Πλήρης αβεβαιότητα ως προς τις προβλέψεις για έναν σύντομο τερματισμό των εχθροπραξιών στη Μέση Ανατολή επικρατεί στο εσωτερικό του πάλαι ποτέ πανίσχυρου «Δυτικού Αξονα», με την Ευρωπαϊκή Ενωση ανίκανη να δράσει αποτελεσματικά λόγω εσωτερικών διαφωνιών και τις Ηνωμένες Πολιτείες του Τραμπ να οδηγούνται τώρα σε δεύτερες σκέψεις ως προς τη συμμετοχή τους στις συνεχιζόμενες επιχειρήσεις. Και ο μόνος που παραμένει αδιάλλακτος είναι ο γνωστός μας Νετανιάχου, ο οποίος, ως γνωστόν, ξεκίνησε όλη αυτή την ιστορία με σκοπό να παραμείνει στην εξουσία, αποφεύγοντας τις δικαστικές διώξεις για τις οικονομικές ατασθαλίες κατά την προηγούμενη κυβερνητική του θητεία. Διώξεις που μπορούν να τον οδηγήσουν ακόμα και στη φυλακή. Γι’ αυτό και σε αλλεπάλληλες επισκέψεις του στην Ουάσιγκτον κατάφερε να πείσει τον ανεκδιήγητο Τραμπ να τον στηρίξει. Και ενώ έως τώρα ο αμερικανός πρόεδρος δεν αντιμετώπιζε ουσιαστικές αντιδράσεις στο εσωτερικό μέτωπο, οι πρώτες φωνές να πάρει αποστάσεις από τον Νετανιάχου ακούγονται τώρα.

Την αρχή έκανε ο παραιτηθείς επικεφαλής της Αμερικανικής Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας, ο οποίος υποστήριξε ότι η χώρα του σύρθηκε στον πόλεμο, χωρίς να αντιμετωπίζει άμεση απειλή από το Ιράν, λόγω των πιέσεων του πανίσχυρου ισραηλινού λόμπι. Ενώ και η γενική διευθύντρια των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών αναγνώρισε σε κατάθεσή της στο Κογκρέσο ότι οι στόχοι των ΗΠΑ και του Ισραήλ στην εκστρατεία κατά του Ιράν δεν ταυτίζονται. Και δεν είναι περίεργο ότι κατόπιν όλων αυτών (και με τις δημοσκοπήσεις να αυξάνουν τις αρνητικές απαντήσεις των αμερικανών πολιτών ως προς τη σκοπιμότητα της συνέχισης του πολέμου) ότι ο Τραμπ επιτέθηκε ανοιχτά στον Νετανιάχου για τις ισραηλινές επιθέσεις σε ιρανικά κοιτάσματα φυσικού αερίου, υποστηρίζοντας ότι δεν γνώριζε (!) ότι κάτι τέτοιο επρόκειτο να συμβεί. Και εδώ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου και ότι η εξάπλωση της πετρελαϊκής κρίσης, με τις γενικότερες αρνητικές επιπτώσεις ακόμα και στην αμερικανική οικονομία, απειλεί πλέον την πρωτοκαθεδρία του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος στη Βουλή και τη Γερουσία.

Μέσα σε όλα αυτά πραγματοποιήθηκε και η πολυαναμενόμενη Σύνοδος Κορυφής της ΕΕ στις Βρυξέλλες, οποία ελλείψει μιας γενικότερης συμφωνίας για το τι δέον γενέσθαι, λόγω των γνωστών διαφωνιών μεταξύ των χωρών-μελών, περιορίστηκε να τονίσει «την έντονη ανησυχία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου» για την κλιμάκωση στο Ιράν και τη Μέση Ανατολή, καλώντας για «άμεση αποκλιμάκωση, αυτοσυγκράτηση και σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου». Ενώ εξέφρασε την ανησυχία της για τις εχθροπραξίες στον Λίβανο, καταδικάζοντας παράλληλα και τις μονομερείς ενέργειες του Ισραήλ στη Δυτική Οχθη. Χωρίς όμως να διευκρινίζεται πώς μπορούν να επιτευχθούν όλα αυτά στη πράξη, όταν έχουν αφεθεί ελεύθεροι ο Νετανιάχου και ο Τραμπ να ορίζουν το παιχνίδι, με την Ευρωπαϊκή Ενωση ουσιαστικά απούσα από τις εξελίξεις. Και με τη Ρωσία και την Κίνα να παρακολουθούν αμέτοχες τις εξελίξεις, έχοντας διαπιστώσει ότι ο «δυτικός αντίπαλος», λόγω των εσωτερικών του διαφωνιών, οδηγείται από μόνος του σε βαθμιαία αποδυνάμωση με ό,τι θετικό μπορεί να σημαίνει η εξέλιξη αυτή για τις δύο αυτές χώρες. Και αυτό είναι που θα πρέπει να μας ανησυχεί ιδιαίτερα την περίοδο αυτή.