Οι αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις στο Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου ανέτρεψαν τις περιφερειακές ισορροπίες. Οι συνέπειές τους υπερβαίνουν κατά πολύ το ερώτημα τι μέλλει γενέσθαι στην Τεχεράνη. Τα άμεσα ζητήματα αφορούν την περαιτέρω κλιμάκωση, τα αντίποινα, την επιβίωση ή μη του καθεστώτος και το μέλλον του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Οι δευτερογενείς επιπτώσεις, όμως, ενδέχεται να αποδειχθούν εξίσου σημαντικές. Μία από αυτές αφορά την Τουρκία, της οποίας το γεωπολιτικό αποτύπωμα αναμένεται να αυξηθεί. Στη γεωπολιτική, όταν ένας πόλος ισχύος αποδυναμώνεται, η σχετική αξία των υπολοίπων αυξάνεται.

Καθώς η ικανότητα του Ιράν να προβάλλει ισχύ μέσω του δικτύου αντιπροσώπων του στο Ιράκ, τη Συρία, τον Λίβανο και την Υεμένη φθίνει, η Τουρκία καθίσταται – λόγω γεωγραφίας, στρατιωτικής ισχύος και συμμετοχής στο ΝΑΤΟ – η ισχυρότερη μη αραβική μουσουλμανική δύναμη με επιρροή σε πολλαπλά μέτωπα: Μέση Ανατολή, Ανατολική Μεσόγειο, Καύκασο, Εύξεινο Πόντο, Περσικό Κόλπο, Κεντρική Ασία και Βόρεια Αφρική. Η τουρκική εξωτερική πολιτική των τελευταίων δύο δεκαετιών επιδιώκει με συνέπεια να μετατρέπει κάθε γεωπολιτική αναταραχή σε διαπραγματευτικό πλεονέκτημα. Η παρούσα συγκυρία δεν αποτελεί εξαίρεση.

Η διπλωματία της Αγκυρας είναι πολυεπίπεδη. Η θεωρητική της αφετηρία διατυπώθηκε από τον πρώην υπουργό Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου με τη θεωρία του «στρατηγικού βάθους». Παρά τη μετέπειτα προσωπική τους ρήξη, ο πρόεδρος Ερντογάν εφαρμόζει τον πυρήνα αυτής της στρατηγικής επί δύο δεκαετίες: η Τουρκία αξιοποιεί τη γεωγραφική της θέση ως πολλαπλασιαστή ισχύος και συνομιλεί ταυτόχρονα με όλα τα παγκόσμια και περιφερειακά κέντρα ισχύος.

Συγκεκριμένα, στην Ουάσιγκτον προβάλλεται ως αναντικατάστατος σύμμαχος που συμβάλλει στην περιφερειακή σταθερότητα, διαθέτει τη βάση του Ιντσιρλίκ, ελέγχει την πρόσβαση στον Εύξεινο Πόντο μέσω των Στενών και διατηρεί έναν από τους μεγαλύτερους στρατούς του ΝΑΤΟ. Στην Ευρώπη προβάλλεται ως ανάχωμα στις μεταναστευτικές ροές και κρίσιμος εταίρος στη διαχείριση των εξωτερικών συνόρων. Στη Ρωσία λειτουργεί ως ενεργειακός κόμβος και εμπορική διέξοδος σε συνθήκες δυτικών κυρώσεων. Στην Κίνα εμφανίζεται ως ο ακρογωνιαίος λίθος του «Μεσαίου Διαδρόμου» που συνδέει Ασία και Ευρώπη. Στις μοναρχίες του Κόλπου παρουσιάζεται ως εγγυητής διαχείρισης του πολιτικού Ισλάμ, προσφέροντας ταυτόχρονα αμυντική συνεργασία και επενδυτικές προοπτικές. Η ικανότητα να διατηρεί λειτουργικές σχέσεις με όλους – χωρίς να ταυτίζεται πλήρως με κανέναν – αποτελεί την ουσία της τουρκικής διπλωματικής τέχνης.

Για τέσσερις δεκαετίες το Ιράν τοποθετούσε εαυτόν στο επίκεντρο της «αντίστασης» απέναντι στο Ισραήλ, στην αμερικανική πρωτοκαθεδρία και στα φιλοδυτικά αραβικά καθεστώτα. Οι πρόσφατες επιθέσεις δεν εξαφάνισαν το αφήγημα αυτό· αποδυνάμωσαν, όμως, τον βασικό του εκφραστή. Το κενό αυτό σπεύδει να καλύψει η Αγκυρα, επιδιώκοντας ηγετικό ρόλο στον ευρύτερο μουσουλμανικό κόσμο – κάτι που είχε κατορθώσει ο αιγύπτιος πρόεδρος Νάσερ τη δεκαετία του 1950.

Ο πρόεδρος Ερντογάν εδώ και χρόνια απευθύνεται σε ένα ακροατήριο που υπερβαίνει τα τουρκικά σύνορα. Μέσω θρησκευτικής διπλωματίας, δικτύων μέσων ενημέρωσης και ιδεολογικής συγγένειας με κινήματα όπως η Μουσουλμανική Αδελφότητα, η Τουρκία έχει οικοδομήσει εκτεταμένη επικοινωνιακή επιρροή στον σουνιτικό κόσμο. Η οξύτατη ρητορική κατά των ισραηλινών επιχειρήσεων στη Γάζα και η καταδίκη των επιθέσεων κατά του Ιράν ενισχύουν αυτή την εικόνα. Η υποτιθέμενη «ηθική στάση» μετατρέπεται έτσι σε πολιτικό κεφάλαιο. Ταυτόχρονα, παρά τους αντιδυτικούς θεατρινισμούς, η Τουρκία παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ και βαθιά διασυνδεδεμένη με τις δυτικές αγορές.

Η διττή αυτή στάση – ρητορική οξύτητα και realpolitik – ορίζει τη σύγχρονη τουρκική στρατηγική. Μετά τις 28 Φεβρουαρίου, η διατήρηση αυτής της ισορροπίας καθίσταται ακόμη πιο πολύτιμη. Η περιφερειακή αστάθεια προσφέρει τεράστια περιθώρια μόχλευσης. Η εξασθένηση του Ιράν, ωστόσο, δεν αναβαθμίζει απλώς τη θέση της Τουρκίας έναντι της Δύσης. Οξύνει ταυτόχρονα τον ανταγωνισμό με το Ισραήλ. Η Συρία αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό πεδίο. Μετά την πτώση του καθεστώτος Ασαντ, η Αγκυρα ελέγχει πλήρως την κυβέρνηση στη Δαμασκό ενώ ταυτόχρονα διατηρεί σημαντική στρατιωτική παρουσία στη βόρεια Συρία. Το Ισραήλ, από την πλευρά του, επιδιώκει να αποτρέψει την παγίωση τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας κοντά στα σύνορά του. Εχει διαμορφωθεί έτσι ένας εύθραυστος μηχανισμός αποφυγής σύγκρουσης μεταξύ δύο κρατών που αλληλοϋπονομεύονται, χωρίς όμως να επιθυμούν ανοιχτή αντιπαράθεση – εμφανώς, τουλάχιστον προς το παρόν.

Η Ιερουσαλήμ συνέβαλε καθοριστικά στη διάβρωση της ιρανικής επιρροής στη Συρία. Δεν είναι, όμως, διατεθειμένη να αποδεχθεί μακροπρόθεσμα αντικατάσταση του Ιράν από την Τουρκία. Στο ισραηλινό στρατηγικό κατεστημένο προκαλεί ανησυχία το διευρυνόμενο τουρκικό αποτύπωμα: στρατιωτική παρουσία στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου και τη βόρεια Συρία, βάση στο Κατάρ, στρατιωτικές εγκαταστάσεις στη Σομαλία, ισχυρή παρουσία στη δυτική Λιβύη. Η Τουρκία με το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» προβάλλει αξιώσεις θαλάσσιου ελέγχου στην Ανατολική Μεσόγειο, επηρεάζοντας τις ενεργειακές και εμπορικές διασυνδέσεις του Ισραήλ με τη Δύση. Το γεωγραφικό αυτό τόξο δημιουργεί στο Ισραήλ την αίσθηση στρατηγικής περικύκλωσης. Ο ανταγωνισμός των δύο αυτών χωρών είναι, συνεπώς, δομικός και όχι απλώς ρητορικός.

Πέραν της Μέσης Ανατολής, οι επιπτώσεις της ιρανικής κρίσης εκτείνονται στην Κεντρική Ασία. Η Αγκυρα καλλιεργεί εδώ και χρόνια πολιτιστικούς και γλωσσικούς δεσμούς με τις τουρκόφωνες δημοκρατίες μέσω του Οργανισμού Τουρκικών Κρατών, εκπαιδευτικών δικτύων και προμηθειών αμυντικού εξοπλισμού. Το Αζερμπαϊτζάν ειδικότερα αποτελεί τον κρίσιμο κόμβο αυτής της αρχιτεκτονικής. Οι επιτυχίες του στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ το 2020 και το 2023, η στενή σύνδεσή του με την Αγκυρα και ο ρόλος του ως διαμετακομιστικός κόμβος στην Κασπία ενισχύουν τη γεωπολιτική θέση της Τουρκίας. Η διαμάχη για τον διάδρομο Ζαγκεζούρ (στον οποίο το Ιράν αντιτασσόταν σθεναρά) αποκτά νέα δυναμική καθώς τόσο η Τεχεράνη όσο και η Μόσχα είναι πλέον αποδυναμωμένες. Το στοίχημα της Τουρκίας για την επόμενη δεκαετία είναι να μπει στο «μεγάλο παιχνίδι» ελέγχου της Κεντρικής Ασίας.

Η πυρηνική διάσταση προσθέτει περαιτέρω πολυπλοκότητα. Ακόμη και αν το ιρανικό πρόγραμμα έχει υποστεί σοβαρές ζημιές, η αβεβαιότητα παραμένει. Η μεταφορά δραστηριοτήτων βαθύτερα στο υπέδαφος ή η ανασυγκρότηση υπό χαλαρότερη επιτήρηση αυξάνει την αδιαφάνεια. Για την Τουρκία, η πυρηνική ασυμμετρία – ιδίως έναντι του Ισραήλ – δεν είναι αποδεκτή. Η σαουδαραβική παράμετρος περιπλέκει περαιτέρω το τοπίο.

Η Αγκυρα δεν φαίνεται να επιδιώκει άμεσα την απόκτηση πυρηνικών όπλων. Επενδύει, όμως, στην πυρηνική ενέργεια, ενισχύει το πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων και διευρύνει την πυρηνική συνεργασία με το Πακιστάν. Η λογική της «στρατηγικής αντιστάθμισης» είναι εμφανής. Παραδόξως, οι επιθέσεις που στόχευαν να περιορίσουν την πυρηνική διάδοση ενδέχεται να ενισχύσουν τα κίνητρα δημιουργίας πυρηνικής επιλογής στην περιοχή.

Η ευκαιρία, όμως, εμπεριέχει κινδύνους. Μια ενδεχόμενη αποσταθεροποίηση ή κατάρρευση της κρατικής οντότητας του Ιράν θα μπορούσε να προκαλέσει αλυσιδωτές επιπτώσεις στα ανατολικά σύνορα της Τουρκίας: προσφυγικές ροές, παράνομα δίκτυα, ενίσχυση ένοπλων ομάδων, τρομοκρατία, αναζωπύρωση του κουρδικού ζητήματος. Παράλληλα, αυστηρότερη εφαρμογή κυρώσεων κατά Ιράν και Ρωσίας θα περιόριζε τα περιθώρια διπλωματικών ελιγμών και τα οικονομικά οφέλη της Αγκυρας. Ταυτόχρονα οικοδομούνται αντίρροπες συμμαχίες. Η Αγκυρα βλέπει στον άξονα Ισραήλ, ΗΑΕ, Ελλάδας, Κύπρου και Ινδίας προσπάθεια περικύκλωσής της.

Η Τουρκία βαδίζει σε τεντωμένο σκοινί. Το βέλτιστο σενάριο για την Αγκυρα δεν είναι η κατάρρευση της κρατικής οντότητας του Ιράν, αλλά η ελεγχόμενη αποδυνάμωσή του: αρκετή ώστε να αυξάνει τη στρατηγική της αξία, όχι όμως τόσο ώστε να παράγει χάος.

Σε περιόδους αναταραχής αναζητούμε νικητές και ηττημένους. Το Ισραήλ και η Τουρκία εμφανίζονται ως οι άμεσοι ωφελημένοι από την εξασθένηση του Ιράν. Στη γεωπολιτική, όμως, το πλεονέκτημα σπάνια είναι μόνιμο. Το γεωπολιτικό αποτύπωμα της Τουρκίας διευρύνθηκε. Μαζί του διευρύνθηκε και η έκθεσή της. Τα περιθώρια λάθους στενεύουν. Η παγίδα για την Αγκυρα είναι να θέσει ως στόχο την περιφερειακή ηγεμονία, πράγμα που υπερβαίνει τις δυνατότητές της.​​​​​​​​​​​​​​​​

Ο κ. Αθανάσιος Πλατιάς είναι ομότιμος καθηγητής Στρατηγικής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και πρόεδρος στο Συμβούλιο Διεθνών Σχέσεων.