεκαετίες; «Σπούδασα εκπαιδευτικός στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν. Αρχικά ήθελα να γίνω γιατρός, αλλά οι σπουδές ήταν πολύ απαιτητικές και σύντομα κατάλαβα ότι δεν ήταν αυτό που ήθελα. Ετσι, στράφηκα στη χημεία, τη φυσική και τη βιολογία.

Μάλιστα για έναν χρόνο δίδαξα σε πανεπιστημιακό επίπεδο σε εργαστήριο χημείας. Ημουν 22 χρόνων και οι φοιτητές μου 21. Ηταν μια ενδιαφέρουσα εμπειρία, αλλά ένιωθα ότι δεν ανήκω εκεί, ανάμεσα στους δοκιμαστικούς σωλήνες» λέει ο ίδιος για την περίοδο των σπουδών του.

Το πραγματικό του πάθος ήταν το στυλ: «Από το Λύκειο δούλευα σε ένα κατάστημα ρούχων. Εργαζόμουν 35 ώρες την εβδομάδα, παράλληλα με τις πλήρους φοίτησης σπουδές μου. Ο λόγος; Ηθελα να έχω δικά μου χρήματα για να αγοράζω τα ρούχα που μου άρεσαν, ελπίζοντας να εντυπωσιάσω τα κορίτσια. Πάντα ξεχώριζα το στυλ από τη μόδα. Η μόδα είναι η στιγμή, το trend. Το στυλ έχει ιστορία, έχει διάρκεια, έχει χαρακτήρα. Τα είδωλά μου ήταν ο Στιβ Μακ Κουίν και ο Κιθ Ρίτσαρντς – φιγούρες με αυθεντικότητα, αρχετυπικές».

«Δεν θέλω να είμαι πια επισκέπτης στην Ελλάδα. Θέλω να νιώθω ντόπιος»

Η ζωή του άλλαξε όταν ένας πελάτης στο μαγαζί όπου δούλευε διέκρινε το ταλέντο και τις γνώσεις του και τον προσέλαβε για να στήσει ένα νέο κατάστημα. «Επέμεινα να φέρουμε τη μάρκα Ralph Lauren, που τότε ήταν ακόμη στα σπάργανα. Είχα δημιουργήσει ένα μαγαζί πολύ εκλεκτικό, συνδυάζοντας τα ρούχα του Ραλφ με vintage κομμάτια» θυμάται ο ίδιος.

© Γιώργος Βέλλης

Μια μέρα, ο Πίτερ Στρομ, ο συνέταιρος του Ραλφ Λόρεν, επισκέφθηκε το κατάστημα. Είδε το όραμα του νεαρού Τζον και ενθουσιάστηκε: «Μου έκλεισε ραντεβού στη Νέα Υόρκη. Οταν συνάντησα τον Ραλφ Λόρεν, με κοίταξε εξεταστικά. Φορούσα ένα δικό του πουκάμισο και γραβάτα, αλλά τα είχα συνδυάσει με vintage παντελόνι και παλιές, φθαρμένες μπότες. “Talk to me about the boots” (σ.σ.: μίλησέ μου για τις μπότες) μου είπε. Συνδεθήκαμε αμέσως. Με προσέλαβε στις πωλήσεις, αλλά εγώ ονειρευόμουν το design.

Αρχισα να παίρνω μαθήματα κρυφά στο Fashion Institute of Technology (FIT). Οταν το έμαθε, με φώναξε στο γραφείο του. “Μου κρύβεις κάτι;” ρώτησε αυστηρά. Του είπα την αλήθεια. Η απάντησή του καθόρισε το μέλλον μου: “Εχεις καλύτερο μάτι από πολλούς εδώ μέσα. Αν το θέλεις, θα ξεκινήσεις από χαμηλά, με λιγότερα χρήματα, αλλά θα σου δώσω την ευκαιρία”. Εμεινα δίπλα του χρόνια, έμαθα πώς να λέω ιστορίες μέσα από τα ρούχα».

Το εσώρουχο που άλλαξε τον κόσμο

Το 1990 ο Βαρβάτος κάνει το μεγάλο άλμα στον Calvin Klein ως επικεφαλής του ανδρικού τμήματος. Η μεταγραφή του, λέει ο ίδιος, ήταν μία από τις δυσκολότερες αποφάσεις που κλήθηκε να πάρει στη ζωή του.

Εκεί έγραψε ιστορία, κυριολεκτικά, αλλάζοντας για πάντα ένα αντικείμενο καθημερινής χρήσης: «Δούλευα πάνω σε ένα παλιό μακρύ εσώρουχο (long johns) των αρχών του 1900. Το κοιτούσα και σκεφτόμουν πώς θα μπορούσα να το εκσυγχρονίσω, γιατί τα μποξεράκια της εποχής ήταν πολύ φαρδιά και τα σλιπ πολύ ξεπερασμένα. Πήρα το ψαλίδι, το έκοψα για να βρω το ιδανικό μήκος – κάπου στη μέση του μηρού – και του έραψα το λάστιχο από ένα κανονικό σλιπ. Ετσι γεννήθηκε το boxer brief.

© Γιώργος Βέλλης

Οταν ήρθε το πρωτότυπο από το εργοστάσιο, ο Κάλβιν έμεινε άναυδος: “Incredible” είπε. Ηταν 11 το πρωί. Στις 4 το απόγευμα με παίρνει τηλέφωνο: “Είμαι με τον Ντέιβιντ Γκέφεν. Μπορώ να τον φέρω κάτω να δει τι φτιάξαμε;”. Ο Γκέφεν, ο απόλυτος μεγιστάνας της μουσικής βιομηχανίας τότε, ενθουσιάστηκε μόλις το είδε φορεμένο στο μοντέλο. Και τότε έριξε την ιδέα που άλλαξε την pop κουλτούρα: “Ξέρετε τον Μαρκ Γουόλμπεργκ, τον Marky Mark; Θα ήταν τέλειος για τη διαφήμιση” επέμενε ο Γκέφεν.

Μας έστειλε κάποιες θολές φωτογραφίες με φαξ και τον καλέσαμε στο στούντιο. Ο Μαρκ ήταν τότε 21 ετών. Οταν έβγαλε την μπλούζα του, μείναμε όλοι σιωπηλοί. Κανείς δεν είχε τέτοιο σώμα τότε. Δεν ήταν πολύ ψηλός, αλλά ήταν τέλεια γυμνασμένος, σαν άγαλμα. Η καμπάνια που ακολούθησε ήταν εκρηκτική. Ηταν μία από εκείνες τις σπάνιες στιγμές που νιώθεις ότι τα αστέρια ευθυγραμμίζονται».

Η επιστροφή στην Ιθάκη & η επένδυση στην προγονική γη

Το 2000, κουρασμένος από τη μονοτονία του μινιμαλισμού της εποχής (βλ. Helmut Lang, Jil Sander, όλα μαύρα και αυστηρά), ο Τζον Βαρβάτος δημιούργησε το δικό του brand, θέλοντας να φέρει μια «ατελή» ομορφιά, μια ροκ αισθητική στην πολυτέλεια. Σήμερα, όμως, το ενδιαφέρον του στρέφεται και σε άλλους τομείς, οι οποίοι έχουν ως επίκεντρο την Ελλάδα: «Η πρώτη μου συνάντηση αυτή την εβδομάδα στην Αθήνα ήταν με έναν δικηγόρο. Ξεκινάω τις διαδικασίες για τη διπλή υπηκοότητα.

Δεν θέλω να είμαι πια επισκέπτης. Θέλω να νιώθω ντόπιος. Θέλω να μεταφέρω ένα μέρος της ζωής μου εδώ. Η 17χρονη κόρη μου λατρεύει την Ελλάδα, το ίδιο και η σύζυγός μου. Η γυναίκα μου είναι Αμερικανοεβραία, κόρη επιζώντων του Ολοκαυτώματος. Οι γονείς της πέρασαν τη φρίκη, αλλά κράτησαν την ανθρωπιά τους. Βλέπω τόσες ομοιότητες ανάμεσα στην ελληνική και την εβραϊκή κουλτούρα: η σημασία της οικογένειας, η ιερότητα του τραπεζιού, η αλληλεγγύη».

«Περπατούσαμε σε ένα χωριό και ρωτούσαμε τους ντόπιους αν ξέρουν το επίθετο “Βαρβάτος”. Εκείνοι μας κοίταζαν με απορία»

Τα σχέδιά του για την Ελλάδα είναι φιλόδοξα και πολυδιάστατα: «Εξετάζω τη δυνατότητα να ξεκινήσω επιχειρήσεις εδώ, κυρίως στον τομέα της φιλοξενίας. Η Ελλάδα αλλάζει, δεν είναι η χώρα που αντίκρισα όταν ήρθα για πρώτη φορά πριν από 30 χρόνια. Η Αθήνα γίνεται μια σύγχρονη μητρόπολη. Μου αρέσει η ιδέα να σχεδιάσω βίλες, ξενοδοχεία ή beach clubs με χαρακτήρα, χώρους που θα έχουν αισθητική και ψυχή. Αλλά το πιο σημαντικό για εμένα είναι η προσφορά».

© Γιώργος Βέλλης

Ακούγεται απολύτως λογικό και συνεπές με τον χαρακτήρα του, καθώς η κοινωνική προσφορά είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητάς του: «Στις ΗΠΑ διοργανώνω το “Love Rocks” στη Νέα Υόρκη, μια μεγάλη συναυλία που συγκεντρώνει χρήματα για τον οργανισμό God’s Love We Deliver.

Μαγειρεύουμε και παραδίδουμε εκατομμύρια γεύματα σε ανθρώπους με σοβαρές ασθένειες που δεν μπορούν να αυτοεξυπηρετηθούν. Σε εννέα χρόνια έχουμε συγκεντρώσει 66 εκατομμύρια δολάρια, με τη βοήθεια φίλων όπως ο Κιθ Ρίτσαρντς, η Σερ και η Alicia Keys. Θέλω να φέρω αυτό το concept στην Ελλάδα. Η χώρα το έχει ανάγκη και νιώθω ότι είναι ο δικός μου τρόπος να ανταποδώσω».

Κλείνοντας, το μυαλό του γυρίζει πάλι στον παππού του, τον Γιάννη: «Εμαθα πρόσφατα ότι όλα τα χρόνια που ήταν στην Αμερική έστελνε κρυφά χρήματα πίσω στο χωριό του, τα Παλιάμπελα. Το όνομά του βρίσκεται σε μια τιμητική πλακέτα στο σχολείο εκεί. Δεν ήξερα πόσο υπερήφανος θα ένιωθα για αυτόν.

Πολέμησε για την Αμερική, έχτισε μια ζωή από το μηδέν, αλλά δεν έβγαλε ποτέ την Ελλάδα από την καρδιά του. Κάθε φορά που πατάω το πόδι μου εδώ, νιώθω αυτή τη σύνδεση. Είμαι ένα παιδί από το Ντιτρόιτ που επιστρέφει σπίτι του».

Η φωτογράφιση πραγματοποιήθηκε στο George, The Lobby Bar του King George Hotel (Βασ. Γεωργίου Α’ 3, Πλατεία Συντάγματος, Αθήνα)