Κάθε χρόνο την 1η Ιανουαρίου, την ώρα που ο κόσμος προσπαθεί να συγχρονίσει ξανά το εσωτερικό του ρολόι με το ημερολόγιο, η Βιέννη δίνει τον ρυθμό. Αλλά και την ιδανική μουσική υπόκρουση για καινούργιες αρχές, new year’s resolutions, αποφάσεις και πρωτοβουλίες που αναλαμβάνει κανείς στη στροφή του χρόνου – και που πιθανότατα θα έχει αναιρέσει έως το βράδυ της Πρωτοχρονιάς.

Από τη Χρυσή Αίθουσα του Musikverein, οι πρώτες µελωδίες βαλς και πόλκας ταξιδεύουν µέσω της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου σε δεκάδες χώρες – µε τη σταθερή υποστήριξη της Rolex, Exclusive Partner της Φιλαρµονικής της Βιέννης από το 2008 και Exclusive Sponsor της Συναυλίας της Πρωτοχρονιάς από τον Ιανουάριο του 2009 –, γίνονται στην πραγµατικότητα ένα κουκούλι που καταφέρνει να χωρά όλον τον κόσµο, µετατρέποντας µια συναυλία σε τελετουργία.

Η περίφημη χρυσή αίθουσα του Musikverein φιλοξενεί ανελλιπώς από το 1939 την πρωτοχρονιάτικη συναυλία της Φιλαρμονικής της Βιέννης

Η Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Βιέννης, τα εισιτήρια για την οποία ισοδυναμούν με αυτό που περιγράφει επακριβώς ο όρος «ιερό δισκοπότηρο», δεν είναι απλώς ένα μουσικό γεγονός, αλλά μια συλλογική εμπειρία, ένα οικουμενικό πολιτισμικό σύμβολο, μια υπόσχεση συνέχειας σε έναν κόσμο που αλλάζει αδιάκοπα και πλέον καταιγιστικά.

Λίγοι, παρακολουθώντας τη μουσική και οπτική πανδαισία με τους αψεγάδιαστους μουσικούς, τους υπέρλαμπρους θεατές και τα χιλιάδες λουλούδια και φυτά για τα οποία από το 2015 φροντίζει με χαρακτηριστική επιμέλεια και παροιμιώδη επιτυχία η υπηρεσία κήπων της πόλης της Βιέννης, θα μπορούσαν να υποθέσουν ή να φανταστούν τις σκοτεινές απαρχές της συναυλίας.

Για να έχει κανείς ελπίδα σε ένα από τα περίπου 2.000 εισιτήρια της Πρωτοχρονιάτικης Συναυλίας πρέπει προηγουμένως να περάσει τη βάσανο της κλήρωσης

Πώς γίνεται ένας θεσμός για τον παγκόσμιο πολιτισμό να ξεκίνησε ως μέσο προπαγάνδας των ναζί; Και όμως, συνέβη. Πίσω από τη λαμπερή εικόνα, τα ανθισμένα σκηνικά, την αθωότητα και τη χαρά, υπάρχει μια ιστορία πιο σύνθετη, αναμφίβολα άβολη, αλλά το δίχως άλλο βαθιά συνδεδεμένη με τις αντιφάσεις της ευρωπαϊκής Ιστορίας του 20ού αιώνα.

H 31η Δεκεμβρίου 1939

Οι απαρχές της περίφημης σήμερα Πρωτοχρονιάτικης Συναυλίας τοποθετούνται στο 1939. Δηλαδή περίπου έναν αιώνα μετά τη σύσταση της για πολλούς κορυφαίας ορχήστρας στον κόσμο – η Φιλαρμονική της Βιέννης (Wiener Philharmoniker η επίσημη ονομασία της) έκανε το ντεμπούτο της στις 28 Μαρτίου του 1842 στο παλάτι Χόφμπουργκ με μέλη της μουσικούς τής τότε Αυτοκρατορικής Οπερας – και σχεδόν τέσσερις μήνες μετά την εισβολή της Γερμανίας στην Πολωνία.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος βρισκόταν μόλις στο ξεκίνημά του, το φρόνημα του γερμανικού λαού – ο οποίος, για να είναι κανείς ειλικρινής, δεν ήταν τότε ακριβώς ομόθυμα υπέρ του στρατιωτικού αιματοκυλίσματος, χρειαζόταν τόνωση – και το ναζιστικό καθεστώς θα επιστράτευε κάθε μέσο για να την προσφέρει.

Η μουσική θεωρήθηκε μια καλή ιδέα. Ειδικά εφόσον μπορούσε να φτάσει σε κάθε σπίτι του Ράιχ μέσω του Volksempfänger, του περίφημου φθηνού Ραδιοφώνου του Λαού, το οποίο το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς είχε δημιουργήσει – ήταν μια ιδέα για την οποία ο Γιόζεφ Γκέμπελς ένιωθε παραπάνω από υπερήφανος – ακριβώς για να διασπείρει τις ιδεοληψίες και τα κηρύγματα μίσους του.

Η πρώτη συναυλία δεν δόθηκε ανήμερα την Πρωτοχρονιά, αλλά στις 31 Δεκεμβρίου του 1939, υπό τη διεύθυνση του Κλέμενς Κράους, ο οποίος διατήρησε τη θέση του έως το 1945 (και κατόπιν από το 1948 έως το 1954), και μεταδόθηκε ραδιοφωνικά στις χώρες του Ράιχ. Τα έσοδα από εκείνη την παρθενική εμφάνιση διατέθηκαν στο Winterhilfswerk, το ταμείο που είχε δημιουργήσει το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα για τη στήριξη των ασθενέστερων πολιτών.

Για τη φημισμένη ακουστική της κεντρικής αίθουσας του Musikverein πρέπει να ευγνωμονούμε τη διαίσθηση του Δανού αρχιτέκτονα Θεόφιλου Χάνσεν

Η μουσική επιστρατεύθηκε ως μέσο φιλανθρωπίας, παρηγορίας και ψυχαγωγίας, αλλά κυρίως ως εργαλείο ιδεολογικής προβολής. Η ναζιστική εξουσία αντιλήφθηκε γρήγορα τη δύναμη της μουσικής ως μέσου συναισθηματικής συσπείρωσης και χρησιμοποίησε ειδικά τη βιεννέζικη ελαφρά μουσική ως αντίβαρο στη βαρβαρότητα του πολέμου.

Το ρεπερτόριο δεν επιλέχθηκε τυχαία. Οι μελωδίες της οικογένειας Στράους – βαλς, πόλκες, εμβατήρια – λειτουργούσαν ως μουσική νοσταλγία μιας χαμένης αυτοκρατορικής Ευρώπης, μιας εποχής φαινομενικής σταθερότητας και κοσμικής κομψότητας. Η Φιλαρμονική της Βιέννης δεν είχε άλλη επιλογή από το να αποδεχθεί να ερμηνεύσει έργα που έως τότε απέφευγε ως επιπόλαια, «εύκολα» και ελαφρά.

Βεβαίως, στη συνέχεια η ορχήστρα συνδέθηκε στενά με το καθεστώς. Τόσο πολύ ώστε το 1942, για παράδειγμα, τίμησε με την ανώτατη διάκρισή της το πρωτοπαλίκαρο των Ναζί και γκαουλάιτερ της Βιέννης Μπάλντουρ φον Σίραχ, ενώ την ίδια χρονιά υπολογίζεται πως από τους συνολικά 123 σολίστ της οι 60 ήταν μέλη του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος. Σε παράλληλο χρόνο, μουσικοί εβραϊκής καταγωγής απολύθηκαν, εκδιώχθηκαν και κάποιοι εκτοπίστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Αναθεώρηση και ανασύσταση

Από το 1940 η συναυλία καθιερώθηκε να δίνεται ανήμερα την Πρωτοχρονιά, ενώ μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου η παράδοση συνεχίστηκε. Τα πρώτα χρόνια σχεδόν αθόρυβα. Η Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης χρειάστηκε δεκαετίες για να διαχειριστεί τα τραύματά της και να αντιμετωπίσει την ίδια την ιστορία της: τους μουσικούς που εκδιώχθηκαν, τη συνεργασία με το ναζιστικό καθεστώς, τις ευθύνες που άργησαν να αναγνωριστούν.

Η σταδιακή διεθνοποίηση της συναυλίας βοήθησε στη δημιουργία ενός νέου αφηγήματος. Η μουσική θα μπορούσε να είναι μια νέα παγκόσμια γλώσσα υπεράνω πολιτικής σε έναν κόσμο που αναζητούσε από την αρχή όσα μπορούσαν να τον κρατήσουν ενωμένο.

Τελικά, η Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία έγινε ένα παράδειγμα για τον τρόπο με τον οποίο οι πολιτιστικοί θεσμοί μπορούν να επιβιώσουν, αλλά και να μετασχηματιστούν, χωρίς να διακόψουν τη συνέχεια, αλλά πληρώνοντας το τίμημα των αμφίσημων επιλογών τους.

Ο Βίλι Μποσκόφσκι επί το έργον στη συναυλία της 1ης Ιανουαρίου του 1960

Καθοριστικός για τη σημερινή εικόνα και την αίγλη της συναυλίας υπήρξε ο Βίλι Μποσκόφσκι, ο αρχιμουσικός που από τη δεκαετία του 1950 έως τα τέλη της δεκαετίας του 1970 ταυτίστηκε όσο κανείς άλλος με το γεγονός. Διευθύνοντας συχνά από το βιολί, όπως οι παλιοί kapellmeister, έδωσε στη συναυλία τον χαρακτήρα μιας μεγάλης βιεννέζικης γιορτής, όπου η μουσική δεν επιβάλλεται, αλλά ρέει φυσικά.

Υπό τη δική του καθοδήγηση, η Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία απέκτησε σταθερή δομή, αναγνωρίσιμες κορυφώσεις και, κυρίως, δύο αναμενόμενα φινάλε: τον «Γαλάζιο Δούναβη» και το «Εμβατήριο Ραντέτσκι».

Το χειροκρότημα του κοινού στο τελευταίο κομμάτι – ρυθμικό, σχεδόν τελετουργικό – έγινε μέρος της ίδιας της παρτιτούρας. Ο Μποσκόφσκι κατέχει έως σήμερα το ρεκόρ του μαέστρου που βρέθηκε στο πόντιουμ της Πρωτοχρονιάτικης Συναυλίας τις περισσότερες φορές. Και μάλλον δύσκολα θα καταφέρει κανείς να καταρρίψει τον πήχη που έθεσε, αφού από το 1980 αποφασίστηκε την πιο φωτογενή συναυλία της χρονιάς να διευθύνει ένας διαφορετικός μαέστρος.

Ηταν μια εξ ανάγκης επιλογή, την οποία καθοδήγησε η ασθένεια του Μποσκόφσκι στα τέλη του 1979. Η αδυναμία του να διευθύνει έφερε τη μετάκληση του Αμερικανού Λόριν Μάαζελ, ο οποίος έγινε την Πρωτοχρονιά του 1980, χωρίς μάλιστα να το γνωρίζει, ο πρώτος της νέας εποχής της συναυλίας-θεσμού.

Από την παράδοση στην παγκοσμιοποίηση

Εκτοτε κάθε χρόνο προσκαλείται ένας διαφορετικός διευθυντής ορχήστρας, συχνά προσωπικότητα παγκόσμιου βεληνεκούς. Ανάμεσα στους σπουδαίους μαέστρους που έχουν διευθύνει ένα από τα αρτιότερα εκπαιδευμένα σώματα μουσικών στον πλανήτη είναι ο Χέρμπερτ φον Κάραγιαν, ο Κλαούντιο Αμπάντο, ο Ντάνιελ Μπάρενμποϊμ, ο Γκουστάβο Ντουνταμέλ και ο Κρίστιαν Τίλεμαν, ενώ πέρυσι τη σκυτάλη – αλλά και το προνόμιο – ανέλαβε για πρώτη φορά ο διευθυντής της Συμφωνικής του Σικάγου, Ρικάρντο Μούτι.

Το γεγονός της εναλλαγής καθόλου δεν άλλαξε ούτε αλλοίωσε τον πυρήνα της συναυλίας.

Ο Καναδός Γιανίκ Νεζέτ-Σεγκέν, μουσικός διευθυντής της Metropolitan Opera, θα έχει την πρώτη ημέρα του 2026 την ευθύνη και το προνόμιο να ηγηθεί ενός από τα πιο άρτια μουσικά σύνολα στον κόσμο

Αντιθέτως, πρόσθεσε λεπτές αποχρώσεις: άλλες ερμηνευτικές ταχύτητες, διαφορετικές ισορροπίες ανάμεσα στη λάμψη και τη νοσταλγία, μικρές εκπλήξεις στο ρεπερτόριο. Ταυτόχρονα, η τηλεοπτική μετάδοση σε δεκάδες χώρες – σύμφωνα με τα στοιχεία της EBU, που αναλαμβάνει τη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση, κατά μέσο όρο παρακολουθούν τη συναυλία 50 εκατομμύρια τηλεθεατές κάθε χρόνο – μετέτρεψε τη συγκεκριμένη εμφάνιση της ορχήστρας σε παγκόσμιο θέαμα.

Για εκατομμύρια πολίτες –λάτρεις της λεγόμενης κλασικής μουσικής αλλά και μη – η Πρωτοχρονιά ξεκινά με εικόνες από τη Χρυσή Αίθουσα, που σχεδίασε ο διορατικός Δανός Θεόφιλος Χάνσεν, τα λουλούδια, τα κοντινά πλάνα στα έγχορδα, τα μπαλέτα που παρεμβάλλονται ανάμεσα στα μουσικά μέρη. Η Βιέννη προβάλλεται ως ιδέα – όχι μόνο ως πόλη, αλλά ως πολιτισμικό καταφύγιο και κιβωτός ανάτασης και αισιοδοξίας.

Η Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία του 2026 σηματοδοτεί μία ακόμα νέα σελίδα στην ιστορία του εμβληματικού μουσικού θεσμού. Για πρώτη φορά, ο διεθνώς αναγνωρισμένος μαέστρος Γιανίκ Νεζέτ-Σεγκέν – μουσικός διευθυντής τόσο της Metropolitan Opera στη Νέα Υόρκη όσο και της Συμφωνικής της Φιλαδέλφειας – ανέλαβε να διευθύνει την ορχήστρα για αυτή τη σημαδιακή ημέρα, βάζοντας την προσωπική του καλλιτεχνική σφραγίδα σε ένα πρόγραμμα που θα συγκεράσει την παράδοση με την καινοτομία.

Στιγμιότυπο από τις τελευταίες πρόβες του Γιανίκ Νεζέτ-Σεγκέν με τη Φιλαρμονική της Βιέννης

Το πρόγραμμα των συναυλιών του 2026 – υπενθυμίζεται ότι πλέον λόγω της αυξημένης ζήτησης εισιτηρίων της Πρωτοχρονιάτικης Συναυλίας προηγούνται δύο ακόμα πανομοιότυπες στο Musikverein, στις 30 και 31 Δεκεμβρίου – ξεχωρίζει επίσης διότι περιλαμβάνει πέντε έργα που θα παρουσιαστούν για πρώτη φορά, μεταξύ των οποίων και δύο συνθέσεις από γυναίκες – μια εξέλιξη που αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη τάση αναθεώρησης και διεύρυνσης της παραδοσιακής αυστριακής μουσικής κουλτούρας.

Η επιλογή αυτή δεν είναι μόνο καλλιτεχνικά ενδιαφέρουσα, αλλά και συμβολικά σημαντική: υπενθυμίζει ότι ακόμη και ένας καθιερωμένος θεσμός μπορεί να ανανεώνεται και να ανοίγεται σε νέες φωνές, χωρίς να χάνει (ή να πιστεύει ότι χάνει) την ταυτότητά του.

Ας μην ξεχνάμε ότι η Φιλαρμονική της Βιέννης, μια ορχήστρα που λειτουργεί με ένα ιδιότυπο καθεστώς αμεσοδημοκρατίας– με το σύνολο των μελών της να λαμβάνει τις αποφάσεις κατά πλειοψηφία – στο παρελθόν επέδειξε σθεναρή αντίσταση στην αλλαγή. Μόλις το 1997 οι μουσικοί πείστηκαν να προσλάβουν γυναίκες ως τακτικά μέλη, και αυτό έπειτα από τις πύρινες αντιδράσεις της αμερικανικής κοινής γνώμης, πριν από περιοδεία της ορχήστρας στις ΗΠΑ και κατόπιν της προτροπής τού τότε καγκελαρίου της Αυστρίας, Βίκτορ Κλίμα.

Για λίγους αλλά και τυχερούς

Αν κανείς διαβάζοντας αυτό το κείμενο ή πολύ περισσότερο παρακολουθώντας την Πρωτοχρονιά του 2026 τη σχεδόν τρίωρης διάρκειας συναυλία από την τηλεόραση νιώσει την ακατανίκητη επιθυμία να είναι και αυτός στο Musikverein του χρόνου τέτοια ημέρα, μάλλον θα πρέπει να βιαστεί. Αλλά και να έχει την τύχη με το μέρος του.

Ο Ρικάρντο Μούτι διηύθυνε πέρσι για πρώτη φορά την Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία της Φιλαρμονικής της Βιέννης

Μόνο τα 700 από τα συνολικά 2.000 και κάτι εισιτήρια – 1.744 καθήμενων και 300 ορθίων – για την Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Βιέννης διατίθενται προς πώληση κάθε χρόνο.

Οι τιμές των εισιτηρίων διαβαθμίζονται από τα 35 έως τα 1.200 ευρώ, αλλά αποκτά κανείς δικαίωμα αγοράς μόνο εφόσον περάσει από τις «Συμπληγάδες» της κλήρωσης. Για την Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία τού 2027 η περίοδος εκδήλωσης ενδιαφέροντος στην ηλεκτρονική σελίδα της Ορχήστρας ξεκινά την 1η και ολοκληρώνεται την 28η Φεβρουαρίου του 2026. Αναντίρρητα, αξίζει να δοκιμάσει κανείς την τύχη του για να γίνει μέρος αυτής της συλλογικής ανάσας.

Ειδικά σε έναν κόσμο που κάθε πρώτη του έτους επανεκκινεί με προσδοκία αλλά και αβεβαιότητα, η Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Βιέννης προσφέρει την αίσθηση της σταθερότητας, ακόμα κι αν αυτή είναι εν μέρει κατασκευασμένη. Κάθε χρόνο ίδια, αλλά διαφορετική.