Οταν ο βρετανός πρωθυπουργός Νέβιλ Τσάμπερλεν αποφάσισε να διαπραγματευθεί με τον Χίτλερ, αποδεχόμενος την παραχώρηση της Σουδητίας – τμήματος της τότε Τσεχοσλοβακίας – στη Γερμανία, είχε ευγενή κίνητρα. Η Συμφωνία του Μονάχου οικοδομήθηκε πάνω στην αυταπάτη ότι ο κατευνασμός μπορεί να περιορίσει τον αναθεωρητισμό και να αποτρέψει την κλιμάκωση των επιθετικών σχεδίων του Χίτλερ και της αναζήτησης ζωτικού χώρου (Lebensraum). Η εκτίμησή του δεν επιβεβαιώθηκε.

Ο Τσόρτσιλ διέβλεψε τον κίνδυνο και επεδίωξε να οικοδομήσει συνασπισμούς στη βάση ελάχιστων κοινών συμφερόντων και ρεαλιστικών προσδοκιών. Διεύρυνε τη διεθνή εμπλοκή – επιμένοντας εξ αρχής στην κινητοποίηση των ΗΠΑ – ενώ ταυτόχρονα επένδυσε στην εσωτερική ισχύ της Μεγάλης Βρετανίας: ενίσχυση της αμυντικής παραγωγής, θωράκιση της πολιτικής προστασίας, ενεργοποίηση της πολιτικής εφεδρείας, ενδυνάμωση της εγχώριας οικονομίας.

Εγινε έτσι ο πατέρας της νίκης, μέσα από την αντίσταση στη δύναμη του ισχυρού.

Ο πρωθυπουργός του Καναδά, Μαρκ Κάρνεϊ, στην ομιλία του στο Νταβός στις 20/1/26, προφανώς επηρεασμένος από την παρακαταθήκη του Τσόρτσιλ, υιοθέτησε μια στρατηγική που συνδύαζε τη «δύναμη των αξιών» με την «αξία της δύναμης». Περιέγραψε μια στρατηγική συλλογικής επίλυσης διαφορών, ικανή να απαντήσει στη συναλλακτική θεώρηση των διεθνών σχέσεων και την εκμετάλλευση της οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος ως εργαλείου εξαναγκασμού των πιο αδύναμων από τους πιο ισχυρούς.

Η στρατηγική του Κάρνεϊ συνοψίζεται ως «πραγματισμός βασισμένος σε αξίες»: υπεράσπιση θεμελιωδών αρχών – σεβασμός της εθνικής κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας, προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, απόρριψη της χρήσης βίας ή της απειλής χρήσης βίας – σε συνδυασμό με νηφάλια αποδοχή της πραγματικότητας: της σταδιακής προόδου στην επίλυση σύνθετων προβλημάτων, των αποκλινόντων συμφερόντων και του γεγονότος ότι δεν μοιράζονται όλα τα κράτη τις ίδιες αξίες. Πρόκειται για έναν ρεαλισμό που δεν εγκαταλείπει το αξιακό και κανονιστικό του έρεισμα.

Η ομιλία του σηματοδοτεί μια ηχηρή αμφισβήτηση της πολιτικής κατευνασμού απέναντι στη διοίκηση Tραμπ, που συμπυκνώθηκε στη φράση του Κάρνεϊ «η υποταγή δεν εξασφαλίζει την ασφάλεια». Μια φράση που λειτουργεί ως ευθεία προειδοποίηση, ιδίως για την Ευρώπη.

Ο Κάρνεϊ προτείνει τον «τρίτο δρόμο». Οχι διαγκωνισμός για την εύνοια του ισχυρού, αλλά ούτε και αποδοχή της υποταγής μέσω της υποχωρητικότητας. Οι μεσαίες δυνάμεις οφείλουν να «ζήσουν την αλήθεια»: να αποτιμήσουν την πραγματικότητα όπως είναι, να οικοδομήσουν στοχευμένες συμφωνίες και συμμαχίες – αυτό που ο ίδιος περιγράφει ως διεθνή διαφοροποίηση – και να χτίσουν τη δύναμή τους, οικονομική και στρατιωτική, στο εσωτερικό.

Ο Κάρνεϊ έστειλε σαφές μήνυμα κάνοντας τρεις κινήσεις: Πήγε στην Κίνα και έκλεισε μια συμφωνία με τον πρόεδρο Σι, χωρίς αυτή να αποτελεί συμφωνία ελεύθερου εμπορίου. Εχοντας κλείσει τη συμφωνία με την Κίνα, παρουσίασε στο Νταβός την οικονομική ισχύ του Καναδά επισημαίνοντας ότι διαθέτει πετρέλαιο και ορυκτά – που είναι αγαθά που χρειάζεται η Κίνα. Και έστειλε ένα μήνυμα στις «μεσαίες» χώρες, πρωτίστως τις ευρωπαϊκές αλλά και χώρες στη Λατινική Αμερική και την Ασία, προτρέποντάς τις να συνεργαστούν.

Ταυτόχρονα, προσέδωσε στην πρότασή του ιδεολογικό υπόβαθρο, προτάσσοντας τις αξίες που διέπουν το διεθνές δίκαιο.

Για την Ευρωπαϊκή Ενωση το μήνυμα είναι σαφές. Οφείλει να διαμορφώσει μια ενιαία διαπραγματευτική γραμμή για όλα τα μέλη, συνεπή με τις  βασισμένες στην τήρηση του διεθνούς δικαίου αρχές της. Ταυτόχρονα πρέπει να εκμεταλλευτεί την οικονομική ισχύ της, καθώς αποτελεί μια αγορά 350 εκατομμυρίων και διαθέτει προϊόντα με παγκόσμια ζήτηση. Αυτά την καθιστούν περιζήτητο εμπορικό εταίρο και της επιτρέπουν να κλείνει νέες συμφωνίες με υπερδυνάμεις.

Οι πρόσφατες εμπορικές συμφωνίες της Ευρώπης με την Ινδία και του Καναδά με την Κίνα είναι προφανές ότι είχαν ευρύτερη πολιτική επιρροή. Το δε γεγονός ότι η Ευρώπη διακρατεί μεγάλης αξίας αμερικανικά ομόλογα, το ενδεχόμενο πώλησης των οποίων θα είχε σοβαρό αντίκτυπο στην αμερικανική οικονομία, αποτελεί μια κρίσιμη παράμετρο αύξησης της ισχύος της.

Απέναντι στις γεωπολιτικές και οικονομικές προκλήσεις που θέτει η διοίκηση Tραμπ, ο στρατηγικός αναπροσανατολισμός της ΕΕ στη βάση του «πραγματισμού με αξίες» δεν είναι επιλογή πολυτέλειας. Είναι όρος ασφάλειας και επιβίωσης.

Η κυρία Μιλένα Αποστολάκη είναι βουλευτής του ΠαΣοΚ.