«There is method in that madness»

Σαίξπηρ, «Αμλετ»

Να γράψω για την τρέλα του πολέμου. Για τον θάνατο. Για την αδυναμία να φανταστείς μια επόμενη μέρα απαλλαγμένη από τον ζόφο. Δυσκολεύομαι. Οχι γιατί δεν έχω τι να πω αλλά γιατί νιώθω ότι επαναλαμβάνομαι. Οτι ένα άλλοτε και αλλού κατευθύνουν τα δάχτυλά μου στο πληκτρολόγιο. Στην οθόνη εμφανίζεται μια άλλη ημερομηνία: 1999. Kαι ένα αλλοτινό άρθρο μου στη στήλη της «Τρίτης Αποψης» στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» (27.4.1999) με τίτλο «Ψυχολογία και Πόλεμος».

Διαβάζω: «Πώς να απελευθερωθούμε από το φάντασμα του πολέμου; Είναι δυνατόν να καθοδηγηθεί η ψυχολογική ανάπτυξη των ανθρώπων έτσι ώστε να καταστούν ικανοί να αντισταθούν στην ψύχωση του μίσους και της καταστροφής;». Αυτό το ερώτημα διατρέχει τις δύο διάσημες επιστολές που αντάλλαξαν πριν από 70 περίπου χρόνια δύο σοφοί του περασμένου αιώνα μας. «”Ομως ο πόλεμος έρχεται σε πλήρη αντίφαση προς τον ψυχικό μας κόσμο, όπως τον διαμόρφωσε ο πολιτισμός. Δεν τον ανεχόμαστε πια. Δεν πρόκειται μόνο για μια πνευματική άρνηση. Για μας τους ειρηνόφιλους, ο πόλεμος είναι αφόρητος εξ ιδιοσυγκρασίας”. Ετσι απαντούσε ο Φρόιντ στον Αϊνστάιν το 1932, ανταποκρινόμενος σε μια πρόσκληση της Κοινωνίας των Εθνών (του ΟΗΕ της εποχής) που καλούσε τους επιφανέστερους διανοούμενους να εξυπηρετήσουν τους σκοπούς του διεθνούς οργανισμού. Και σήμερα; Ο πόλεμος εξακολουθεί να γράφει Ιστορία. Ουδείς όμως διεθνής οργανισμός σήμερα ζητεί από τους εναπομείναντες σοφούς του να τοποθετηθούν ως προς το “αφόρητο και αφύσικο” του πολέμου. Αντίθετα, εκείνο που μετά μανίας αναζητείται είναι η επινόηση των νομιμοποιητικών μηχανισμών, η εκλογίκευση του παραλογισμού. Η δικαίωση ενός πολέμου που τίποτα το “ανθρωπίνως ανθρώπινο” δεν μοιάζει να δικαιώνει. Πόσο πρέπει να περιμένουμε ώστε και οι άλλοι να γίνουν ειρηνόφιλοι;».

Διαβάζοντας τις αλλοτινές αυτές γραμμές τρόμαξα. Σαν να μην πέρασε μια μέρα 27 χρόνια μετά. Το νεογέννητο τότε κείμενο κοντεύει να τριανταρίσει… και είμαι η μητέρα του και τρομάζω. Στον νου μου έρχεται ο Μπρεχτ. Στις Ιστορίες του κυρίου Κόινερ υπάρχει εκείνη η σύντομη, σχεδόν αστραπιαία σκηνή:

«Ενας άνθρωπος, που είχε καιρό να δει τον κύριο Κ., τον χαιρέτησε λέγοντας: “Μα εσείς δεν αλλάξατε καθόλου”. “Αχ! έκανε ο κύριος Κ. και χλόμιασε».

Στον κόσμο του Μπρεχτ στο «δεν άλλαξες» ελλοχεύει η ακινησία, ο θάνατος. Μόνο οι νεκροί δεν αλλάζουν. Και ο νεκρόφιλος πολιτισμός μας επιμένει να μένει πιστός εραστής στον θάνατο και στην καταστροφή. «Ισως όμως να μην αποτελεί μια ουτοπιστική ελπίδα ότι η επιρροή δύο παραγόντων, η όλο και πιο πολιτισμένη μας στάση και ο δικαιολογημένος φόβος των συνεπειών ενός ολοκληρωτικού πολέμου, θα τερματίσει τον πόλεμο στο προσεχές μέλλον». Ετσι τελείωνε ο Φρόιντ την επιστολή του.

Ανοιξη του 2026! Τόσα χρόνια μετά, ούτε η «πολιτισμένη» μας στάση ούτε ο «φόβος των συνεπειών» μοιάζει να έχουν μετρήσει για την αποφυγή του πολέμου. Ισως γιατί σήμερα υπάρχει επιπλέον και πέραν της «ενόρμησης του θανάτου» κάτι που (εν μέρει, τουλάχιστον) απουσίαζε την εποχή του Φρόιντ και του Αϊνστάιν: Ο ανελέητος κυνισμός της τάξης των πραγμάτων δεν μπορεί να επιβραδύνει την ταχύτητα της καταστροφής. Δεν διαθέτει ούτε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου προκειμένου να πάρει μια «απόσταση» από τα δρώμενα, να συλλογιστεί το αδιέξοδο μέσα στο οποίο έχει εγκλωβιστεί η ταυτολογική μηχανή του πολέμου. Ο κυνισμός διατρέχει τον λόγο του πλανητάρχη: «Αν κάνουμε πόλεμο, είναι για να νικήσουμε». «Θα σας αφανίσουμε» απαντά η άλλη μεριά. Το φάντασμα μιας πύρρειας νίκης δεν είναι στο προσκήνιο. Η νίκη θα είναι εξοντωτική ή δεν θα είναι νίκη.

Η φράση του Tραμπ «It’s so amazing… we’re doing very well» συμπυκνώνει ένα χαρακτηριστικό της εποχής μας: τη μετατροπή της καταστροφής σε θέαμα και της ανθρώπινης απώλειας σε πολιτικό εύσημο. Οταν η γλώσσα της εξουσίας χρησιμοποιεί λέξεις θαυμασμού για να περιγράψει εικόνες ερειπίων, αποκαλύπτεται η ανελέητη άβυσσος που χωρίζει τις λέξεις από το λεγόμενο. Η καταστροφή μεταφράζεται σε «επιτυχία», ο πόνος σε «καλή εξέλιξη». Η τραγωδία γίνεται, σχεδόν, επικοινωνιακό στιγμιότυπο.

Η πολιτική, όπως μας υπενθυμίζει η Χάνα Αρεντ, αρχίζει να εκπίπτει όταν η πραγματικότητα των ανθρώπων αντικαθίσταται από τη γλώσσα της ισχύος και της επίδειξης. Τότε ο κόσμος δεν περιγράφεται για να κατανοηθεί, αλλά για να επιβεβαιωθεί η δύναμη εκείνου που μιλά. Κι όμως, πίσω από κάθε «εντυπωσιακή» εικόνα ερειπίων υπάρχουν ζωές που διακόπηκαν, μνήμες που θάφτηκαν κάτω από το τσιμέντο. Η γλώσσα του θαυμασμού μπροστά στην καταστροφή αναγγέλλει το τέλος ενός πολιτισμού. Ισως το πιο διαταρακτικό δεν είναι μόνο αυτό που λέγεται, αλλά το ότι λέγεται μπροστά σε έναν κόσμο που το ακούει σαν να πρόκειται για έναν ακόμη τίτλο ειδήσεων. Γιατί τότε ο πόλεμος παύει να είναι τραγωδία και γίνεται εικόνα και η εικόνα θέαμα.

Η φράση πέφτει πάνω στα ερείπια σαν κακόγουστο χειροκρότημα. «It’s so amazing. Πάμε πολύ καλά». Σαν να μιλά κανείς για ένα καινούργιο ξενοδοχείο που εγκαινιάστηκε. Οχι για ένα κτίριο που πριν από λίγο στεκόταν όρθιο, με δωμάτια, ανθρώπους, σιωπές.

Και όταν ο πόλεμος γίνεται θέαμα, η ανθρωπότητα συντρίβεται κάτω από τα ερείπια. Το χαιρέκακο γέλιο του «γκρεμιστή» από τη μια, του «χαλαστή» από την άλλη επιχαίρει για το τέλος ενός πολιτισμού. Η γλώσσα της εξουσίας έχει μια παράξενη ικανότητα: Μπορεί να κοιτάζει χαλάσματα και να βλέπει «επιτυχία». Μπορεί να αντικαθιστά τον άνθρωπο με τον αριθμό και τον πόλεμο με μια καλή επίδοση. Θα έλεγε κανείς ότι βρισκόμαστε σε μια σκηνή από έργο του Μπέκετ. Οι τοίχοι πέφτουν. Η σκόνη ανεβαίνει στο ταβάνι. Και κάποιος, όρθιος στο κέντρο της σκηνής, κοιτάζει τα συντρίμμια και λέει: «Καταπληκτικό! Ανυψωνόμαστε στον ουρανό». Και η σκηνή κλείνει οριστικά υπό τον ήχο χειροκροτημάτων. Τέλος.

Η κυρία Φωτεινή Τσαλίκογλου είναι καθηγήτρια Ψυχολογίας, συγγραφέας.