Οι προσφάτως εκφρασθείσες γεωπολιτικές επιδιώξεις του προέδρου Τραμπ στη Γροιλανδία και η συνακόλουθη επαναφορά της απειλής δασμών σε ευρωπαϊκά προϊόντα, αν η ΕΕ αποφασίσει να σταθεί εμπόδιο στα σχέδιά του, έφεραν εκ νέου στο προσκήνιο το σενάριο ενεργοποίησης ενός μέχρι σήμερα θεωρητικού εργαλείου των Βρυξελλών, του αποκαλούμενου και ως ευρωπαϊκού «εμπορικού μπαζούκας»: του Κανονισμού 2023/2675 για την προστασία έναντι του οικονομικού εξαναγκασμού.

Πρόκειται για τον πλέον πρόσφατο μηχανισμό άμυνας της ΕΕ έναντι των ολοένα αυξανόμενων φαινομένων χρήσης της οικονομικής ισχύος ως μέσου γεωπολιτικού εξαναγκασμού.

Στόχος του, διττός: αφενός να επιτρέπει στην ΕΕ να αντιδρά αποτελεσματικά και συντονισμένα όταν τρίτες χώρες εφαρμόζουν ή απειλούν με μέτρα που επηρεάζουν το ενωσιακό εμπόριο ή τις επενδύσεις για να εξαναγκάσουν την ΕΕ ή τα κράτη-μέλη της σε συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές· αφετέρου, να λειτουργήσει ως μηχανισμός αποτροπής, με μόνη την απειλή ενεργοποίησής του να θεωρείται ικανή να προλαμβάνει πρακτικές οικονομικού καταναγκασμού εν τη γενέσει τους.

Η ενεργοποίηση του νέου μηχανισμού γίνεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία, εφόσον αξιολογήσει τα (επαπειλούμενα) μέτρα της τρίτης χώρας ως οικονομικού καταναγκασμού, προτείνει στο Συμβούλιο της ΕΕ την έκδοση σχετικής εκτελεστικής πράξης.

Μέσω αυτής το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με αυξημένη πλειοψηφία, εξουσιοδοτεί την Επιτροπή αφενός να διαβουλευθεί με την εκάστοτε τρίτη χώρα για την άρση των μέτρων, αφετέρου να προχωρήσει στη λήψη κατάλληλων αντιμέτρων, αν οι διαβουλεύσεις καθυστερούν ή αποτύχουν.

Τα αντίμετρα αυτά, η επιλογή των οποίων επαφίεται στην Επιτροπή, είναι ευρείας εμβέλειας: από την επιβολή αυξημένων δασμών και περιορισμών στο εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών, μέχρι την επιβολή περιορισμών στην πρόσβαση ξένων επενδύσεων στην ευρωπαϊκή αγορά ή τις δημόσιες συμβάσεις της ΕΕ.

Η υπόθεση της Γροιλανδίας θα μπορούσε να αποτελέσει χαρακτηριστική περίπτωση παρθενικής δοκιμασίας του νέου κανονιστικού οπλοστασίου της Ενωσης. Πιθανή ενεργοποίηση του Κανονισμού κατά των ΗΠΑ θα σήμαινε κάτι πολύ περισσότερο από μια τεχνική εμπορική διαμάχη: θα αποτύπωνε την ετοιμότητα της ΕΕ να χρησιμοποιήσει τη συλλογική της οικονομική ισχύ για την υπεράσπιση της στρατηγικής της αυτονομίας και, εμμέσως, της εδαφικής της ακεραιότητας. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και το πραγματικό διακύβευμα.

Ο Κανονισμός 2023/2675 δεν είναι απλώς ένα εργαλείο αντίδρασης· είναι ένα τεστ πολιτικής βούλησης. Αν η ΕΕ διστάσει να τον ενεργοποιήσει όταν ο οικονομικός εξαναγκασμός προέρχεται από ισχυρούς εταίρους και όχι από «εύκολους στόχους», το μήνυμα προς το διεθνές σύστημα θα είναι σαφές: η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία παραμένει περισσότερο φιλοδοξία παρά πραγματικότητα.

Αντιθέτως, η αποφασιστική χρήση του μηχανισμού θα σηματοδοτούσε μια θεμελιώδη μετατόπιση στη γεωπολιτική αυτοαντίληψη της ΕΕ: από κανονιστική δύναμη που αντιδρά εκ των υστέρων σε γεωοικονομικό δρώντα που θέτει κόκκινες γραμμές και τις υπερασπίζεται. Το ερώτημα, συνεπώς, είναι αν η ΕΕ είναι πολιτικά έτοιμη να αποδεχθεί το κόστος της ισχύος που η ίδια διεκδίκησε. Γιατί, σε έναν κόσμο όπου το εμπόριο έχει μετατραπεί σε όπλο, η ουδετερότητα δεν είναι πλέον επιλογή – είναι αδυναμία.

Η κυρία Κωνσταντίνα Γεωργάκη είναι ΔΝ του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, επίκουρη καθηγήτρια Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ.