Πόσες στενές φιλίες είναι αρκετές; Είναι τρεις έως πέντε το ιδανικό; Είναι πιθανό να χρειάζεστε μόνο έναν και μοναδικό καλύτερο φίλο; Ή μήπως καμιά δεκαριά;

«Οσο περισσότεροι, τόσο το καλύτερο» λέει ο Βίνσεντ Ντέι, ο οποίος έχει ξεχωριστούς πυρήνες στενών φίλων, άλλους που τους συνδέει η μουσική, άλλους η δουλειά, άλλους από το σχολείο των παιδιών του και 5-6 από το λύκειο. Ο Ντέι, ο οποίος προέρχεται από πολύτεκνη οικογένεια με εννέα παιδιά, κάνει φίλους εύκολα και εκτιμά τις ζωντανές και πολυποίκιλες σχέσεις. «Τηλεφωνώ σε κόσμο συνέχεια. Ανήκω σε αυτό το είδος ανθρώπου» λέει.

Οι κολλητοί και ο παράγοντας ηλικία

Ο αριθμός των ανθρώπων που θεωρούμε στενούς φίλους μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου, φτάνοντας στο αποκορύφωμά του στην εφηβεία και στα μετεφηβικά χρόνια, ενώ περιορίζεται καθώς γινόμαστε πιο πολυάσχολοι με τα παιδιά, την εργασία και τους ηλικιωμένους γονείς μας.

Εχουμε πια λιγότερο ελεύθερο χρόνο και τείνουμε να γινόμαστε πιο επιλεκτικοί ως προς τα πρόσωπα με τα οποία τον μοιραζόμαστε, εστιάζοντας στις πιο ουσιαστικές σχέσεις. Πολλοί από μας χάνουμε φίλους με τον καιρό.

Οι άνθρωποι απομακρύνονται, πρακτικά και συναισθηματικά.

Πόσοι στενοί φίλοι είναι αρκετοί;

Ο Τζέφρι Χολ, καθηγητής Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο του Κάνσας, δεν έχει να προτείνει έναν ιδανικό αριθμό φίλων, αλλά λέει ότι υπάρχουν μειονεκτήματα και στα δύο άκρα. Αν κάποιος δεν έχει καθόλου φίλους, μπορεί να νιώθει τρομερά μόνος. Αν έχεις μόνο έναν φίλο στον οποίο βασίζεσαι για τα πάντα, μπορεί να μείνεις ξαφνικά μετέωρος αν του συμβεί κάτι. Από την άλλη πλευρά, «αν έχεις πάρα πολλούς φίλους, για να κρατάς επαφή μαζί τους και να νοιάζεσαι γι’ αυτούς, στο τέλος δεν έχεις αρκετό χρόνο για κανέναν» λέει ο ίδιος. Μπορεί να εξαντληθείς, αφού απαιτούνται ώρες για να δημιουργήσεις και να διατηρήσεις μια φιλία. Επιπλέον, υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος δυσλειτουργίας με περισσότερους ανθρώπους, καθώς ο καθένας έχει τις δικές του ιδιορρυθμίες, ανάγκες και προσδοκίες.

Κατά μέσο όρο, οι Αμερικανοί έχουν από τρεις έως πέντε στενούς φίλους. Πάνω από ένας στους τρεις έχουν από τέσσερις έως εννέα στενούς φίλους, ενώ το 13% έχει 10 ή περισσότερους, σύμφωνα με την έρευνα American Perspectives Survey.

Ο μέσος όρος

Ο Μπιλ Κίρναν ανήκει στην κατηγορία του «μέσου όρου». Εχει πέντε στενούς παιδικούς φίλους τους οποίους αποκαλεί χαϊδευτικά «μπουμπούνες», παρόλο που δύο από αυτούς είναι γιατροί και ένας είναι πυρηνικός φυσικός. Ηταν συμμαθητές σε καθολικά σχολεία στο Πουκίπσι της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, έπαιζαν μπέιζμπολ, έκαναν βόλτες με τα ποδήλατα και πήγαιναν συνέχεια ο ένας στο σπίτι του άλλου.

Περισσότερα από 50 χρόνια αργότερα, αν και διασκορπισμένοι σε διάφορα μέρη της χώρας, ανταλλάσσουν μηνύματα σχεδόν κάθε μέρα και κάνουν ετήσιες συναντήσεις. Για να γιορτάσουν τα 66α γενέθλιά τους αποφάσισαν να κάνουν μαζί τη διαδρομή του αυτοκινητοδρόμου 66 (Route 66). Οταν ένας από την παρέα δεν μπόρεσε τελικά να συμμετάσχει, αγόρασαν μια φουσκωτή κούκλα, έβαλαν τη φωτογραφία του στο κεφάλι της και την έβαζαν σε όλες τις ομαδικές φωτογραφίες.

Οταν κάνουν μεγάλες διαδρομές με το αυτοκίνητο, δεν σταματούν να μιλούν: για τις οικογένειές τους, τα παγκόσμια γεγονότα και τα χρόνια που πέρασαν μαζί. Ο ίδιος λέει ότι είναι πολύ πιο δεμένος με τους πέντε φίλους που βλέπει μια φορά τον χρόνο παρά με τους φίλους του από το γκολφ, με τους οποίους παίζει κάθε εβδομάδα.

Ο ρόλος του φύλου

Ο ιδανικός αριθμός εξαρτάται και από το φύλο, λέει η Μπέβερλι Φερ, ψυχολόγος και συγγραφέας. Οι άνδρες τείνουν να έχουν μεγαλύτερες ομάδες φίλων, επειδή αισθάνονται ότι δεν χρειάζεται να περνούν πολύ χρόνο κατ’ ιδίαν για να νιώσουν κοντά μεταξύ τους. Ενας καφές κάθε έξι μήνες αρκεί.

Οι γυναίκες, λέει, έχουν υψηλότερες απαιτήσεις ως προς τον χρόνο που θέλουν να περνούν με τους στενούς τους φίλους, επομένως μπορεί να έχουν μικρότερο αριθμό φίλων. Οι μεγαλύτερες ομάδες αυξάνουν επίσης τον κίνδυνο διαρροής μυστικών. «Σε μια μεγαλύτερη ομάδα στενών φίλων είναι λίγο πιο πιθανό να υπάρξουν προβλήματα εμπιστοσύνης» λέει.

Η Κάθριν Μπαλκ έχει πολλούς γνωστούς και απλούς φίλους, αλλά μόνο μία καλύτερη φίλη, τη Λίντα Κος. Γνωρίστηκαν στο κολέγιο, όταν ανακάλυψαν ότι καμία από τις δυο τους δεν ήθελε να μπει σε κάποια φοιτητική αδελφότητα. Συμβουλεύουν η μία την άλλη για τα σημαντικά ζητήματα – τα παιδιά, τα επαγγελματικά τους, τους γονείς που γερνάνε και τις ανησυχίες τους για θέματα υγείας – αλλά και για δευτερεύοντα, όπως το τι να μαγειρέψουν σήμερα. Οταν η Μπαλκ μετακόμισε 1.000 μίλια μακριά, δεσμεύτηκαν να κάνουν μαζί τουλάχιστον ένα ταξίδι τον χρόνο, να μιλάνε στο τηλέφωνο τουλάχιστον μία ώρα κάθε Πέμπτη και να ανταλλάσσουν πολλά μηνύματα στο ενδιάμεσο. «Μοιραζόμαστε πράγματα που δεν θα μοιραζόμασταν με κανέναν άλλον, ούτε καν με τους συζύγους μας» λέει η Μπαλκ. Αν έχει κάποιο πρόβλημα στη δουλειά, λέει, θα το αναφέρει στον άντρα της αλλά θα το αναλύσει διεξοδικά με την καλύτερή της φίλη. Εχουν περάσει τόσα πολλά μαζί, λέει, που είναι «εύκολο να φτάσουν στα δύσκολα θέματα πολύ γρήγορα».

Οι δεσμοί μπορεί να φαίνονται επιφανειακοί στις μεγάλες ομάδες, αλλά αυτό εξαρτάται πραγματικά από το πώς ορίζει κανείς την οικειότητα. Οι άνδρες, λέει η Φερ, συχνά αισθάνονται ότι μπορούν να συνδέονται στενά, ανεξάρτητα από τον αριθμό των ατόμων στην παρέα, κάνοντας πράγματα μαζί.

Κάθε καλοκαίρι ο Γουίλιαμ Μπαγκ προσκαλεί στο εξοχικό του περίπου 15 στενούς φίλους του από το κολέγιο για ένα Σαββατοκύριακο με ψάρεμα και γκολφ. Τρώνε μαζί, γελούν και συζητούν για αθλητικά. Κάποιοι από τους ενήλικες γιους τους έχουν ενταχθεί σε αυτή την απόδραση. Αυτός που πιάνει το μεγαλύτερο ψάρι επιστρέφει σπίτι με ένα κύπελλο από κασσίτερο. Ο Μπαγκ λέει ότι οι δεσμοί τους είναι στενοί επειδή μαζί μπορούν να είναι ανέμελοι. Η ομάδα λειτουργεί ως καταφύγιο. «Βρισκόμαστε εκεί απλώς για να απολαμβάνουμε ο ένας την παρέα του άλλου» εξηγεί.

Ο ιδανικός αριθμός φίλων είναι ρευστός και μοναδικός για τον καθένα μας. Είναι υψηλός στη νεότητά μας και ύστερα πέφτει, όσο προχωράμε στην ενήλικη ζωή μας. Η πολυάσχολη μέση ηλικία μπορεί να είναι η πιο δύσκολη περίοδος για τη διατήρηση στενών δεσμών.

Οι φίλοι του Cedar Hill Country Club βρήκαν τον τρόπο. Η παρέα σχηματίστηκε στο λύκειο της Σεντέιλια του Μιζούρι. Κατάφεραν να μαζέψουν χρήματα και αγόρασαν ένα βαγόνι τρένου από μια τοπική μάντρα παλιών υλικών. Το τοποθέτησαν στη φάρμα ενός φίλου, το ονόμασαν Cedar Hill Country Club και έκαναν εκεί αμέτρητα «sleepovers» στα χρόνια του λυκείου και του κολεγίου.

Κάποια στιγμή, παντρεύτηκαν. Οι περισσότεροι μετακόμισαν μακριά, αλλά η παρέα έμεινε σε επαφή μέσω email, μηνυμάτων και τηλεφωνημάτων. Οταν έφτασαν στα 50 τους και συνειδητοποίησαν πόσο τυχεροί ήταν που είχαν ο ένας τον άλλον, επινόησαν δύο τρόπους για να τιμήσουν τη φιλία τους.

Το πρώτο ήταν η υποτροφία Cedar Hill, η οποία απονέμεται σε τελειόφοιτους του λυκείου της γενέτειράς τους με κοινωνική προσφορά. Το δεύτερο ήταν ένα ιδιωτικό podcast του Cedar Hill, με τα μέλη του κλαμπ να συζητούν για αυτοκίνητα, δασκάλους, αθλήματα και τους στενούς τους δεσμούς. «Εξακολουθούμε να παίρνουμε τόσα πολλά ο ένας από τον άλλον, ειδικά τα τελευταία χρόνια» λέει ο Μάικ Χίμπροκ.