Η συμφωνία ΕΕ – Mercosur δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη εμπορική συμφωνία. Συνιστά μια καίρια πολιτική επιλογή στρατηγικού προσανατολισμού για την ΕΕ σε μια περίοδο αυξημένης γεωοικονομικής αβεβαιότητας, εμπορικών εντάσεων και ανακατατάξεων. Για την Ελλάδα η συζήτηση αυτή αφορά ευθέως τον τρόπο με τον οποίο συνδυάζουμε την αναγκαία εξωστρέφεια με τη θεσμική ευθύνη απέναντι στην εγχώρια παραγωγή, την κοινωνική συνοχή και το ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Η ελληνική προσέγγιση στη συμφωνία είναι νηφάλια, ρεαλιστική και απολύτως εναρμονισμένη με το εθνικό και ευρωπαϊκό συμφέρον. Η ενίσχυση των σχέσεων της ΕΕ με τις χώρες της Mercosur εξυπηρετεί τη στρατηγική ανάγκη διαφοροποίησης των εμπορικών εταίρων της Ευρώπης, ενισχύει τη γεωοικονομική της ανθεκτικότητα και δημιουργεί νέες προοπτικές. Ταυτόχρονα, όμως, η εμπειρία μάς διδάσκει ότι τα οφέλη τέτοιων συμφωνιών δεν κατανέμονται αυτόματα ούτε συμμετρικά και απαιτούν ενεργή πολιτική διαχείριση και συνεχή θεσμική εγρήγορση.
Για τη χώρα μας τα στρατηγικά οφέλη είναι συγκεκριμένα και μετρήσιμα. Η συμφωνία κατοχυρώνει ένα σταθερό και προβλέψιμο πλαίσιο για το εμπόριο υπηρεσιών και ιδίως για τις θαλάσσιες μεταφορές – έναν τομέα κομβικής σημασίας για την ελληνική οικονομία και τη διεθνή της παρουσία. Παράλληλα, δημιουργεί δυνατότητες πρόσβασης σε μια μεγάλη και δυναμική καταναλωτική αγορά για ευρωπαϊκά και ελληνικά προϊόντα υψηλής ποιότητας και προστιθέμενης αξίας, υπό την προϋπόθεση ότι θα αξιοποιηθούν με στοχευμένες πολιτικές εξωστρέφειας και επιχειρηματικής στήριξης.
Ιδιαίτερη θεσμική σημασία έχει η πρόβλεψη υψηλού επιπέδου προστασίας για τις Γεωγραφικές Ενδείξεις. Η κατοχύρωση 20 ελληνικών προϊόντων γεωγραφικής ένδειξης, με εμβληματικό παράδειγμα τη φέτα, δεν αποτελεί απλώς τεχνική εμπορική ρύθμιση. Συνιστά σαφή πολιτική επιλογή υπέρ της ποιότητας, της αυθεντικότητας και ενός παραγωγικού μοντέλου που συνδέει την οικονομική δραστηριότητα με τον τόπο, την παράδοση και τη βιώσιμη ανάπτυξη.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα δεν υποτιμά τις εύλογες ανησυχίες του αγροδιατροφικού τομέα. Η ελληνική παραγωγή χαρακτηρίζεται από μικρότερες κλίμακες, υψηλά περιβαλλοντικά και κοινωνικά πρότυπα και έντονη εξάρτηση από ευαίσθητα προϊόντα ονομασίας προέλευσης. Οι πιθανές πιέσεις από αυξημένες εισαγωγές σε συγκεκριμένους τομείς καθιστούν αναγκαία την ύπαρξη μηχανισμών διασφάλισης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Γι’ αυτό και η ελληνική θέση είναι σαφής: η συμφωνία μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο ανάπτυξης μόνο εφόσον συνοδεύεται από αυστηρή εφαρμογή ρητρών διασφάλισης, συνεχή και διαφανή παρακολούθηση των εισαγωγών, ενισχυμένους ελέγχους και επαρκή ευρωπαϊκά μέσα στήριξης των παραγωγών. Το ελεύθερο εμπόριο χωρίς κανόνες δεν είναι βιώσιμο – ούτε οικονομικά ούτε κοινωνικά ούτε πολιτικά.
Η Ελλάδα στηρίζει μια Ευρώπη ανοιχτή στον κόσμο, αλλά ταυτόχρονα σταθερά προσηλωμένη στους κανόνες της, στις αξίες της και στην κοινωνική της συνοχή. Μια Ευρώπη που συνάπτει στρατηγικές συμφωνίες, χωρίς να υπονομεύει την ενιαία αγορά και χωρίς να αφήνει κανέναν πίσω. Αυτή είναι η ουσία της στάσης μας στη συμφωνία ΕΕ – Mercosur – και αυτήν υπηρετούμε με συνέπεια.
Ο κ. Χάρης Θεοχάρης είναι υφυπουργός Εξωτερικών.



