Αρχές του έτους ορκίστηκε, ενώπιον της Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, ο νέος Μουφτής Διδυμοτείχου (9 Ιανουαρίου 2026), ήδη δε προκηρύχθηκαν (16 Φεβρουαρίου 2026) και οι θέσεις Μουφτήδων Κομοτηνής και Ξάνθης, με βάση τη διαδικασία του Ν. 4962/2022 που για πρώτη φορά εφαρμόζεται.

Προσφέρεται έτσι μια καλή ευκαιρία να αναστοχαστούμε το θέμα των Μουφτήδων της Θράκης. Η κατανόηση, όμως, των εξελίξεων αυτών προϋποθέτει μια ιστορική αναδρομή, αναγκαία πέραν των άλλων και για να διαπιστωθεί αν υπήρξε πρόοδος σε αυτό το ζήτημα που χρονίζει από πολλές δεκαετίες.

Τη Σύμβαση του 1881 μεταξύ Ελλά­δας και Τουρκίας, με την οποία επισημοποιήθηκε η προσάρτηση της Θεσσαλίας και της Αρτας στο ελληνικό κράτος, που κυρώθηκε με τον Ν. ΠΛΖ΄/1882, συμπλήρωσε ο νόμος ΑΛΗ΄/1882 που περιείχε τις πρώτες ρυθμίσεις για τους Μουφτήδες. Ο Μουφτής είναι «ο πνευματικός αρχηγός των Μουσουλμανικών κοινοτήτων», αλλά και δημόσιος λειτουργός, ο οποίος διορίζεται και παύεται με διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των υπουργών επί των Εκκλησιαστικών και επί της Δικαιοσύνης και ορκίζεται ενώπιον του οικείου Νομάρχη.

Ακολούθησε η Συνθήκη Ειρήνης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας του 1913, γνωστή ως «Συνθήκη των Αθηνών», που κύρωσε ο Ν. ΔΣΙΓ΄/1913. Σε αυτήν περιλαμβάνονται διατάξεις που αναφέρονται στους Μουφτήδες και τα καθήκοντά τους. Οι Μουφτήδες κάθε περιφέρειας εκλέγονται από μουσουλμάνους εκλογείς, στα καθήκοντα τους δε, εκτός από τις καθα­ρώς θρησκευτικές υποθέσεις, καταλέγεται και η δικαιοδοτική αρμοδιότητά τους για όλες τις οικογενειακές και κληρονομι­κές υποθέσεις μεταξύ μουσουλμάνων.

Στο πνεύμα της Συνθήκης των Αθηνών κινήθηκε και ο Ν. 2345/1920, ο οποίος, και αυτός, ρύθμισε τα της εκλογής των Μουφτήδων από τους μουσουλμάνους της περι­φέρειάς τους. Ο νόμος αυτός δεν εφαρμόστηκε, καθώς λίγο μετά υπογράφτηκε η Συνθήκη των Σεβρών, η οποία ανανέωσε την υποχρέ­ωση της Ελλάδας να σέβεται τις θρησκευτικές πεποιθήσεις όλων των πολιτών της, και το 1923 η Συνθήκη της Λωζάννης, που δεν αναφέρθηκε ρητώς στο καθεστώς του Μουφτή, αλλά μόνο στην υποχρέωση τα οικογενειακά και προσωπικά ζητήματα των μουσουλμάνων να ρυθμίζονται σύμφωνα με τις συνήθειές τους.

Στην πράξη οι Μουφτήδες διορίζονταν επί πολλές δεκαετίες από την ελληνική κυβέρνηση, χωρίς κάποια αντίρρηση από τη μουσουλμανική  μειονότητα. Ασυγχώρητο λάθος ήταν όμως η «γκετοποίηση» της μειονότητας που οφείλεται στην κοντόφθαλμη και φοβική πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων, η οποία και οδήγησε στην αποκοπή της από τον εθνικό κορμό. Η «μπάρα» που εμπόδιζε την ελεύθερη μετακίνηση της μειονότητας και η άδεια των αστυνομικών ή στρατιωτικών αρχών που χρειαζόταν για να περάσει κανείς στις επιτηρούμενες, για λόγους εθνικής ασφάλειας, ζώνες, ιδίως στα Πομακοχώρια, επέτρεψε στους ελλοχεύοντες γείτονες να καλλιεργήσουν το αφήγημα της τουρκικής μειονότητας στη Θράκη.

Η προσγείωση της χώρας μας στην πραγματικότητα ήταν αναγκαστική και ενόψει ήδη συντελεσμένων γεγονότων. Τον Αύγουστο 1990 δύο ανεξάρτητοι μουσουλμάνοι βουλευτές, ο Αχμέτ Σαδίκ (Ροδόπης) και ο Αχμέτ Φαΐκογλου (Ξάνθης), διοργάνωσαν αιφνιδιαστικά «εκλογές» για την ανάδειξη Μουφτήδων μεταξύ των πιστών που παρακολου­θούσαν την προσευχή της Παρασκευής στα τζαμιά επικαλούμενοι τη Συνθήκη των Αθηνών και τον Ν.  2345/1920.

Η τότε κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη αποφάσισε να προσφύγει, παραμονές Χριστουγέννων, στην έκδοση Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΠΝΠ), επικαλούμενη το άρθρο 44 §1 Σ., προκειμένου να προλάβει προγραμματισμένη για τις 28.12.1990 «εκλογή» Μουφτή Κομοτηνής. Η ΠΝΠ της 24.12.1990, που στη συνέχεια κυρώθηκε με τον Ν. 1920/1991, αφενός μεν καταργούσε τον Ν. 2345/1920 στο σύνολό του, αφετέρου δε καθόριζε τον τρόπο ανάδειξης Μουφτή.

Σύμφωνα με τη ρύθμιση αυτή ο Μουφτής διορίζεται με προεδρικό διάταγμα που εκδί­δεται με πρόταση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων μετά από γνωμοδότηση Επιτροπής από 11 μέλη, στην οποία συμμετέχουν Ελληνες μουσουλμάνοι θρησκευτικοί λειτουργοί καθώς και εξέχοντες μουσουλ­μάνοι Ελληνες πολίτες της οικείας περιφέρειας. Ο Μουφτής διορίζεται για δεκαετή θη­τεία, είναι δημόσιος υπάλληλος, ορκίζεται πριν αναλάβει καθήκοντα ενώπιον του αρμόδιου Νομάρχη και είναι ταυτοχρόνως θρησκευτικός λει­τουργός και δικαστής, που ασκεί δικαιοδοσία σε θέματα οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου μεταξύ των μουσουλμάνων Ελλή­νων πολιτών της περιφέρειάς του.

Η συνέχεια ήταν οιονεί προδιαγεγραμμένη. Τόσο στην Ξάνθη όσο και στην Κομοτηνή υπήρχαν δύο Μουφτήδες, ένας διορισμένος από την ελληνική πολιτεία και ένας «εκλεγμένος» από μουσουλμάνους πιστούς της ίδιας περιφέρειας. Αυτοί οι δεύτεροι αποκλήθηκαν ψευδο-μουφτήδες και ασκήθηκαν εναντίον τους διώξεις για αντιποίηση αρχής.

Οι υποθέσεις κατέληξαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.) που καταδίκασε την Ελλάδα (υποθέσεις Σερίφ και Αγκά) για παραβίαση του άρθρου 9 §1 (θρησκευτική ελευθερία) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), επειδή έκρινε ότι τα εθνικά δικαστήρια καταδίκασαν τους προσφεύγοντες για αντιποίηση αρχής χωρίς να συντρέχει καμία ένδειξη ότι επιχεί­ρησαν να ασκήσουν τα δικαστικά και διοικητικά καθήκοντα του Μουφτή.

Νεότερη απόφαση του Ε.Δ.Δ.Α. (Molla Sali κατά Ελλάδας, 2018), ανάγκασε τη χώρα μας να καθιερώσει, με τον Ν. 4511/2018, την προαιρετική δικαστική αρμοδιότητα του Μουφτή, μόνο δηλαδή εάν συμφωνήσουν και το ζητήσουν τα διάδικα μέρη.

Κατάληξη όλης αυτής της προϊστορίας αποτελεί η ισχύουσα νομοθεσία υπό τον ψευδεπίγραφο τίτλο «Εκσυγχρονισμός Μουφτειών Θράκης», η οποία, κρυμμένη μέσα σε ένα άσχετο νομοθέτημα για τα «Υπεράκτια Αιολικά Πάρκα» (Ν. 4964/2022), καταλαμβάνει 25 από τα συνολικώς 201 άρθρα του (137-162), χαρακτηριστικό παράδειγμα προς αποφυγή για τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να συντάσσονται οι νόμοι…

Ασφαλώς δεν αποτελεί κάποιο εκσυγχρονιστικό νομοθέτημα, αλλά μια κωδικοποίηση του υπάρχοντος καθεστώτος με κάποιες αλλαγές. Αυτές αναφέρονται σε δευτερεύοντα ζητήματα, όπως ότι η θέση του Μουφτή προκηρύσσεται από τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, ενώπιον του οποίου και ορκίζεται μετά τον διορισμό του, η θητεία του είναι πενταετής με δυνατότητα μιας μόνο ανανέωσης, η δε Συμβουλευτική Επιτροπή που εκφέρει «απλή αιτιολογημένη γνώμη» έχει πλέον 33 μέλη, μέρος των οποίων είναι αιρετοί μεταξύ των Ιμάμηδων και Ιεροδιδασκάλων της Μουφτείας.

Αντιθέτως οι αρμοδιότητες του Μουφτή παραμένουν αμετάβλητες. Εξακολουθεί δηλαδή να έχει δικαιοδοτικές αρμοδιότητες σε οικογενειακές και κληρονομικές υποθέσεις εφόσον αμφότερα τα διάδικα μέρη υποβάλλουν σχετική αίτηση ενώπιόν του για επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο. Οι αποφάσεις του εκτελούνται και αποκτούν ισχύ δεδικασμένου αφού κηρυχθούν εκτελεστές από το Μονομελές Πρωτοδικείο της περιοχής του.

Θλίβομαι ειλικρινώς διότι έως σήμερα δεν επιχειρήθηκε μια τολμηρή πολιτική λύση του ζητήματος, καθώς καμία κυβέρνηση δεν θέλησε να αναλάβει το πολιτικό κόστος. Θα επαναλάβω, λοιπόν, τη λύση που πριν από μια εικοσαετία υποστήριξα από τη θέση αυτή («Το Βήμα της Κυριακής», 4.7.2006, σ. Α55), να υιοθετηθεί δηλαδή η πρόταση της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (2001).

Η πρόταση αυτή προβλέπει κατάργηση των διοικητικών και δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων του Μουφτή και περιορισμό του στα θρησκευτικά του καθήκοντα, επι­λογή δε του επικεφαλής θρησκευτικού λειτουργού με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων από κατά­λογο τριών υποψηφίων που θα προτείνει η μουσουλμανική κοινότητα.

Ο κ. Ιωάννης Μ. Κονιδάρης είναι ομότιμος καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Απάνθισμα άρθρων του στο «Βήμα» της περιόδου 1998-2022 κυκλοφορούν με τον τίτλο «Πολιτεία και Εκκλησία στην πράξη» από τις εκδόσεις  Επίκεντρο (Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2024).