Το να ζει κανείς στον σύγχρονο δυτικό κόσμο σημαίνει να εκτελεί μια διαρκή ακροβασία, και αυτό γίνεται αισθητό όχι τόσο στη θεωρία όσο σε περαστικές στιγμές. Μπαίνω στο πρωινό τρένο και μια γυναίκα με καλοραμμένο παλτό σκρολάρει ειδήσεις για μια μακρινή καταστροφή κάπου στον κόσμο, ενώ ταυτόχρονα βάζει μια υπενθύμιση στο ημερολόγιό της για μάθημα γιόγκα (ε, ναι, κρυφοκοίταξα λίγο). Το πρόσωπό της δεν εκφράζει ούτε υποκρισία ούτε σκληρότητα – μόνο αποτελεσματικότητα. Εχει μάθει, όπως όλοι, να συγκρατεί ασύμβατες πραγματικότητες χωρίς να τις αφήνει να αγγίξουν η μια την άλλη. Αυτή είναι η νέα δεξιότητα: η ηθική πολυδιεργασία.
Η ειλικρίνεια επιβιώνει εδώ μόνο ελεγχόμενη. Το βλέπω σε μια παρέα αντρών – εργάτες του αεροδρομίου – που μιλούν δυνατά στις διπλανές θέσεις. Πάνω στην κουβέντα, ο ένας λέει «ε, δεν είμαι σίγουρος ότι συμφωνώ» κι αμέσως αφήνει ένα γελάκι, κάνει ένα αστείο, υποχωρεί προς το χιούμορ, επικαλύπτοντας τη σκέψη του προτού γίνει επικίνδυνη. Πλέον μιλάμε ως επιμελητές, όχι ως συγγραφείς της Ιστορίας που ζούμε, επιμελούμαστε τον εαυτό μας σε πραγματικό χρόνο. Κάθε άποψη περνά από δοκιμαστικό έλεγχο αποδοχής πριν κυκλοφορήσει. Είναι λίγο γκροτέσκο.
Το γκροτέσκο δεν αναγγέλλεται με θόρυβο. Βουίζει. Δονείται σε τσέπες και καρπούς. Μόλις λίγο μετά, σε ένα καφέ, βλέπω έναν άντρα με φούτερ που έγραφε «mindfulness» ή κάτι τέτοιο να ξεσπά σε ένα κοριτσάκι πίσω από τον πάγκο, που φορούσε μια στέκα με χαρωπά κερατάκια ταράνδου στο κεφάλι (για το γιορτινό κλίμα), επειδή καθυστερούσε, ολομόναχη απέναντι σε μια άλλη μια ορδή των προτεσταντών τού «καφέ απ’ έξω», που σε λίγο θα αναγκάσει ακόμα και τα βουλκανιζατέρ να πουλάνε εσπρέσο. Γύρω μας φωσφορίζουν λάπτοπ. Ο αέρας μυρίζει καβουρδισμένο καφέ, κατεψυγμένες ζύμες και χαμηλόβαθμη υστερία. Πρόκειται για έναν πολιτισμό που μετρά τα βήματά του ενώ έχει ξεχάσει τον προορισμό του, που λατρεύει τη διαφάνεια ενώ τελειοποιεί την τέχνη τού να παρακολουθεί χωρίς να φαίνεται.
Διοικούμαστε λιγότερο από νόμους και περισσότερο από διεπαφές. Τα σώματα δεν πειθαρχούνται πια από ιερείς ή στρατιώτες, αλλά από ειδοποιήσεις που πάλλονται σαν καλοπροαίρετοι επιτηρητές. Μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει, επιδιδόμαστε σε μια καθημερινότητα που στέκεται όρθια με τελετουργίες, συμμορφωμένοι με συστήματα που μας επιβάλλουν να αισθανόμαστε ενοχή όχι για ηθικές αποτυχίες, αλλά για καθυστερήσεις, για χαμένες προπονήσεις, αδιάβαστα άρθρα, μη βελτιστοποιημένο ύπνο. Η ελευθερία έχει επανασχεδιαστεί ως επιλογή ανάμεσα σε περιορισμούς. Εξακολουθούμε να «αγαπάμε το κελί μας», αυτό που πλέον έχει μετονομαστεί σε φροντίδα του εαυτού.
Οχι πως είμαστε κοινωνικά αναίσθητοι – αρκεί η ευαισθησία μας να εντάσσεται κι αυτή σε ένα εγωκεντρικό τελετουργικό. Οχι στο κορίτσι με τα κερατάκια τάρανδου στο τυροπιτάδικο, όχι στον βενζινά με τα σκασμένα χέρια που εξυπηρετεί παραμονή Πρωτοχρονιάς, αλλά σε μια συμβολική μορφή σε μια επαγγελματική φωτογραφία στα κοινωνικά δίκτυα. Στον ανώνυμο άστεγο, στον ανώνυμο ντελιβερά, στην ανώνυμη γριούλα μπροστά σ’ ένα χαμόσπιτο, στον τυχαίο αδέσποτο σκύλο. Η ηθική πράξη πλέον δεν ολοκληρώνεται χωρίς κυκλοφορία. Το να νοιάζεσαι σημαίνει να φαίνεται ότι νοιάζεσαι. Τίποτα δεν κατευνάζει τόσο τη συνείδηση όσο ένα αλγοριθμικό νεύμα επιδοκιμασίας.
Η ειρωνεία, στο μεταξύ, έχει γίνει η κοινή μας διάλεκτος. Στα γραφεία, στις αίθουσες διδασκαλίας, στα οικογενειακά τραπέζια. Εκεί όπου όλοι, αργά ή γρήγορα, μαθαίνουν να ανακατασκευάζουν και να προσαρμόζουν τα πάντα (σκέψεις, ιδέες, ακόμα και εμπειρίες), όχι για να τα αποδομήσουν, αλλά για να αντέξουν το βάρος τους ενώπιον των άλλων. Η ειρωνεία είναι η ευγενική αναπροσαρμογή της απελπισίας, σαν καταπιεσμένος βήχας κατά τη διάρκεια ενός κηρύγματος του οποίου τη θεολογία δεν πιστεύουμε πια, αλλά του οποίου τη θέρμη δεν μπορούμε να στερηθούμε. Αστειευόμαστε όχι για να εξεγερθούμε, αλλά για να επιβιώσουμε.
Η γλώσσα υποφέρει πιο ορατά απ’ όλα. Οι λέξεις υπερ-εργάζονται, στέλνονται σε μάχες που δεν μπορούν να κερδίσουν. Ο «διάλογος» σημαίνει ανακοίνωση, η «κοινότητα» περιγράφει ομάδες χωρίς κοινό κίνδυνο, οι «αξίες» λειτουργούν ως διακοσμητική επένδυση για προαποφασισμένα αποτελέσματα. Στο τέλος μένει ένας γλωσσικός πληθωρισμός: περισσότερη ένταση, λιγότερο νόημα. Η σιωπή, κάποτε ένδειξη σοβαρότητας (αυτή η περίσκεψη, η λύπη και η αιδώς του ποιητή), θεωρείται πλέον ύποπτη. Το να σωπαίνεις σημαίνει να γίνεται συνένοχος σε κάτι, σε οποιοδήποτε κάτι. Πρέπει να αντιδράς, να αναρτάς, να σηματοδοτείς. Η απόδειξη ζωής είναι υποχρεωτική.
Κι όμως, μέσα σε αυτή τη διαχειριζόμενη σοβαρότητα, συναντώ κάπου-κάπου και μικρές αντιστάσεις. Μια γυναίκα που διαβάζει μυθιστόρημα σε παγκάκι, χωρίς να το φωτογραφίζει, χωρίς να το σχολιάζει για κοινό. Ενας άντρας που βοηθά μια ηλικιωμένη να κουβαλήσει τα ψώνια χωρίς να αφηγείται σε κάποιον την πράξη. Ενας φοιτητής που θέτει μια γνήσια ερώτηση και δεν τη μετατρέπει αμέσως σε θέση. Αυτές οι χειρονομίες μοιάζουν σχεδόν παράνομες, παλιομοδίτικες σαν τη χειρόγραφη γραφή. Αντιστέκονται όχι μέσω αγνότητας, αλλά μέσω απόσυρσης – από την επιτέλεση, από τη διαρκή αναγνωσιμότητα.
Μας εκπαιδεύουν να είμαστε διαρκώς ορατοί και διαρκώς αντικαταστάσιμοι. Η ατομικότητα παράγεται μαζικά, παραδίδεται σε «παραμετροποιήσιμα» καλούπια. Εχω δει ανθρώπους να εργάζονται εξαντλητικά για να ξεχωρίσουν, ακολουθώντας τις ίδιες ακριβώς οδηγίες. Ακόμη και η εξέγερση διατίθεται πλέον με δικαιόχρηση, προεγκεκριμένη, σε περιορισμένες εκδόσεις.
Τι σημαίνει, λοιπόν, να ζει κανείς καλά εδώ, στον δυτικό πολιτισμό, στη μεγάλη Δευτέρα της Ιστορίας; Δεν σημαίνει να αποχωρεί πλήρως (δεν υπάρχει πια «έξω» που να μην το έχει αγγίξει το branding) ούτε να αγκαλιάζει το σύστημα με ιεραποστολικό ζήλο. Η πιο έντιμη στάση είναι τραγικωμική: συμμετοχή χωρίς αυταπάτες, επίγνωση χωρίς παράλυση. Απαιτεί βραδύτητα σε μια εποχή αμεσότητας, αυτοσυγκράτηση σε έναν πολιτισμό αντίδρασης, το θάρρος να παρεξηγηθείς σε μια κοινωνία που ταυτίζει την παρεξήγηση με την κακοβουλία.
Στην γκροτέσκα ατμόσφαιρα του δυτικού πολιτισμού, το γκροτέσκο αυτό δεν είναι απλώς κάτι που παρατηρείται, είναι κάτι που επιτελείται. Είμαστε ταυτόχρονα κοινό και ερμηνευτές, κριτικοί και συνεργοί. Το να ζει κανείς συνειδητά στον σύγχρονο δυτικό κόσμο σημαίνει να αποδέχεται αυτή τη συμβιβασμένη θέση χωρίς ρομαντισμό. Σημαίνει να ασκεί μια ηθική της αναλογίας: να γνωρίζει πότε να μιλά και πότε να αποσύρεται, πότε η ειρωνεία διαφωτίζει και πότε διαβρώνει.
Ισως ο σοφός τρόπος ζωής σήμερα να μη βρίσκεται στις απαντήσεις, αλλά στη διάσωση των ερωτημάτων από την πρόωρη ταφή τους. Σε έναν πολιτισμό εθισμένο στις λύσεις, το ανοιχτό γίνεται μορφή αντίστασης. Το να ζει κανείς, λοιπόν, δεν σημαίνει να τελειοποιεί τον εαυτό του σύμφωνα με την τελευταία ηθική αναβάθμιση, αλλά να παραμένει πεισματικά ανθρώπινος: ικανός για ειρωνεία χωρίς κυνισμό, για επίγνωση χωρίς θέαμα, για ευθύνη χωρίς επιτέλεση. Οχι πως αυτό θα σώσει τον κόσμο. Μπορεί όμως να σώσει μια φωνή, μια χειρονομία, ένα θραύσμα αξιοπρέπειας από το να καταλήξει ακόμη ένα έκθεμα στο μουσείο της ίδιας μας της προσδοκίας για γνησιότητα.
Ωράριο γραφείουΕχω μια συνήθεια μεταξύ χόμπι και νεύρωσης: να χαζεύω λογιστικά γραφεία σαν να χαζεύω βιτρίνες. Χώροι πάντα στενοί, ίσως λιγότερο απ’ ό,τι δείχνουν, με μεγάλα τζάμια. Αδειοι και συνάμα γεμάτοι, όλο βιβλιοθήκες, φακέλους, γραφεία, μαύρες καρέκλες. Σχεδόν ποτέ δεν βλέπεις στολίδια σε ένα λογιστικό γραφείο – άντε ένα γλαστράκι, δώρο πελάτη, ή στραβοκομμένα χαρτιά με παιδικές ζωγραφιές, κολλημένες με σελοτέιπ σ’ ένα κρυφό τοιχάκι. Πάντα βλέπεις, όμως, υπαλλήλους, ακίνητους μπροστά από οθόνες. Συνήθως ένας νεότερος εδώ κι ένας γηραιότερος εκεί. Αμίλητοι, πρωί βράδυ. Νομίζεις ότι δεν φεύγουν ποτέ, κατοικούν εκεί, ακίνητοι πίσω από τις οθόνες, αφού όποτε και να κοιτάξεις ένα λογιστικό γραφείο πάντα κάποιο φως είναι ανοιχτό, πάντα μια οθόνη βουίζει μπροστά σ’ ένα σώμα που αναπνέει, συλλογιζόμενο ότι Παράδεισος είναι οι άνθρωποι να φεύγουν ακόμα και «το βράδυ στις οχτώ, σαν κουρντισμένοι» (που έλεγε κι ο Καρυωτάκης), αλλά πάντως να φεύγουν.



