Το παγκόσμιο ενεργειακό τοπίο εξακολουθεί να παρουσιάζει πρωτόγνωρη ένταση, που διαμορφώνεται από γεωπολιτικές συγκρούσεις, αβέβαιο οικονομικό περιβάλλον και αυξημένη ζήτηση. Ποτέ άλλοτε η ενεργειακή μετάβαση δεν έτρεχε τόσο γρήγορα και ταυτόχρονα η ζήτηση υδρογονανθράκων και οι εκπομπές ρύπων δεν ήταν τόσο ψηλά.
Σύμφωνα με τη Διεθνή Υπηρεσία Ενέργειας (IEA), το 2024 καταγράφηκαν νέα ρεκόρ εγκατάστασης ανανεώσιμων πηγών (ΑΠΕ), χωρίς όμως να ανακοπεί η υψηλή κατανάλωση ορυκτών καυσίμων. Μέσα σε αυτή την αντίφαση, η ενεργειακή ασφάλεια και η οικονομικότητα αναδεικνύονται σε κεντρικό διακύβευμα για την Ευρώπη και την Ελλάδα.
Οι επιλογές μας στη λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και σε δίκτυα, διασυνδέσεις και αποθήκευση θα κρίνουν αν η έκρηξη των ΑΠΕ θα γίνει πραγματική ασπίδα απέναντι στις τιμές, την εξάρτηση και την κλιματική κρίση.
Επίσης, η αξιοποίηση του εθνικού πλούτου και η ανάπτυξη εγχώριων τεχνολογιών θα καθορίσουν τη γεωπολιτική μας θέση σε μια νέα διεθνή πραγματικότητα.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο διαμορφώνεται ένα νέο πλαίσιο που επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει τη σχέση φαινομενικά αντίρροπων προτεραιοτήτων. Για χρόνια, η ΕΕ ορθώς προώθησε την πράσινη μετάβαση, δυστυχώς όμως παρέλειψε να προωθήσει εξίσου την ενεργειακή της ασφάλεια και την ανταγωνιστικότητα.
Η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών ορυκτών καυσίμων και πρώτων υλών σχεδόν «δαιμονοποιήθηκε», την ίδια στιγμή που η εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο και τις κινεζικές πρώτες ύλες και τεχνολογίες αύξανε.
Πολλές από τις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες του 2025, όπως το Clean Industrial Deal και η απεξάρτηση από τα ρωσικά καύσιμα, εξηγούνται ως μέτρα αντιστροφής αυτής της καταστροφικής για την Ευρώπη πραγματικότητας.
Για το 2026, το μεγάλο διακύβευμα είναι η περαιτέρω βελτίωση της ενεργειακής ασφάλειας και της οικονομικότητας (εκφραζόμενη ως μόνιμη και συστηματική μείωση τιμών ενέργειας), συνδυαζόμενη, όμως, με τη διατήρηση των υψηλών ευρωπαϊκών περιβαλλοντικών και κοινωνικών προτύπων.
Ειδικότερα, οι νέες προτεραιότητες περιλαμβάνουν την επιτυχή υλοποίηση των Πακέτων για τα Δίκτυα (Grids Package) και για τις Πρώτες Υλες (RESourceEU), τις Στρατηγικές για την Ψύξη – Θέρμανση και την Ανατολική Μεσόγειο και βεβαίως τη Λευκή Βίβλο για την εσωτερική αγορά ενέργειας.
Οι ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες δημιουργούν εν δυνάμει ευκαιρίες για τη χώρα μας, αρκεί να υπάρχει στρατηγική στόχευση, υπομονή και επιμονή. Το πακέτο για τα δίκτυα σε συνδυασμό με τη νομοθετική πρόταση για το CEF (Connecting Europe Facility – χρηματοδοτικός μηχανισμός για τα δίκτυα ενέργειας και μεταφορών), στην οποία είμαι εισηγητής των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, δύναται να ευνοήσει τη χρηματοδότηση δικτύων ενέργειας στην περιοχή μας.
Οι πόροι του CEF, που για την ενέργεια πενταπλασιάζονται σε σχέση με την προηγούμενη χρηματοδοτική περίοδο (σχεδόν €30 δισ.), δεν θα πρέπει να κατευθύνονται κυρίως σε υπεράκτιες διασυνδέσεις και διασυνοριακά έργα ΑΠΕ στη Βόρεια Θάλασσα και τη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη, αλλά ισότιμα και προς τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Αντίστοιχες ευκαιρίες μπορούν να δημιουργήσουν οι πρωτοβουλίες για τις πρώτες ύλες, όπου η Ελλάδα διαθέτει αποδεδειγμένα κοιτάσματα, επιχειρήσεις και τεχνογνωσία (αλλά και κρατική αδιαφορία) και την ψύξη – θέρμανση, όπου η Ελλάδα πρωτοπορεί στα ηλιοθερμικά (χωρίς στήριξη από το κράτος).
Σε εθνικό επίπεδο, η μεγάλη πρόκληση είναι η υλοποίηση πολυετών εθνικών στρατηγικών. Ευτυχώς, μετά από παλινωδίες ετών και σε μεγάλο βαθμό λόγω αλλαγής των διεθνών δεδομένων, η κυβέρνηση επανεκκίνησε δύο από τις μεγαλύτερες στρατηγικές μας στοχεύσεις της περιόδου 2010-2014, τον Κάθετο Διάδρομο (Vertical Corridor) και το εθνικό Πρόγραμμα Υδρογονανθράκων.
Η υλοποίηση του Κάθετου Διαδρόμου, μιας στρατηγικής που «γεννήθηκε» το 2014, όταν υπέγραψα, μετά από πολλή προσπάθεια, μαζί με τους ομολόγους μου Βουλγαρίας και Ρουμανίας την πρώτη συμφωνία, θα αναβαθμίσει οικονομικά και γεωπολιτικά τη χώρα μας.
Η απόφαση της ΕΕ να απεξαρτηθεί από τη Ρωσία, σε συνδυασμό με την αλλαγή πολιτικής των ΗΠΑ υπέρ των υδρογονανθράκων, δημιουργεί μια τεράστια ευκαιρία για την Ελλάδα, αλλά και μια βαριά ιστορική ευθύνη υλοποίησης για τη σημερινή και τις επόμενες κυβερνήσεις.
Αντίστοιχα, στους υδρογονάνθρακες η κυβέρνηση οφείλει να άρει όλες τις αιτίες που οδήγησαν προηγούμενους επενδυτές, όπως την Total και τη Repsol, σε φυγή από τη χώρα μας. Παρά τις κυβερνητικές θριαμβολογίες, έως τώρα η κυβέρνηση έκανε μόνο το αυτονόητο: σταμάτησε τις εχθρικές δηλώσεις για το φυσικό αέριο (όπως στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ) και προχώρησε σε διεθνή διαγωνισμό μετά από αίτημα της Chevron.
Ελπίζω να αντιλαμβάνονται ότι αυτή είναι η τελευταία ευκαιρία της χώρας μας να πετύχει σε έναν εθνικό στόχο που οι ίδιοι καθυστέρησαν την υλοποίησή του για μια πενταετία. Δυστυχώς, βέβαια, το παρελθόν δεν αλλάζει αναδρομικά (όπως οι αυτοαναιρούμενες κυβερνητικές δηλώσεις) και έτσι, όταν άρχισε η ενεργειακή κρίση το καλοκαίρι του 2021, η Ελλάδα αντί να παράγει τους δικούς της υδρογονάνθρακες, όπως σχεδιάζαμε το 2011, βρέθηκε εκτεθειμένη σε ένα δυσβάστακτο εισαγόμενο οικονομικό κόστος, που μας κατατρέχει ακόμα και σήμερα.
Τέλος, προσδοκούμε το 2026 να υλοποιηθούν ταχύτερα πολιτικές που θα μειώσουν το ενεργειακό κόστος (σχεδόν 20% των ελληνικών οικογενειών δεν μπορούν να θερμάνουν επαρκώς το σπίτι τους, με μέσο ευρωπαϊκό όρο το 10%), όπως η εξοικονόμηση στα κτίρια, και ταυτόχρονα θα προσφέρουν κατασκευαστικό έργο σε ελληνικές επιχειρήσεις και εργαζομένους.
Δυστυχώς η καθυστέρηση υλοποίησης πολλών προγραμμάτων, που σε κάποιες περιπτώσεις οδήγησε σε απένταξή τους από το Ταμείο Ανάκαμψης, δεν μας επιτρέπει μεγάλη αισιοδοξία. Επίσης, προτεραιότητες εξακολουθούν να είναι η μείωση του κόστους των επιχειρήσεων, τα δίκτυα, η αποθήκευση και η δικαιότερη κατανομή του ηλεκτρικού χώρου.
Το 2026 θα είναι η χρονιά που θα κριθεί εάν οι ευρωπαϊκές και οι ελληνικές πολιτικές προστατεύουν το περιβάλλον, μειώνουν λογαριασμούς, ενισχύουν την ασφάλεια εφοδιασμού και δημιουργούν θέσεις εργασίας.
Ο κ. Γιάννης Μανιάτης είναι ευρωβουλευτής, πρώην υπουργός.



