Στην ανατολή του νέου έτους, με την αναβίωση του «Δόγματος Μονρόε» του 19ου αιώνα με το «Δόγμα Ντονρόε» του 21ου αιώνα από τον Τραμπ, στην προσπάθεια των ΗΠΑ να επιβάλουν τους όρους τους μέσω της ισχύος, ο κόσμος δείχνει να εισέρχεται σε μια νέα εποχή γεωπολιτικής αβεβαιότητας.

Η μεγαλύτερη πηγή παγκόσμιας αστάθειας για το 2026 μάλιστα, το μεγαλύτερο ρίσκο της νέας χρονιάς, δεν είναι η Κίνα, η Ρωσία, το Ιράν ή οι περίπου 60 συγκρούσεις που μαίνονται σε όλον τον πλανήτη – οι περισσότερες από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά, όπως αποφαίνεται η κορυφαία συμβουλευτική εταιρεία Eurasia Group, προέρχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η πιο ισχυρή χώρα στον κόσμο, η ίδια που έχτισε και ηγήθηκε της μεταπολεμικής παγκόσμιας τάξης πραγμάτων, τώρα την αποδυναμώνει, με επικεφαλής, όπως αναφέρει, έναν πρόεδρο πιο αφοσιωμένο και πιο ικανό να αναδιαμορφώσει τον ρόλο της Αμερικής στον κόσμο από οποιονδήποτε άλλον στη σύγχρονη Ιστορία.

Παράγοντας κινδύνου

Από μια επιταχυνόμενη πολιτική επανάσταση στο εσωτερικό έως μια πιο επιθετική προβολή ισχύος στο εξωτερικό, η Ουάσιγκτον, σύμφωνα με την Eurasia, έχει γίνει ο μεγαλύτερος παράγοντας παγκόσμιου κινδύνου. Οι δραματικές εξελίξεις στη Βενεζουέλα πρόσφεραν μια πρόγευση και ήταν η πιο καθαρή στρατιωτική νίκη του Τραμπ στην παγκόσμια σκηνή, παρατηρούσε ο Ιαν Μπρέμερ, πρόεδρος και ιδρυτής της Eurasia Group.

Ο Τραμπ έχει ήδη χαρακτηρίσει την προσέγγισή του στο Δυτικό Ημισφαίριο ως το «Δόγμα Ντονρόε» (Donroe: Don από το Donald συν το roe από το Monroe). Είναι η δική του εκδοχή της δήλωσης του 19ου αιώνα του τότε πρόεδρου Τζέιμς Μονρόε για την αμερικανική πρωτοκαθεδρία.

Ωστόσο, εκτός από την περίπτωση που ο Μονρόε τότε προειδοποιούσε τις ευρωπαϊκές δυνάμεις να μείνουν μακριά από τη γειτονιά των ΗΠΑ, ο Τραμπ σήμερα χρησιμοποιεί στρατιωτική πίεση, οικονομικό καταναγκασμό και προσωπικό ξεκαθάρισμα λογαριασμών για να υποτάξει την περιοχή στη θέλησή του. Και δείχνει μάλιστα πως μόλις έχει ξεκινήσει.

Δεν πρόκειται για απομονωτισμό τύπου «Πρώτα η Αμερική». Οι Ηνωμένες Πολιτείες εμπλέκονται π.χ. ταυτόχρονα σε όλο και περισσότερα μέρη του κόσμου, ενώ το σενάριο των «σφαιρών επιρροής» δεν δείχνει επίσης να του ταιριάζει. Ο Τραμπ δεν μοιράζει τον κόσμο με αντίπαλες δυνάμεις, καθεμία από τις οποίες θα περιοριζόταν στην περιοχή της.

Εξωτερική πολιτική

Η Ουάσιγκτον μόλις έστειλε στην Ταϊβάν το μεγαλύτερο πακέτο όπλων που έχει λάβει ποτέ και η στάση της στον Ινδο-Ειρηνικό δεν δείχνει διάθεση παραχώρησης της Ασίας στην Κίνα. Η εξωτερική πολιτική του Τραμπ, παρατηρούσε ο Μπρέμερ, βασίζεται σε έναν απλούστερο υπολογισμό: Μπορείς να ανταποδώσεις το χτύπημα αρκετά δυνατά για να τον πληγώσεις; Αν η απάντηση είναι όχι και έχεις κάτι που θέλει, είσαι στόχος. Αν είναι ναι, θα κάνει μια συμφωνία. Ο Τραμπ ήθελε την απομάκρυνση του Μαδούρο και δεν υπήρχε τίποτα που να μπορούσε να κάνει ο Μαδούρο για να τον σταματήσει.

Η Βενεζουέλα συνεχίζει να διοικείται από το ίδιο καταπιεστικό καθεστώς, αλλά πλέον συμφωνεί με τις εντολές του Τραμπ, ενώ η επιτυχία του θα τον ενθαρρύνει να προχωρήσει π.χ. στην Κούβα, την Κολομβία, τη Νικαράγουα, το Μεξικό ή τη Γροιλανδία. Στο Δυτικό Ημισφαίριο ο Τραμπ μπορεί να πετύχει εύκολες νίκες με ελάχιστη αντίσταση και κόστος. Οι απειλές προς τη Γροιλανδία δείχνουν επίσης ότι και η Ευρώπη αποτελεί πλέον στόχο.

Το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Γερμανία, οι τρεις μεγαλύτερες οικονομίες της ηπείρου, εισήλθαν στο 2026 με αδύναμες, αντιδημοφιλείς κυβερνήσεις, πολιορκημένες από λαϊκιστές, με τη Ρωσία στο κατώφλι τους και με μια αμερικανική κυβέρνηση που υποστηρίζει ανοιχτά την Ακροδεξιά, κάτι που θα μπορούσε να ενισχύσει τον περαιτέρω κατακερματισμό της ηπείρου. Η Ευρώπη μπορεί να είναι πολύ αργά για να προσαρμοστεί.

 Μια χρονιά-ορόσημο

Η Κίνα όμως βρίσκεται ήδη σε ισχυρότερη θέση. Ο Σι Τζινπίνγκ, εξάλλου, θα παραμείνει στην εξουσία πολύ μετά τη λήξη της θητείας του Τραμπ το 2029. Η ζημιά στην ίδια την αμερικανική ισχύ θα συνεχιστεί και μετά από αυτή την κυβέρνηση. Οι συμμαχίες, οι συνεργασίες και η αξιοπιστία που αποτελούσαν πολλαπλασιαστές ισχύος για την Ουάσιγκτον τώρα αποδομούνται. Ετσι το 2026 είναι μια χρονιά-ορόσημο, καθώς θα αρχίσουμε να βλέπουμε τι θα συμβεί όταν η χώρα που έγραψε τους κανόνες της παγκόσμιας τάξης πραγμάτων αποφασίζει ότι δεν θέλει πλέον να τους ακολουθεί.

Για την Eurasia Group, το τοπ 10 των ρίσκων για το 2026, πέρα από το μεγαλύτερο που σχετίζεται με την πολιτική επανάσταση στις ΗΠΑ, αφορά το «Δόγμα Ντονρόε», την υπερβολική ισχύ στο πλαίσιο της κούρσας στο τομέα της τεχνολογίας (ΤΝ) μεταξύ ΗΠΑ – Κίνας, το γεγονός ότι το πολιτικό κέντρο της Ευρώπης καταρρέει και στις τρεις μεγάλες δυνάμεις ταυτόχρονα, αφήνοντας την ήπειρο ανίκανη να καλύψει το κενό ασφαλείας που αφήνει η υποχώρηση της Αμερικής.

Επικίνδυνο μέτωπο

Επίσης, το δεύτερο μέτωπο της Ρωσίας, το πιο επικίνδυνο μέτωπο στην Ευρώπη για το 2026, θα μετατοπιστεί από τα χαρακώματα του Ντονέτσκ στον υβριδικό πόλεμο μεταξύ της Ρωσίας και του ΝΑΤΟ, καθώς ο Πούτιν βλέπει τον υβριδικό πόλεμο ως τον καλύτερο τρόπο για να φθείρει την Ευρώπη. Παράλληλα σημειώνεται ο κρατικός καπιταλισμός με αμερικανικά χαρακτηριστικά, καθώς η πιο οικονομικά παρεμβατική αμερικανική κυβέρνηση από την εποχή του New Deal θα επιλέξει νικητές και ηττημένους σε μια κλίμακα που δεν έχει εμφανιστεί ποτέ στη σύγχρονη ιστορία των ΗΠΑ.

Επίσης σημειώνεται και η αποπληθωριστική παγίδα της Κίνας, καθώς το Πεκίνο θα συνεχίσει να προσπαθεί να εξάγει κατακλύζοντας τις παγκόσμιες αγορές με φθηνά αγαθά σε βάρος όλων των άλλων. Παράλληλα, υπό την πίεση να δημιουργήσουν έσοδα και να δικαιολογήσουν τις υπερβολικά υψηλές αποτιμήσεις, ορισμένες εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσαν να υιοθετήσουν επιχειρηματικά μοντέλα ικανά να απειλήσουν την κοινωνική και πολιτική σταθερότητα.

Λιγότεροι φραγμοί

Το εμπόριο της Βόρειας Αμερικής θα μπορούσε να παραμείνει σε αδιέξοδο καθώς η USMCA παραπαίει, ενώ το νερό θα μπορούσε να καταστεί όπλο σε αρκετές από τις πιο επικίνδυνες συγκρούσεις στον κόσμο.

Το 2026 επίσης θα υπάρξουν και αρκετά «παραπλανητικά μηνύματα», όπως οι δασμοί, το αφήγημα των «σφαιρών επιρροής», η απο-παγκοσμιοποίηση, η πιθανή στρατηγική του «πούλα την Αμερική» κ.λπ., που μπορεί να κυριαρχήσουν στη δημόσια συζήτηση, αλλά δεν αποτελούν παράγοντες ουσιαστικού κινδύνου. Το 2026 δεν θα καθοριστεί από ένα μεμονωμένο σοκ, αλλά από τη συσσώρευση κινδύνων σε έναν κόσμο με λιγότερους θεσμικούς φραγμούς και περιορισμένη διεθνή συνεργασία.

Η αποδυνάμωση της αμερικανικής εσωτερικής σταθερότητας, η γεωοικονομική απόκλιση ΗΠΑ – Κίνας, η αποδυνάμωση της Ευρώπης, οι τεχνολογικές ανατροπές χωρίς επαρκή διακυβέρνηση και η αυξανόμενη χρήση οικονομικών και φυσικών πόρων ως εργαλείων ισχύος συνθέτουν ένα διεθνές περιβάλλον υψηλής αβεβαιότητας.

«Πετροδολάρια»

Οι ΗΠΑ επιδιώκουν να περιορίσουν την εμπλοκή της Κίνας και της Ρωσίας στη Βενεζουέλα. Ο έλεγχος του 17% των παγκόσμιων αποθεμάτων που διαθέτει η χώρα, θα μπορούσε να στηρίξει τα «πετροδολάρια» – που εδώ και χρόνια βοηθούν τις ΗΠΑ να διατηρήσουν την κυριαρχία τους στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

ΕΕ – Καναδάς

Μπορεί ο τρόπος με τον οποίο διεξήχθη η επιχείρηση να έχει αναστατώσει ορισμένους από τους παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ ιδίως στην Ευρώπη και τον Καναδά, ωστόσο ερώτημα αποτελεί αν αυτοί θα μπορούσαν γίνουν ποτέ πλήρως ανεξάρτητοι γεωπολιτικοί δρώντες στο παγκόσμιο σύστημα.

Πώς αντιδρούν οι αγορές – Τι «βλέπουν» οι αναλυτές

Οι γεωπολιτικές εντάσεις από τη Βενεζουέλα μέχρι τη Γροιλανδία κρατούν τους επενδυτές σε επιφυλακή, οι οποίοι συνειδητοποιούν ότι η απειλή της γεωπολιτικής δεν πρόκειται να εξαφανιστεί, με τις μετοχές του αμυντικού κλάδου μάλιστα να κινούνται σε ιστορικά υψηλά.

Η Citigroup παρατήρησε πως ο αντίκτυπος των αυξημένων γεωπολιτικών κινδύνων στις αγορές είναι βραχύβιος. Ελλείψει σημαντικών διαταραχών στις τιμές του πετρελαίου, είναι απίθανο να υπάρξουν σοβαρές πιέσεις, ενώ με βάση ιστορικά στοιχεία διαπιστώνει πως γεωπολιτικά συμβάντα συχνά αποτελούν ευκαιρίες για αγορά περιουσιακών στοιχείων υψηλού κινδύνου.

Ο αντίκτυπος

Τα τελευταία 60 χρόνια, π.χ., σε διάφορα γεωπολιτικά επεισόδια, οι αγορές κατέρρευσαν μόνο στις περιπτώσεις που οι αναταραχές στον τομέα της ενέργειας «έσπρωξαν» σε ύφεση την παγκόσμια οικονομία. Για την Capital Economics, με τη Βενεζουέλα να αποτελεί το 0,1% του παγκόσμιου ΑΕΠ, ενώ συνεισφέρει το 1% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου, ο αντίκτυπος στην παγκόσμια οικονομία είναι αμελητέος, με τα ομόλογα μάλιστα της χώρας, λόγω πιθανής αναδιάρθρωσης, να σημειώνουν ράλι.

Οι πολιτικές και γεωπολιτικές συνέπειες όμως θα μπορούσαν να γίνουν περισσότερο αισθητές, με τις εξελίξεις να μπορούν να ερμηνευτούν ως μια προσπάθεια των ΗΠΑ να ελέγξουν την αυλή τους, αν και είναι εξίσου δυνατό να ερμηνευτούν και μέσα από το πρίσμα της σύγκρουσης ΗΠΑ – Κίνας, την ώρα που οι επιπτώσεις της αμερικανικής «διπλωματίας των κανονιοφόρων» δημιουργούν νέα δεδομένα στη Λατινική Αμερική.

Για τις αγορές, η απομάκρυνση του Μαδούρο αντιμετωπίζεται ως απλός γεωπολιτικός θόρυβος, εκτίμησε και η UniCredit, με τους επενδυτές πάντως, όπως αναφέρει, να υποτιμούν το βάθος του συστημικού μετασχηματισμού που βρίσκεται σήμερα σε εξέλιξη στον κόσμο. Εξετάζοντας τη «διπλωματία των όπλων» του Τραμπ, «βλέπει» αποφασιστική ρήξη με την παγκόσμια τάξη πραγμάτων και το διεθνές δίκαιο, την ώρα που εγκαινιάζεται μια δυναμική μορφή ηγεμονίας του «America First» σε όλο το Δυτικό Ημισφαίριο.

Με τη στρατηγική αντιπαλότητα ΗΠΑ – Κίνας να εντείνεται και το γεωπολιτικό τοπίο να παρουσιάζεται όλο και πιο κατακερματισμένο, η βασική προτεραιότητα της Ουάσιγκτον είναι πλέον η εξασφάλιση πρόσβασης σε κρίσιμους φυσικούς πόρους. Η Βενεζουέλα διαθέτει εξάλλου τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, περίπου 300 δισ. βαρέλια, ενώ το βαρύ αργό πετρέλαιό της είναι ιδιαίτερα κατάλληλο για τα αμερικανικά διυλιστήρια.

Αποθέματα

Καθώς εκτιμάται ότι έως και το 20% του παγκόσμιου εμπορίου αργού πετρελαίου τιμολογείται πλέον σε νομίσματα εκτός του δολαρίου, όπως το ευρώ ή το κινεζικό γουάν, ενώ η δύναμη των «πετροδολαρίων» μειώνεται, την ώρα που το μερίδιο του δολαρίου στα συναλλαγματικά αποθέματα είναι επί του παρόντος το χαμηλότερο των τελευταίων 25 ετών, η απόκτηση ενός βαθμού ελέγχου των ΗΠΑ επί των μεγαλύτερων αποδεδειγμένων αποθεμάτων πετρελαίου στον κόσμο θα μπορούσε, σύμφωνα με αναλυτές, να στηρίξει μεσοπρόθεσμα το δολάριο.