Υπάρχουν δρόμοι που δεν σε προετοιμάζουν για αυτό που θα συναντήσεις. Δρόμοι όπου ο θόρυβος της πόλης υποχωρεί, σαν να κάνει χώρο σε κάτι άλλο. Για λίγα βήματα, η ένταση πέφτει και οι ήχοι χάνονται, έστω κι αν βρίσκεσαι δυο βήματα από το κέντρο της Αθήνας.
Δίπλα στην πλατεία Αμερικής, ανάμεσα σε πολυκατοικίες που κουβαλούν ιστορίες δεκαετιών και μπαλκόνια που «κοιτάζουν» το ένα μέσα στη ζωή του άλλου, χωρίς ποτέ να συναντιούνται πραγματικά, βρίσκεται ένα μικρό μοναστήρι που δε χτίστηκε για να απομονωθεί από τον κόσμο, αλλά για να ζήσει μέσα του.
Αν προχωρήσεις λίγα βήματα, χωρίς να το καταλάβεις, εμφανίζεται μπροστά σου το εκκλησάκι του Αγίου Ανδρέα. Μικρό, βυζαντινό, σχεδόν αθόρυβο – κι όμως κουβαλά μία από τις πιο σκοτεινές μνήμες της πόλης. Εδώ, σύμφωνα με την παράδοση, βασανίστηκε η Αγία Φιλοθέη.
Η ζωή και η μνήμη της
Η Ρεβούλα Μπενιζέλου, όπως ήταν το κοσμικό της όνομα, γεννήθηκε στην Αθήνα του 16ου αιώνα, γύρω στο 1522, σε μία από τις πιο ισχυρές οικογένειες της εποχής. Η πόλη, που δεν ήταν ακόμη πρωτεύουσα τότε, ζούσε κάτω από τη σκληρή πραγματικότητα της οθωμανικής κυριαρχίας.
Παντρεύτηκε μικρή, χήρεψε νωρίς και επέλεξε έναν δρόμο που δεν ταίριαζε στην εποχή της. Από τα μέσα του 16ου αιώνα και μετά, αφιέρωσε τη ζωή της στην πίστη και κυρίως στους ανθρώπους που δεν είχαν καμία προστασία. Σε γυναίκες και κορίτσια, φτωχούς και αποκλεισμένους, ανθρώπους που αναζητούσαν κάτι στοιχειώδες. Εναν χώρο να σταθούν χωρίς φόβο. Δημιούργησε καταφύγια, οργάνωσε δομές φροντίδας, φρόντισε να απελευθερώνονται γυναίκες από τα χαρέμια, παρενέβη εκεί όπου η κοινωνία γύριζε αλλού το βλέμμα, οργανώνοντας ένα δίκτυο βοήθειας σε μια Αθήνα που επιβίωνε όπως μπορούσε. Η δράση της ενόχλησε.
Τη νύχτα της 2ας προς 3η Οκτωβρίου του 1588, στον Αγιο Ανδρέα, άνδρες την άρπαξαν, τη χτύπησαν άγρια, τη βασάνισαν. Δεν πέθανε εκεί, όμως υπέκυψε λίγους μήνες αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1589, από τα τραύματά της. Η μνήμη της έμεινε στον χώρο, σαν κάτι που δεν έφυγε ποτέ.
Αιώνες μετά, στον ίδιο χώρο όπου μια γυναίκα βασανίστηκε επειδή στάθηκε απέναντι στην εποχή της, μία άλλη γυναίκα, με το ίδιο όνομα, ζει και ηγείται του μικρού μοναστηριού στην καρδιά της Αθήνας.
Η ηγουμένη Φιλοθέη δεν ταιριάζει εύκολα σε αυτό που περιμένεις να δεις. Δεν έχει τη βαριά, αποστασιοποιημένη αυστηρότητα που πολλοί συνδέουν με τον μοναχισμό. Μιλάει σαν άνθρωπος που έχει περάσει από τον κόσμο και δεν τον φοβάται, ίσως γιατί τον έχει διασχίσει.
Κρατώντας τη χαρά ζωντανή
«Εγώ έψαχνα έναν χώρο που να μυρίζει ελευθερία», λέει στο «Β». «Ενα περιβάλλον που να μου κρατά τη χαρά ζωντανή. Αυτό βρήκα εδώ και γι’ αυτό δεν έφυγα ποτέ». Δεν το περιγράφει ως μια απόφαση της στιγμής, αλλά σαν κάτι που μεγάλωσε μέσα της αργά και σταθερά. Μια εσωτερική μετατόπιση που πραγματοποιήθηκε όχι για να αφήσει πίσω της τον κόσμο, μα για να φέρει καθαρά στην επιφάνεια αυτό που ήδη υπήρχε μέσα της.
Ο άνθρωπος που, όπως λέει, της έδειξε αυτόν τον δρόμο ήταν ο γέροντάς της, ο πατέρας Γαβριήλ. «Μας έλεγε κάτι που δεν το ξεχνάω ποτέ» θυμάται. «Στο μοναστήρι μαθαίνεις πράγματα που δεν χωράει ο νους σου. Αν μείνεις σε αυτά που ήδη ξέρεις, αδικείς τον εαυτό σου». Σε εκείνον αποδίδει και την απόφαση να υπάρχει μοναστήρι μέσα στην πόλη. «Το ήθελε πολύ» λέει. «Να υπάρχει ένα μοναστήρι σε αυτό το σημείο, κοντά στους ανθρώπους. Οχι μακριά. Να το νιώθουν δίπλα τους».
Η ίδια δε μεγάλωσε μέσα σε έναν αυστηρά εκκλησιαστικό κόσμο. «Είμαι από μια προσφυγική οικογένεια, πιστή», λέει, «αλλά δεν είχαμε αυτή την καθημερινή σχέση με την Εκκλησία». Υπήρχε σεβασμός, αλλά όχι αυτό που η ίδια περιγράφει ως «ζωντανή εμπειρία». Αυτή την εμπειρία την αναζήτησε μόνη της.
«Από 18 ετών μπήκα στην Εκκλησία πιο συνειδητά» εξηγεί. «Ηθελα κάτι πιο βαθύ. Δεν μου έφτανε να είναι ο Χριστός μόνο Κυριακή ή γιορτές. Ήθελα να είναι στο καθετί». Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή, μια επιλογή που, όπως υπογραμμίζει, δεν ήταν τυχαία. «Το έκανα συνειδητά, με πολύ υψηλή βαθμολογία. Και τελικά αγάπησα τη θεολογία ακόμα περισσότερο όταν τη συνέδεσα με την εκκλησιαστική ζωή. Γιατί οι σπουδές από μόνες τους μπορεί να είναι και “στεγνές” αν δεν τις ζεις».
Σε αντίθεση με πολλές αφηγήσεις μεταστροφής, στην περίπτωση της ηγουμένης Φιλοθέης δεν υπάρχει κάποια δραματική τομή. Η απόφαση για τον μοναχισμό ήρθε ως φυσική συνέχεια στα 24 της. «Δεν ένιωσα ότι άφηνα κάτι πίσω μου» λέει. Δεν υπήρξε ένα «πριν» που εγκαταλείφθηκε και ένα «μετά» που επιβλήθηκε. Κινούνταν, δοκίμαζε, ζούσε κανονικά μέσα στον κόσμο.
«Οδηγούσα και μια μηχανή τότε» λέει σχεδόν χαμογελώντας. «Και οδηγώ ακόμα». Δεν το παρουσιάζει σαν κάτι αντιφατικό. Για εκείνη δεν είναι. «Δεν χρειάζεται να αλλάξεις αυτό που είσαι» εξηγεί. «Απλώς να βρεις πού ανήκεις».
Γι’ αυτό και δεν μιλά για έναν κόσμο που εγκατέλειψε, αλλά για έναν τρόπο να τον δει αλλιώς. Αυτό φαίνεται καθαρά στον τρόπο που περιγράφει την πίστη. «Η πίστη είναι και καταφύγιο και αγώνας» λέει. «Δεν είναι κάτι για να κρυφτείς, αλλά για να αντέξεις». Σταματά για λίγο, σαν να ψάχνει τη σωστή εικόνα. «Οπως όταν ανεβαίνεις ένα βουνό και βρίσκεις μια πηγή, δεν κάθεσαι λίγο να δροσιστείς; Αυτό είναι το καταφύγιο. Αλλά δεν μένεις εκεί, συνεχίζεις τον ανήφορο, τον αγώνα» καταλήγει. «Γιατί το αδιέξοδο του ανθρώπου», λέει χαμηλώνοντας τη φωνή, «είναι η ευκαιρία του Θεού».
Αύξηση των νέων στις εκκλησίες
Ο μοναχισμός, όπως τον περιγράφει η ίδια, δεν είναι άρνηση του κόσμου, αλλά μία άλλη μορφή συμμετοχής σε αυτόν. Χωρίς ιδιοκτησία, χωρίς αποκλεισμούς, χωρίς την ανάγκη να κρατήσεις κάτι μόνο για τον εαυτό σου. Οπως λέει, τα τελευταία χρόνια βλέπει όλο και περισσότερους ανθρώπους να περνούν την πόρτα του μοναστηριού. «Ερχονται πολλά νέα παιδιά» αποκαλύπτει. «Πάρα πολλά. Παιδιά που δεν είχαν καμία σχέση με την Εκκλησία πριν. Και όλα τους κάτι αναζητούν. Μια ανάγκη για νόημα που δεν χωρά εύκολα στις λέξεις της εποχής».
Ανάμεσα στον θόρυβο της πόλης και τη σιωπή ενός μικρού μοναστηριού στο κέντρο της, η ηγουμένη Φιλοθέη της Ιεράς Μονής Παναγίας των Βρυούλων δεν δίνει έτοιμες απαντήσεις. Επιστρέφει στα ίδια ερωτήματα ξανά και ξανά. Τι κάνεις με τη ζωή σου όταν σταματάς να τρέχεις; Και, κυρίως, τι μένει όταν όλα τα υπόλοιπα φύγουν…





