Στα τέλη του 2025 η διοίκηση μιας από τις μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας πραγματοποίησε εσωτερική έρευνα προκειμένου να καταγράψει τις διαθέσεις των υπαλλήλων της. Ρωτήθηκαν οι τραπεζοϋπάλληλοι, να δηλώσουν ανώνυμα βεβαίως, αν και κατά πόσο είναι ικανοποιημένοι από την απασχόλησή τους στο πιστωτικό ίδρυμα, αν εκτιμούν τη δουλειά τους, αν αισθάνονται ασφαλείς για τη θέση εργασίας, αν πιστεύουν ότι η Τράπεζα έχει μέλλον στο περιβάλλον εντεινόμενου ανταγωνισμού που λειτουργεί και τέλος να απαντήσουν αν είναι ευχαριστημένοι από τις αμοιβές που λαμβάνουν.

Οι απαντήσεις ήταν πολλές και διαφορετικές, αντανακλώντας σε μεγάλο βαθμό τη θέση, τον βαθμό και τον ρόλο του καθενός και της καθεμιάς στην τράπεζα. Στη μόνη ερώτηση που οι υπάλληλοι έδωσαν ταυτόσημες απαντήσεις ήταν για τις αμοιβές. Σχεδόν το σύνολο των υπαλλήλων, ανεξαρτήτως θέσης και ύψους μισθού, απάντησε ότι οι αμοιβές είναι φτωχές, ότι τα λεφτά δεν αρκούν, δεν φτάνουν για την κάλυψη του πλήθους των σύγχρονων αναγκών. Περιττό να σημειώσουμε ότι οι τραπεζοϋπάλληλοι είναι βάσει στοιχείων και επίσημων στατιστικών οι καλύτερα αμειβόμενοι εργαζόμενοι στην Ελλάδα, με μέσες αμοιβές κοντά στις 2.500 ευρώ ανά υπάλληλο.

Αν λοιπόν στους τραπεζοϋπαλλήλους, στους πιο καλοπληρωμένους εργαζόμενους της χώρας, επικρατεί το αίσθημα ότι οι αμοιβές είναι λειψές και ότι τα λεφτά δεν φθάνουν για μια αξιοπρεπή ζωή, μπορεί να φανταστεί κανείς ποια είναι τα αισθήματα που επικρατούν στους εργαζόμενους οι οποίοι απασχολούνται σε άλλους κλάδους, λιγότερο ελκυστικούς ή σε δραστηριότητες ταπεινές.

Τα αποτελέσματα της έρευνας επιβεβαιώνουν, αν μη τι άλλο, το γενικευμένο αίσθημα της λεγόμενης «υποκειμενικής φτώχειας» που επικρατεί στην ελληνική κοινωνία και δημιουργεί την πεποίθηση ότι οι περισσότεροι Ελληνες είναι φτωχοί.

Η συσσωρευμένη ακρίβεια των τελευταίων χρόνων δικαιολογεί το αίσθημα αυτό στους χαμηλόμισθους εργαζόμενους και στους χαμηλοσυνταξιούχους. Και στους υποαμειβόμενους νέους βεβαίως. Από εκεί και πάνω είναι το επίπεδο των αναγκών και το απαιτητικό μοντέλο της σύγχρονης αστικής ζωής που τροφοδοτεί αυτό το αίσθημα.

Τα νέα ζευγάρια για παράδειγμα δεν μπορούν να συμβιβαστούν με ένα σπίτι «καμαρούλα μια σταλιά…», ούτε με έναν υποβαθμισμένο παιδικό σταθμό ή με ελεύθερο χρόνο των μεγαλύτερων παιδιών χωρίς ξένες γλώσσες, καλλιτεχνικές ή αθλητικές δραστηριότητες. Για να μη μιλήσουμε για τις προσωπικές ανάγκες των ίδιων των νέων γονιών για θεάματα, αναψυχή και εξόδους, η ικανοποίηση των οποίων μπορεί να συνθέτει αυτό που οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται ως καλή και ευχάριστη ζωή.

Οταν λοιπόν ζεις σε ένα εισοδηματικό σχήμα περιορισμού των σύγχρονων αναγκών, αυτομάτως γεννάται το αίσθημα της φτώχειας. Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν η ζωή μας περιβάλλεται ή καλύτερα βομβαρδίζεται από άπειρες εικόνες και προβολές προκλητικά δαπανηρής ζωής, μέσω των social media και των ψηφιακών μέσων.

Αν λοιπόν το αίσθημα της φτώχειας είναι κυρίαρχο στον ελληνικό λαό, εύλογα τίθεται το ερώτημα πώς θα τοποθετηθούν οι ψηφοφόροι απέναντι κατ’ αρχήν στην επτάχρονη πια διακυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη και απέναντι στα πολλά σχήματα της αντιπολίτευσης, τα οποία επικρίνουν τις τρέχουσες πολιτικές αλλά δεν δύνανται να εγγυηθούν καλύτερες επιδόσεις με μια άλλη πορεία και πολιτική.

Κακά τα ψέματα, τα κόμματα της αντιπολίτευσης είναι ελλειμματικά. Καταγγέλλουν την κυβερνητική πολιτική, αλλά δεν αντιτάσσουν αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση καλύτερης ζωής. Ουσιαστικά δεν έχουν το σχέδιο, ούτε είναι σε θέση να εγγυηθούν πολιτικές εισοδηματικής προόδου και ανάπτυξης που θα ικανοποιούν τις προσδοκίες της πλειονότητας των πολιτών. Και όσο αυτό δεν γίνεται, ο Μητσοτάκης θα διατηρεί ισχυρές τις πιθανότητες μιας τρίτης θητείας.