Οταν ο Ζαν-Ζακ Ρουσό έγραφε το εμβληματικό «Κοινωνικό Συμβόλαιο», δύσκολα θα φανταζόταν ότι ο τίτλος του θα εξελισσόταν σε «πολυεργαλείο» της ελληνικής πολιτικής σκηνής. Στη Μεταπολίτευση, ο όρος υπέστη μια ιδιότυπη πολιτική «απαγωγή», με το εγχώριο πολιτικό προσωπικό να τον επιστρατεύει συχνά, σε βαθμό που θα έκανε τον ελβετό φιλόσοφο να απορεί με τη «δημιουργική ασάφεια» των επιγόνων του.

Από το εκρηκτικό φλερτ με τον ριζοσπαστισμό του ’80 έως την πρόσφατη σύμπλευση Κώστα Καραμανλή και Ευάγγελου Βενιζέλου, το «κοινωνικό συμβόλαιο» παραμένει ένα ανθεκτικό πολιτικό τοτέμ.

Ο Αλέξης Τσίπρας το έχει επανεφεύρει στα χνάρια της «Νέας Μεταπολίτευσης», ο Νίκος Ανδρουλάκης το αξιοποιεί σταθερά στο λεξιλόγιό του, ενώ ακόμη και ο Κυριάκος Μητσοτάκης δυσκολεύεται να το παρακάμψει, αφού εσχάτως το επικαλέστηκε με φόντο τη συνταγματική αναθεώρηση.

Το κοινωνικό συμβόλαιο στις πλατείες

Κάθε μεγάλη ρητορική «σφραγίδα» διεκδικεί την πατρότητά της. Στην ελληνική περίπτωση, ο πολιτικός που πήρε τον Ρουσό από το χέρι και τον «σύστησε» στις λαοθάλασσες των πλατειών ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου.

Είχε προηγηθεί, βέβαια, όπως σημειώνει ο πολιτικός επιστήμονας Λευτέρης Κουσούλης, «η εδραίωση της δημοκρατίας στη χώρα, χάρη στη συμβολή του Κωνσταντίνου Καραμανλή, και η συγκρότηση βασικών αρχών, πάνω στις οποίες ομονόησαν οι δημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις, διαμορφώνοντας ένα πλαίσιο συνύπαρξης».

Ηδη στον «Πολιτικό» ο Πλάτων περιγράφει την πολιτική ως «υφαντική τέχνη» που συνυφαίνει τη διαφορά ώστε άνθρωποι διαφορετικοί να συμβιώνουν. Σε αυτό το πλαίσιο, η συμφωνία προϋποθέτει τη «συν-αποδοχή» ενός κοινού τόπου. Η εναλλακτική είναι η σύγκρουση, «ο πόλεμος, όπου ο ένας επιδιώκει την εξόντωση του άλλου. Το κοινωνικό συμβόλαιο έρχεται να απαντήσει ακριβώς σε αυτό το θεμελιώδες αίτημα της ανθρώπινης συνθήκης» παρατηρεί ο κ. Κουσούλης.

Στις αρχές του ’80, το «Συμβόλαιο με τον λαό» αποτέλεσε τον κεντρικό πυλώνα της Αλλαγής, υποσχόμενο πρόσβαση στην ευημερία και «κοινωνική κινητικότητα στους μη προνομιούχους», όπως επισημαίνει ο πολιτικός επιστήμονας Γιώργος Σεφερτζής. Παρά ταύτα, η ελληνική πρόσληψη υπήρξε στρεβλή. «Η χώρα δεν προσδέθηκε στο άρμα του Διαφωτισμού», τονίζει ο κ. Σεφερτζής, καθώς δεν υπήρξε «ούτε Διαφωτισμός ούτε αστική επανάσταση ανάλογη της Γαλλικής», με αποτέλεσμα το κοινωνικό συμβόλαιο να ταυτιστεί με το πελατειακό κράτος, τις παροχές και τους διορισμούς.

Στις συμπληγάδες της κρίσης

Για τον Ανδρέα Παπανδρέου, το κοινωνικό συμβόλαιο περνούσε μέσα από τη χαρισματική σχέση ηγέτη και λαού που υποσχόταν «μοίρασμα της πίτας». Με τον Κώστα Σημίτη, το βάρος πέφτει στον εκσυγχρονισμό. Οπως σημειώνει ο κ. Σεφερτζής, «κατά την περίοδο Σημίτη, το κοινωνικό συμβόλαιο συνδέθηκε άμεσα με αυτή την ατζέντα», κάτι που αποτυπώνεται και στα απομνημονεύματα του πρώην πρωθυπουργού, όπου αναγνωρίζει ότι «η στρεβλή ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους ως μηχανισμού παροχών προς ομάδες πολιτικών πελατών είχε οδηγήσει την κοινωνική πολιτική σε αδιέξοδο».

Η πιο δραματική δοκιμασία ήρθε το 2001, με τη μεταρρύθμιση Γιαννίτση. Η κυβέρνηση επιχείρησε να αναθεωρήσει τους όρους της Μεταπολίτευσης, που περιγράφονταν πλέον ως «επαχθείς για τις επόμενες γενιές» και «οικονομικά χρεοκοπημένοι». Οπως εξηγεί ο κ. Κουσούλης, «η ρήξη του κοινωνικού συμβολαίου δεν επέρχεται από ένα και μόνο γεγονός», αλλά αποτελεί αποτέλεσμα «μιας μακράς διαδικασίας διάβρωσης στον χρόνο». Γεγονότα όπως η χρεοκοπία ή το ασφαλιστικό «δεν γεννούν τη ρήξη, αλλά την καθιστούν ορατή». Η μεταρρύθμιση Γιαννίτση υπήρξε «το σημείο όπου κατέρρευσαν συσσωρευμένες προσδοκίες δεκαετιών».

Η χρεοκοπία ως ρήξη

Στα χρόνια της κρίσης, το κοινωνικό συμβόλαιο κατέληξε ένα «πουκάμισο αδειανό». Είχε προηγηθεί η απόπειρα του Κώστα Καραμανλή για «επανίδρυση του κράτους», η οποία όμως δεν απέκτησε βάθος. Κατά τον κ. Σεφερτζή, η έννοια «προϋποθέτει την ύπαρξη ενός ελάχιστου κοινού παρονομαστή», ο οποίος στην Ελλάδα της κρίσης «δεν υπήρχε», καθώς σε συγκρουσιακές πολιτικές κουλτούρες ακυρώνεται «ο ίδιος ο πυρήνας του ως συμβολαίου».

«Η χρεοκοπία δεν ήταν απλώς ένα οικονομικό γεγονός, αλλά η ίδια η αμφισβήτηση του κοινωνικού συμβολαίου» σημειώνει ο κ. Κουσούλης. Πολλοί πολίτες άρχισαν να αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως «ξένο» προς το πολιτικό σύστημα, τροφοδοτώντας μια στάση άρνησης που επιβιώνει μέχρι σήμερα. Ακόμη κι έτσι, το ρητορικό σχήμα επιβίωσε το 2015, όταν ο Αλέξης Τσίπρας εν μέσω διαπραγμάτευσης με την τρόικα μιλούσε για «ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο με την Ευρώπη», ενώ ο Αντώνης Σαμαράς προειδοποιούσε ότι κάθε τέτοια «γέφυρα», όσο κι αν βαφτιστεί «γέφυρα» ή «νέο συμβόλαιο», δεν παύει να είναι «μνημόνιο».

Συνταγματική αναθεώρηση

Σήμερα, με τη δυσπιστία να παγιώνεται δημοσκοπικά, η έννοια επιστρέφει ως ύστατο καταφύγιο. Την ώρα που ο Ευάγγελος Βενιζέλος διαγιγνώσκει τη «διάρρηξη του κοινωνικού συμβολαίου της Μεταπολίτευσης», ο Κυριάκος Μητσοτάκης το θέτει ως κεντρική αναφορά για τη συνταγματική αναθεώρηση.

Ωστόσο, ο κ. Κουσούλης παρατηρεί πως «οι προσεγγίσεις αυτές αρθρώνονται με έναν τρόπο συμβατικό», καθώς «η έννοια του κοινωνικού συμβολαίου έχει φθαρεί» και σήμερα «ακούγεται ύποπτη και κενή». Το ερώτημα της «υπογραφής» προσκρούει στο προαπαιτούμενο της «εμπιστοσύνης». Από την πλευρά του, ο κ. Σεφερτζής επισημαίνει ότι η κυβερνητική εμπειρία της ΝΔ συνιστά μια έμπρακτη «διάψευση», καθώς η «Συμφωνία Αλήθειας» του 2019 αποδείχθηκε «κάθε άλλο παρά κοινωνικό συμβόλαιο. Οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνθηκαν και οι προϋποθέσεις ανόδου των μεσοστρωμάτων εξανεμίστηκαν», σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι «χωρίς κοινωνική κινητικότητα δεν μπορεί καν να τεθεί ζήτημα κοινωνικού συμβολαίου».

Το δυστύχημα των Τεμπών και το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ λειτούργησαν ως καταλύτες, αναδεικνύοντας το βάθος της κοινωνικής ρήξης. Παρά ταύτα, ο κ. Κουσούλης προσεγγίζει το ζήτημα απαισιόδοξα, εκτιμώντας ότι η ελληνική κοινωνία αδυνατεί να σηκώσει το βάρος ενός νέου συμβολαίου, αφού «η συνυπογραφή προϋποθέτει ευθύνη, και αυτή ακριβώς δεν μπορεί να αναληφθεί». Προβλέπει μια πορεία «με αργά βήματα και σε κατεύθυνση οπισθοδρόμησης», έως ότου «αναδυθεί μια νέα πολιτική κρίση» που «φαίνεται ήδη να ωριμάζει».

Για τον κ. Σεφερτζή, η διάρρηξη αυτή δεν συνιστά ελληνική ιδιαιτερότητα. «Η εμπειρία Τραμπ δείχνει ότι περνάμε σε μια λογική όπου κυριαρχεί το δίκαιο της πυγμής· βρισκόμαστε σε καθεστώς φυσικής κατάστασης» παρατηρεί, συνδέοντας την κρίση με την άνοδο της Ακροδεξιάς στη Δύση. Η υπέρβαση απαιτεί την αποκατάσταση του κύρους των θεσμών και τη διαμόρφωση ενός «νέου πολιτικού παραδείγματος» που θα συνομιλεί με την κοινωνία των πολιτών και θα σπάει την ανακύκλωση του παρελθόντος.

Το ερώτημα αν αυτό το «νέο κοινωνικό συμβόλαιο» μπορεί πράγματι να συναφθεί παραμένει μετέωρο. Ως τότε, ο Ρουσό θα συνεχίσει να υφίσταται την κατάχρηση του τίτλου του έργου του.