Λίγες ημέρες προτού αλλάξει ο χρόνος διέσχιζα τη λαϊκή αγορά που έχω κάθε εβδομάδα στη γειτονιά μου. Σε μια γωνιά δύο γυναίκες μού έκλειναν τον δρόμο. Είχαν σταματήσει, καταλάμβαναν όλο το πεζοδρόμιο, με ένα καρότσι γεμάτο ζαρζαβατικά η καθεμία, και συζητούσαν. Η μία μαυροντυμένη, με χαραγμένη στο πρόσωπό της τη θλίψη ενός πρόσφατου πένθους.

Προσπερνώντας άκουσα την άλλη, πολύ μεγαλύτερη σε ηλικία, να της λέει: «Οση στενοχώρια και αν έχεις, θα κοιτάξεις μπροστά γιατί υπάρχουν και άλλοι που περιμένουν από εσένα. Και γιατί έτσι είναι η ζωή!».

Η φωνή της ήταν σταθερή, όχι σκληρή, αλλά με εκείνη τη δωρικότητα που αποκτούν οι άνθρωποι που έχουν περάσει μέσα από πολλές φουρτούνες. Δεν άκουσα τι άλλο της είπε, ούτε πώς αντέδρασε η μαυροντυμένη γυναίκα.

Η συνέχεια της συζήτησής τους χάθηκε στο θορυβώδες κάλεσμα των μανάβηδων. Ομως, αυτό το «γιατί έτσι είναι η ζωή» συνέχισε να με ακολουθεί ακόμα και όταν είχα απομακρυνθεί αρκετά. Σαν να είχε γαντζωθεί στο μυαλό μου και να μου ζητούσε να το ξανασκεφτώ.

Να αναλογιστώ πόσο στενόχωρες και αισιόδοξες την ίδια στιγμή μπορούν να γίνουν πέντε μικρές, συνηθισμένες λέξεις, τοποθετημένες η μία δίπλα στην άλλη. Και πόση σοφία μπορεί να κρύβουν, αυτή την ταπεινή, την καθημερινή σοφία που γεννιέται ακόμα και μέσα σε λαϊκές αγορές, στις κουβέντες που γίνονται δίπλα σε καρότσια με μαρούλια και λεμόνια.

Επαιξε ρόλο βεβαίως και η στιγμή για τον αντίκτυπο που είχαν αυτά τα λόγια στην καρδιά μου.

Το 2026 κατέφθανε από στιγμή σε στιγμή, και εμένα, όπως κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, με είχε κατακλύσει η γνώριμη γλυκόπικρη αίσθηση του αποχαιρετισμού αλλά και της, δεν θα πω «νέας αρχής» – γιατί πόσες νέες αρχές θα κάνω στην ηλικία που έφτασα; –, αλλά της «νέας συνέχειας». Μιας ακόμη νέας συνέχειας.

Ετσι είναι η ζωή: σκληρή και τρυφερή, άγρια και συμπονετική, ικανή να μας λυγίσει και την ίδια στιγμή να μας δώσει ένα χέρι να σηκωθούμε. Με επηρέασε η εικόνα της ηλικιωμένης γυναίκας και κυρίως ο απλός τρόπος με τον οποίο την άκουσα, μέσα σε ένα τόσο συνηθισμένο σκηνικό, να μας υπενθυμίζει πως τελικά όλοι μας ζούμε κουβαλώντας απώλειες.

Αλλά και πως συνεχίζουμε να περπατάμε μέσα στο πλήθος, να διαλέγουμε πορτοκάλια και λεμόνια, να λέμε μια κουβέντα παρηγοριάς σε γνωστούς και φίλους που συναντούμε, κυρίως να ψάχνουμε τρόπους να παραμένουμε όρθιοι και ενεργοί.

«Οταν η ζωή σού δίνει λεμόνια, φτιάξε λεμονάδα» έλεγε η παροιμιώδης φράση που αποδίδεται στον συγγραφέα Ελμπερτ Χάμπαρντ. Δεδομένου ότι δεν μπορούμε να αποφύγουμε το ξινό (και το πικρό, το άνοστο, το κακόγευστο), το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι προσπαθήσουμε να το συνηθίσουμε ή και να το εξωραΐσουμε.

Ετσι θα προχωρήσουμε και στη νέα χρονιά, όχι επειδή δεν ανησυχούμε, δεν φοβόμαστε ή δεν πονάμε, αλλά επειδή μέσα στην κοινή μας εύθραυστη πορεία, μικρές κουβέντες αλλά και μικρά θαύματα (συμβαίνουν και αυτά), θα μας βοηθήσουν να φτιάξουμε τη νέα συνέχεια. Ευτυχισμένο το 2026 που μόλις ξεκίνησε, λοιπόν, με αντοχές και πολλή ελπίδα!