Είναι το πρώτο συμπέρασμα του νέου έτους: Ο κόσμος αλλάζει ραγδαία. Με περισσότερο αυταρχισμό, μονομερείς ενέργειες άνευ έγκρισης των αρμόδιων σωμάτων, χρήση ένοπλης βίας, επιβολή εδαφικών τετελεσμένων. Η διεθνής τάξη πραγμάτων και οι θεμελιώδεις κανόνες του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών δεν αμφισβητούνται απλώς – αυτό άλλωστε συνέβαινε πάντοτε – αλλά αποδομούνται συνειδητά. Ισχυρότερη απόδειξη της νέας, όχι και τόσο αισιόδοξης, πραγματικότητας; Η στυγνή αμερικανική επέμβαση και η απαγωγή του προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο.

Η προβολή του «δικαίου της ισχύος» από τον Ντόναλντ Τραμπ ως καταναγκαστικού εργαλείου επίλυσης των διαφορών προκαλεί αμηχανία στις φιλελεύθερες δημοκρατίες. Λειτουργεί, όμως, δυνητικά και ως παράδειγμα υπέρ των αναθεωρητών – είτε αυτή είναι η Ρωσία και η Κίνα στην Ανατολή είτε η Τουρκία στη δική μας γειτονιά.

Παραλλήλως το διεθνές δίκαιο περιθωριοποιείται, μαζί του και η επιρροή των πολυεθνικών οργανισμών, όπως και οι παραδοσιακές μέθοδοι άσκησης διπλωματίας. Ποια είναι τα όρια μιας στρατιωτικής επιχείρησης έναντι ενός κυρίαρχου κράτους, ανεξαρτήτως του βαθμού νομιμότητας της ηγεσίας του; Πώς αντιδρούν οι αποκαλούμενες χώρες στάτους κβο, όπως για παράδειγμα η Ελλάδα; Οδηγούμαστε πράγματι σε πλήρη κατάρρευση των μεταπολεμικών δυτικών αξιών;

«Σοβαρή παραβίαση του Χάρτη του ΟΗΕ»

Στόχος της επιχείρησης κατά του Μαδούρο δεν ήταν η αποκατάσταση της δημοκρατίας. Ισως να μην ήταν ούτε η καταπολέμηση της «ναρκοτρομοκρατίας» – έννοιας που αποτελεί τον πυρήνα του κατηγορητηρίου που αντιμετωπίζει το προεδρικό ζεύγος της Βενεζουέλας ενώπιον της αμερικανικής Δικαιοσύνης. Ο Ντόναλντ Τραμπ σπεύδει να ελέγξει τη χώρα και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της, στέλνοντας παραλλήλως το μήνυμα ότι στην «πίσω αυλή» των Ηνωμένων Πολιτειών, δηλαδή στη Λατινική Αμερική, δεν χωρούν άλλοι παίκτες, πολλώ δε μάλλον η Μόσχα και το Πεκίνο. Η επαναφορά του Δόγματος Μονρόε αναδεικνύει την αυτοκρατορική λογική με την οποία προσεγγίζει τις διεθνείς σχέσεις η ηγεσία στην Ουάσιγκτον.

«H αμερικανική επίθεση στη Βενεζουέλα, η σύλληψη-απαγωγή του Μαδούρο συνιστούν σοβαρή παραβίαση του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και βασικών αρχών του διεθνούς δικαίου» λέει στο «Βήμα» ο Στέλιος Περράκης, ομότιμος καθηγητής Διεθνών και Ευρωπαϊκών Θεσμών του Παντείου Πανεπιστημίου, προσθέτοντας ότι ορισμένοι διεθνείς δρώντες, μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ, «επιδιώκουν να ανατρέψουν τη διεθνή δικαιοταξία. Είναι πολιτική επιδίωξη».

Ο Πέτρος Λιάκουρας, καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Πειραιά, σημειώνει ότι η νομιμότητα της ένοπλης επίθεσης στο Καράκας ελέγχεται: «Από τα μέχρι στιγμής στοιχεία είναι αδύνατον να εξαιρεθεί από την απαγόρευση χρήσης βίας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 2 παρ. 4 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Θα εξαιρείτο εάν είχε στοιχειοθετηθεί δικαίωμα νόμιμης άμυνας ή προστασίας πολιτών όντας σε υπαρκτό κίνδυνο στο εξωτερικό ή εάν επρόκειτο για μαζική και βάναυση, εξοντωτική παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων».

Ο ίδιος επισημαίνει ότι τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά εάν είχε εκδοθεί εξουσιοδότηση από το Συμβούλιο Ασφαλείας (ΣΑ) του ΟΗΕ υπέρ της διατήρησης της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. «Στη δεκαετία 1990, το ΣΑ εξουσιοδότησε την επέμβαση στην Αϊτή για να απομακρυνθεί ο δικτάτορας και επανορθωθεί ο νόμιμα εκλεγμένος πρόεδρος Αριστίντ» υπενθυμίζει, συμπεριλαμβάνοντας στη συζήτηση την αμερικανική απειλή έναντι της Γροιλανδίας: «Καθώς ο πρόεδρος Τραμπ δηλώνει ότι σκοπεύει να καταλάβει βιαίως και τη Γροιλανδία, απαιτείται άμεσα η ανάσχεση των σχεδίων του. Και αυτό γιατί συνιστά ομοίως παραβίαση του άρθρου 2 του Χάρτη όχι μόνο η χρήση βίας, αλλά και η απειλή».

«Πέρα από τα πεπραγμένα του Μαδούρο στην ηγεσία της Βενεζουέλας, η απαγωγή ενός πολίτη στην επικράτεια της χώρας του από ξένες στρατιωτικές δυνάμεις είναι παραβίαση της διεθνούς νομιμότητας» αναφέρει στο «Βήμα» ο Μίλτος Σαρηγιαννίδης, αναπληρωτής καθηγητής Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου της Νομικής του ΑΠΘ, ο οποίος θεωρεί ότι η πολιτική Τραμπ επιχειρεί, προδήλως, να μεταβάλει τις ισορροπίες στη διεθνή πολιτική. «Ομως, δεν πρόκειται, τουλάχιστον μέχρι τώρα, για διατάραξη της παγκόσμιας τάξης με στρατιωτικό εξαναγκασμό, όπως συμβαίνει με τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Πάντως, η ρητορική και η στρατηγική των ηγετών των ΗΠΑ και της Ρωσίας αποτελούν περιφρόνηση της διεθνούς νομιμότητας με διαφορετικούς τρόπους και ένταση» προσθέτει.

Σύμφωνα, όμως, με τον κ. Περράκη, πέραν της δυστοπικής ρητορικής περί «τέλους του διεθνούς δικαίου», μπορεί να είμαστε μάρτυρες μιας υποχώρησης, όχι όμως μεταβολής του. «Το Διεθνές Δικαστήριο επιβεβαιώνει την ισχύ του διεθνούς δικαίου και τις εξ αυτού υποχρεώσεις των κρατών. Μοιάζει ουτοπία; Οχι. Η παραβίαση-μη σεβασμός δεν αναιρεί-ακυρώνει το κανονιστικό περιεχόμενο του διεθνούς δικαίου» λέει, εκτιμώντας ότι δεν εγκαθιδρύεται ένα «δίκαιο του ισχυρού»: «Πρόκειται για αλαζονική εκδήλωση πολιτικής ισχύος». Την ίδια άποψη προβάλλει ο κ. Σαρηγιαννίδης: «Από την απαγωγή του Αϊχμαν στην Αργεντινή από τις ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες μέχρι τις απαγωγές “γκιουλενιστών” στα Βαλκάνια από τις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες, υπάρχουν ανάλογα παραδείγματα που όσο κι αν βάλλουν κατά αρχών και κανόνων του διεθνούς δικαίου, δεν οδηγούν το διεθνές δίκαιο σε περιθωριοποίηση, ούτε και το ακυρώνουν».

«Θα ζούμε με τον τουρκικό αναθεωρητισμό»

Πάντα θα υπάρχει κάποιος πιο ισχυρός. Ομοίως συμβαίνει με τις παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου: Οι κυνικοί ηγέτες αναζητούν, διαχρονικά, μανδύες νομιμότητας για να ενδύσουν επεμβάσεις, βομβαρδισμούς, ακόμα και γενοκτονίες. Αυτό έπραξε ο Τραμπ στην περίπτωση του Μαδούρο, όπως και ο ρώσος πρόεδρος προκειμένου να εισβάλει στην Ουκρανία. Παρ’ όλα αυτά, το «δίκαιο της ισχύος» γοητεύει τελευταία αρκετούς και στην Ελλάδα, ενώ όλο και περισσότεροι απαιτούν αποκόλληση από τη στρατηγική επίκλησης του διεθνούς δικαίου και διάνοιξη άλλων οδών ενδυνάμωσης της χώρας ειδικά έναντι της Τουρκίας, κατ’ εξοχήν δύναμης που παραβιάζει – συστηματικά – κανόνες της διεθνούς τάξης.

«Οταν κάποιοι ζητούν λιγότερο διεθνές δίκαιο στην ελληνική εξωτερική πολιτική, ουσιαστικά την αποδυναμώνουν» προειδοποιεί ο κ. Σαρηγιαννίδης. Είναι, πάντως, χαρακτηριστικό ότι η παράλειψη του Κυριάκου Μητσοτάκη – ενός κατά τα άλλα υπέρμαχου του διεθνούς δικαίου – να αναφερθεί στη διεθνή νομιμότητα μετά την αμερικανική επιχείρηση ήγειρε μεν θύελλα αντιδράσεων, βρήκε όμως και πολλούς υποστηρικτές.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν πράγματι η Αθήνα μπορεί να επιλύσει τις διαφορές της με την Αγκυρα στη βάση του διεθνούς δικαίου και δη του Δικαίου της Θάλασσας. Ή απλώς εμμένει στη σχετική επιχειρηματολογία προκειμένου να ορθώσει διεθνή ασπίδα προστασίας, με αμφιλεγόμενα αποτελέσματα;

«Υπάρχει υποχρέωση διαπραγμάτευσης για συμφωνία οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας – ΑΟΖ όπως προβλέπεται από το Δίκαιο της Θάλασσας στη Σύμβαση του 1982. Ελλείψει τέτοιας συμφωνίας κάθε κράτος προβάλλει μόνο διεκδικήσεις» επισημαίνει ο κ. Λιάκουρας. Είναι, όμως, απαισιόδοξος: «Και να ξεκινήσει μια διαπραγμάτευση, δεν είναι διόλου πιθανόν ότι θα επιτευχθεί συμφωνία, λόγω αντίθετων μεθόδων οριοθέτησης. Γι’ αυτό, εάν αμφότερες χώρες επιθυμούν την οριοθέτηση, η μόνη επιτυχής λύση είναι η παραπομπή στο αρμόδιο Διεθνές Δικαστήριο (Χάγης) για να επιληφθεί ή άλλο δικαιοδοτικό όργανο».

Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία, η οποία επίσης επικαλείται το διεθνές δίκαιο, όπως αυτή το προσλαμβάνει, έχει ήδη επιχειρήσει με το τουρκολιβυκό μνημόνιο να επιβάλει παράνομα τετελεσμένα στην Ανατ.  Μεσόγειο, αγνοώντας βασικές δικαιικές αρχές, όπως ότι τα νησιά διαθέτουν κυριαρχικά δικαιώματα. «Επειδή η Τουρκία δεν έχει “κουλτούρα” διεθνούς δικαιοσύνης, ούτε προάγει το συναφές Δίκαιο της Θάλασσας, αντίθετα με ανυπόστατες “γαλάζιες πατρίδες”, δεν βλέπω άμεσα προοπτική προς το Διεθνές Δικαστήριο. Ενδεχόμενο που, ούτως ή άλλως, δεν ενθουσιάζει μέρος της εδώ κοινής γνώμης και του πολιτικού κόσμου» επισημαίνει δηκτικά ο κ. Περράκης.

Η Τουρκία, άλλωστε, όπως οι ΗΠΑ, δεν έχει υπογράψει τη Σύμβαση του 1982. «Η Αγκυρα επιμένει σε διαπραγματεύσεις για να παζαρέψει όλες τις ανεδαφικές αξιώσεις της, καθώς μόνο έτσι μπορεί να παρακάμψει τους κανόνες» εκτιμά ο κ. Σαρηγιαννίδης. «Επομένως, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, πρέπει να μάθουμε να συμβιώνουμε με τον τουρκικό αναθεωρητισμό και να τον διαχειριζόμαστε, ιδανικά με την επίκληση της νομιμότητας» προσθέτει.